Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Κύριλλος Αλεξανδρείας και Απολλινάριος

Κύριλλος Αλεξανδρείας και Απολλινάριος



Κύριλλος Αλεξανδρείας και Απολλινάριος
ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ
«Μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη»
α. Απολλιναρική ανάγνωση β. Κυρίλλειος ανάγνωση
Ειρήνης Αβραάμ Αρτέμη
υποψήφιας διδάκτορος της Θεολογίας
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Αν και η A΄ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ) διατύπωσε ξεκάθαρα την ορθόδοξο δογματική διδασκαλία για το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή ο κύριος Ιησούς Χριστός ήταν τέλειος Θεός, ομοούσιος με τον Πατέρα που έγινε άνθρωπος για να πάθει,  να σταυρωθεί και να αναστηθεί,  δίνοντας έτσι απάντηση στις κακοδοξίες του Αρείου, όμως η Μεγάλη και Αγία Σύνοδος δεν διευκρίνισε τον τρόπο κατά τον οποίο έγινε η ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως στον «σαρκωθέντα» για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, Υιό και Λόγο του Θεού.[1] Έτσι το πρόβλημα της πληρότητας της ανθρωπότητας του Ιησού Χριστού γρήγορα τέθηκε από τους ακραίους αρειανόφρονες, ανομοίους, που υποστήριζαν ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο «άψυχον σώμα», ήτοι αναπλήρωσε στον άνθρωπο την ψυχή, για να μπορέσουν έτσι να δικαιολογήσουν τα αδιάβλητα πάθη (πείνα, δίψα κ.λπ) που είχε ο Χριστός.[2] Το πρόβλημα αυτό, της πληρότητας της ανθρώπινης φύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο Απολλινάριος Λαοδικείας.
Ο Απολλινάριος γεννήθηκε το 312 στη Λαοδικεία έλαβε σπουδαία φιλοσοφική μόρφωση αλλά συγχρόνως πήρε μαθήματα φιλολογικής και θεολογικής παιδείας. Απέκτησε τόσο σπουδαία μόρφωση ώστε να συγκρίνεται στην πολυμάθεια με τους Καππαδόκες θεολόγους,  τον Μέγα Βασίλειο και το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό.[3]
Αν και έγραψε παρά πολλά έργα, δεν σώθηκαν παρά λίγα αποσπάσματα λόγω της αιρετικής διδασκαλίας του.  Πολλά εξάλλου από τα συγγράμματά του κυκλοφορούσαν με το όνομα του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του θαυματουργού,  του Μ. Αθανάσιου και των επισκόπων ώμης Φίληκος και Ιουλίου.[4]  Χαρακτηριστική είναι η φράση του Απολλιναρίου «μία φύσις του Θεού λόγου σεσαρκωμένη» που αναφέρεται στην ομολογία του προς τον Ιοβιανό[5]
Η φράση αυτή χρησιμοποιείται ευρέως από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο,  που τη θεωρούσε φράση του Μεγάλου Αθανάσιου.  Ο Κύριλλος δίνει στην επίμαχη αυτή φράση ορθόδοξη ερμηνεία απαλλάσσοντας την από κάθε ίχνος απολλιναρικής διδασκαλίας.  Έτσι ενώ ο Απολλινάριος με την φράση αυτή εννοεί, ότι ο Υιος και ο Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπησή Του προσέλαβε μόνο το σώμα και την αλόγη ψυχή του ανθρώπου, τη δε θέση της λογικής ψυχής η του νού κατέλαβε ο Θείος Λόγος,[6] ο άγιος Κύριλλος της έδινε το νόημα ότι είναι "εν πρόσωπον του ενσαρκωθέντος Λόγου", εννοώντας ότι όπως στον άνθρωπο οι δύο φύσεις, ψυχή και σώμα,  γίνονται μία φύση με την ένωση, δηλαδή αποτελούν ένα πρόσωπο, έτσι συμβαίνει και στον Ιησού Χριστό.[7]   
Ο Κύριλλος γεννήθηκε το 380 στην Αλεξάνδρεια.  Έλαβε λαμπρή εκπαίδευση και χειροτονήθηκε πολύ νωρίς μοναχός. Εκπρόσωπος της Αλεξανδρινής Θεολογικής παράδοσης έκανε ευρεία χρήση της αλληγορικής μεθόδου στα έργα του, ενώ αναδείχθηκε σφοδρός πολέμιος του Νεστοριανισμού. Μερικοί μάλιστα μελετητές τον παραλληλίζουν με τον Μεγάλο Αθανάσιο που απέκρουσε δυναμικά τον Άρειο και τη διδασκαλία του. Ο Κύριλλος για να αντικρούσει τη  διδασκαλία του Νεστορίου, σύμφωνα με την οποία στον Χριστό έχουμε απλή ένωση των δύο φυσικών προσώπων και όχι βεβαίως των δύο φύσεων η των υποστάσεων, ο Κύριλλος αναγκάστηκε να ταυτίσει την έννοια των όρων «φύσις» και «υπόστασις», χωρίς όμως να διαφοροποιήσει και την καθιερωμένη άρρηκτη σχέση «υποστάσεως» και «προσώπου». [8]
Στη συνέχεια της εργασίας αυτής θα διεισδύσουμε βαθύτερα και τη θεολογία των δύο αυτών ανδρών για να εξετάσουμε το πως κατανοούσαν την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού και σε ποιο Θεολογικό υπόβαθρο στηρίχθηκαν.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
 
ΜΕΡΟΣ  Α΄
«Μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη». Απολλιναρική αναγνώση.
Σε αντίθεση με τους ορθοδόξους πατέρες,  που με βάση την ορθή θεολογική λογική,  έλεγαν ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος ήταν τέλειος άνθρωπος, σάρκα η σώμα "προικισμένο" με άλογη και λογική ψυχή, ο Απολλινάριος άρχιζε με την πεποίθηση ότι η σάρκα και το σώμα δεν ήταν τέλειος άνθρωπος.  Τη διδασκαλία του τη διαμόρφωσε με βάση την αριστοτελική θεωρία,  προσπαθώντας να αντικρούσει τον αρειανισμό και τον αντιοχειανόν υιοθετισμό.[9]
Ο Απολλινάριος για να αντικρούσει τους ακραίους αρειανόφρονες, τους Ανομοίους, που βασίζονταν στη διχοτομία του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, με βάση την οποία εξηγούσαν την ενανθρώπηση του Χριστού, στράφηκε στους νεοπλατωνιστές. Οι τελευταίοι ξεκινώντας από την πλατωνική αντιλήψη (λογική και αλόγη ψυχή) διχοτομιστές,  κατέληξαν στην τριχοτομική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελείται από τρία μέρη, τη λογική ψυχή η νού,  την άλογη ψυχή και το σώμα.[10]
Έτσι με βάση την τριχοτομική σύνθεση του ανθρώπου, σώμα, ψυχή και νού και συγχρόνως στηριζόμενος στον Αριστοτέλη και τον Δημόκριτο που έλεγαν ότι "αδύνατον γαρ είναι εκ των δύο εν η εξ ενός δύο γενέσθαι"[11], διδάσκει ότι ο Χριστός ήταν τέλειος Θεός αλλά όχι τέλειος άνθρωπος.  Έλεγε λοιπόν ότι κατά την ενανθρώπηση του, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιος και Λόγος του Θεού προσέλαβε το σώμα και την αλόγη μόνο ψυχή του ανθρώπου,  χωρίς τη λογική και την ελεύθερη ψυχή (νού, πνεύμα), τη θέση της οποίας κατέλαβε ο Θείος Λόγος.[12]     
Σαν αποτέλεσμα της άρνησης του,  ότι ο Ιησούς κατείχε τη λογική ψυχή,  ο Απολλινάριος δεν μπορούσε να εξηγήσει φιλοσοφικά, όπως οι ορθόδοξοι πατέρες ότι ο Χριστός είχε δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη φύση. Άλλωστε η ανθρώπινη φύση ευνοόταν ενωμένη πάντα με λογική ψυχή για να χαρακτηρίζεται ο άνθρωπος «ζώων εντελές» κατά τον Αριστοτέλη.  Εξάλλου ο Απολλινάριος αρνιόταν όχι μόνο την υπάρξη δύο προσώπων στο Χριστό, όπως έκαναν και οι ορθόδοξοι πατέρες, αλλά και την υπάρξη δύο φύσεων σημειώνοντας ότι είχε μία φύση η ουσία ο ενανθρωπήσας Χριστός και ότι ο Ιησούς είχε «μία φύσις του Θεού λόγου σεσαρκωμένη».[13] 
Τη θεωρία του αυτή τη στήριξε στο χωρίο της προς Φιλιππησίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου «αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εκ ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος  εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου»[14] αλλά και στο χαιρετισμό του αγίου Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς: «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσαι υμάς ολοτελείς και ολόκληρον ημών το πνεύμα και η ψυχή και το σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη»[15].  Γι αυτό διδάσκε ότι στον Ιησού Χριστό έχουμε την ένωση της τελείας θείας φύσης με ακρωτηριασμένη την ανθρώπινη φύση γιατί «ει ανθρώπω συνήφθη ο Θεός τέλειος τελείω, δύο αν ήσαν εις μεν φύσει υιος Θεού, εις δε θετός»[16] αλλά και «δύο τέλεια εν γενέσθαι ου δύναται»[17].
  Ο Απολλινάριος τόνιζε συνέχεια, ότι ο προϋπάρχων Χριστός στην ενσάρκωση Του διατήρησε τη θεία ουσία και δεν έλαβε ολοκλήρη την ανθρωπίνη φύση[18]. Για την ένωση θείου κί ανθρώπινου στο Χριστό χρησιμοποιούσε τους όρους «ένωσις ουσιώδης», «ένωσις φυσική», «Θεού και ανθρώπου μείξις» η «κράσις»,  «φύσις σύγκρατος η σύνθετος» κ.λ.π.  Έτσι κατέληξε ότι στο Χριστό υπάρχει μόνο η θεία φύση, πράγμα που οδηγούσε στο μονοφυσιτισμό. Πράγματι η απολλιναρική  διδασκαλία θεωρεί την ανθρωπίνη φύση απορροφημένη από τη θεία.   
Ο Απολλινάριος για να αποτρέψει το μονοφυσιτισμό χρησιμοποιεί το παράδειγμα της φωτιάς και του σιδήρου για να μιλήσει για την ένωση του Θεού με τη σάρκα λέγοντάς πως όπως η φωτιά δεν αλλάζει τη φύση του σιδήρου έτσι και το σώμα δεν επιδέχεται καμία αλλοίωση με την ένωσή του με το θείο.[19] Χρησιμοποιώντας έτσι τη στωική σκέψη υποστηρίζει ότι με την ένωση ούτε ο Λόγος ούτε το σώμα καταστράφηκε, αλλοιώθηκε. Πως γίνεται λοιπόν να έχουμε ένα ακέραιο σώμα; 
Στο ερώτημα αυτό ο Απολλινάριος απαντάει χρησιμοποιώντας τον όρο ποιότητα αντί για φύση. Άλλωστε η φύση ταυτίζεται με την ουσία.  Στην περίπτωση του Χριστού, το έμψυχον ον ονομάζεται μία φύση, στον άνθρωπο η ψυχή και το σώμα δίνουν ένα έμψυχο ον. Ο Χριστός λαμβάνοντας ανθρώπινο σώμα ενώνεται με τον άνθρωπο χωρίς τη λογική ψυχή της ανθρωπίνης φύσεως αλλά μόνο με την αλόγη ψυχή (που υπήρχε στο σώμα του Αδάμ)[20]. Αν ο νους υπήρχε στο ανθρώπινο σώμα, σαν «αυτοκράτωρ», δεν θα άλλαζε το θέλημα του.  Έτσι σαν αυτονόμη υποστάση κατά την ένωσή του με το Θείο Νού (Λόγο) θα εναντιώνονταν στο Θείο Νού[21],  «Αδύνατον γαρ δύο νοερά και θελητικά εν τω άμα κατοικείν, ίνα μη το έτερον κατά του ετέρου αντιστρατεύεται δια της οικείας θελήσεως και ενεργείας. Ουκούν ου ψυχής ανθρωπίνης επελάβετο ο Λόγος, αλλά μόνον σπέρματος Αβραάμ, τον γαρ του σώματος Ιησού ναόν προδιέγραψεν ο άψυχος και άνους και αθελής του Σολομώντος ναός»[22].
Εν κατακλείδι, επομένως ο Απολλινάριος με τη «φυσική ένωσις» του τελείου Θείου Νού και του ατελούς ανθρώπινου στο Χριστό, αφαιρούσα ποσότητα από την ανθρώπινη φύση, η οποία χωρίς τη λογική ψυχή δεν μπορούσε να διεκδικήσει το φυσικό της πρόσωπο, και προέβαλε έτσι την προσωπική ενότητα του Χριστού[23] «Σύνθεσιν Θεού προς σώμα ανθρώπινον»[24]
 
ΜΕΡΟΣ Β΄
«Μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη». Σωτηριολογική άποψη.
«Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται»[25]. Σύμφωνα λοιπόν με τον Απολλινάριο ο Θείος Λόγος προσλαμβάνει ατελή άνθρωπο, δηλαδή μόνο τη σάρκα χωρίς υποστάση. Όμως, σύμφωνα με το παραπάνω χωρίο του Γρηγορίου του Θεολόγου, αφού ο νους δεν προσλαμβάνεται κατά την ενσάρκωση μένει αθεράπευτος.[26]
Ο Απολλινάριος θεωρούσε ότι στο νού του ανθρώπου εστιάζεται ολόκληρο το προπατορικό αμάρτημα. Έτσι τη θέση του την καταλαμβάνει κατά την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, ο Θείος Λόγος. Ο τελευταίος αποτελεί την αρχέτυπο εικόνα όλων των νοών η λόγων, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θείου Λόγου. Με τον τρόπο αυτό ο Απολλινάριος πίστευε ότι έσωζε το αναμάρτητο του Σωτήρος και συγχρόνως απέφευγε το χωρισμό των φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι όμως δεν πετυχαίνε να εξασφαλίσει τη σωτηρία του ανθρώπου.
Όπως αναφέρει ο Γρηγόριος Νύσσης στον «Αντιρρητκό προς τα Απολλιναρίου»[27], με τον παραπάνω τρόπο ο Ιησούς Χριστός δεσπότης των αγγέλων προσοικειώνεται με την ασωμάτη φύση των αγγέλων.
Ο Χριστός εξάλλου για να σώσει την ανθρώπινη φύση έπρεπε να την προσλάβει ολοκλήρη. Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει ότι με το να κρυφτεί το θείο μέσα στο προσκάλυμμα της δικής μας φύσεως, κατοίκησε η ζωή μαζί με το θάνατο, μέσα στο σκότος φανερώθηκε το φως, για να εξαφανιστεί με το φως και με τη ζωή το αντίθετο τους.[28] Ο Λόγος κατά συνέπεια έγινε σάρκα (νους - ψυχή - πνεύμα) για να μετασκευάσει προς το Πνεύμα τη δική μας τη σάρκα, αφού «μέσα στο ανθρώπινο σώμα» συμμετέσχε και στη σάρκα και στο αίμα.[29]   
Μόνο λοιπόν με την προσλήψη ολοκλήρης της ανθρωπότητας (ανθρωπίνης φύσης) από το Θείο Λόγο, ο άνθρωπος θα ανακαινισθεί και θα επανέλθει στην αρχαίαν «ευκληρίαν»[30]. Ειδάλλως η διδασκαλία του Απολλιναρίου οδηγούσε σε μία θεωρία που άφηνε νεκρό τον άνθρωπο. Εφ' όσον ο Λόγος προσλαμβάνει μόνο την ανθρώπινη σάρκα χωρίς το νού, χωρίς το μέλος εκείνο που εκδηλώνει την αντίθετη ροπή και κατευθύνει ολόκληρο τον άνθρωπο, το αποτέλεσμα είναι να σώζεται μόνο η σάρκα που ενώνεται με το Θεό κι ο νους του ανθρώπου να μένει αθεράπευτος. Έτσι ο Χριστός, δεν ήταν τέλειος άνθρωπος αλλά ομοίωμα ανθρώπου, έκφυλο προς τη δική μας φύση. Εξάλλου για να σωθεί ο άνθρωπος χαρακτηριστικό είναι αυτό που λέει ο Γρηγόριος Νύσσης: «Επειδή γαρ δια της παρακοής του ανθρώπου, ο θάνατος (εισήλθε, τούτου χάριν δια της υπακοής του δευτέρου ανθρώπου) εξοικίζεται. Δια τούτο υπήκοος μέχρι θανάτου γίνεται, ίνα δια μεν της υπακοής (το εκ της παρακοής) θεραπεύση πλημέλλημα ... ενωθήσα γαρ τω Κυρίω η ανθρωπίνη φύσις συνεπαίρεται τη θεότητα και το υψούμενον εκείνό εστι το εκ του ταπεινού επαιρόμενον»[31]

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
  ΜΕΡΟΣ  Α΄
«Μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη». Κυρίλλειος αναγνώση.
Ο Κύριλλος πριν από τη σύγκρουσή του με το Νεστόριο είχε επηρεαστεί στη διαμόρφωση της Xριστολογίας του κυρίως από τους Καππαδόκες και ιδιαίτερα από το Μεγάλο Αθανάσιο. Έτσι αν και διδάσκει ότι «ένα και τον αυτόν ομολογείν Υιόν και Κύριον Ιησούν Χριστό συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν, εκ ψυχής, λογικής και σώματος ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα και ομοούσιον τον αυτόν ημίν κατά την ανθρωπότητα, κατά πάντα όμοιον ημίν, χωρίς αμαρτίας»[32], όμως χρησιμοποιεί συχνά την απολλιναρική φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη» χωρίς όμως να δέχεται την κακοδοξία του Απολλιναρίου. Η φράση αυτή υπήρχε στην «Ομολογία πίστεως» του Απολλιναρίου προς τον αυτοκράτορα Ιοβιανόν που είχε διαδοθεί ψευδεπίγραφα με το όνομα του μεγάλου Αθανάσιου. Με τη φράση αυτή ο Κύριλλος εννοεί «εν πρόσωπο σεσαρκωμμένον». Δεχόταν ότι με τη λέξη «σάρκα» εννοούμε ολοκλήρη την προσληφθείσα ανθρωπότητα (σώμα και ψυχή) στο Χριστό κι όχι μόνο τμήμα της, όπως υποστήριζε ο Απολλινάριος.[33]  
Για να δείξει ότι στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν η ανθρώπινη και η θεία φύση «εις ένα Χριστόν και Υιόν εκ δυοίν τελείοιν θεότητός τε και ανθρωπότητος»[34], χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ανθρώπου που αποτελείται από σώμα και ψυχή αλλά με την ένωση γίνεται μία φύση.   
Ο Κύριος  Ιησούς Χριστός γίνεται τέλειος άνθρωπος χωρίς όμως τη ροπή προς την αμαρτία εξαιτίας της ασπόρως συλλήψεως Του. «Ο δε γε του Θεού Λόγος γενόμενος  άνθρωπος αγίαν είχε τη σάρκα και πανάγιον αληθώςκαι εν ομοιώσει μεν της ημετέρας σαρκός ... σαρκώσεως[35] Ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι αν και ήταν τέλειος άνθρωπος δεν έφερε ίχνος αμαρτίας, «επειδή γαρ Θεός ην απορρήτως σεσαρκωμένος, μόνος ήδει το αγαθόν και πονηρίιας της εν ανθρώποις ελεύθερος ην»[36].
Ο ιερός Κύριλλος λοιπόν δέχεται την ανθρώπινη φύση του Χριστού τέλεια,  με σώμα και ψυχή, γι' αυτό και ονομάζει Αυτόν κατά τη φύση «ομοούσιο ημίν»[37]. Φυσικά η ένωση αυτή είναι πραγματική «ένωσις κάθ' υπόστασιν», «φυσικήν καθ' υπόστασιν σύνοδος» και όχι «ένωσις προσώπων κατ'ευδοκίαν» όπως υποστηρίζει ο Νεστόριος[38]. Η τέλεια ανθρώπινη φύση του Χριστού φαίνεται μέσα από διάφορα χωρία στα έργα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, «σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική ενώσας ο Λόγος εαυτώ καθ' υπόστασιν, αφράστως τε και απερινοήτως γέγονεν άνθρωπος και κεχρημάτικεν Υιος ανθρώπου, ου κατά θέλησιν μόνη, η ευδοκία. ...ουχ ως της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν. αποτελεσασών δε μάλλον... προς ενότητα συνδρομής»[39]. Μόνο έχοντας προσλάβει ο Χριστός ολοκλήρη την ανθρωπότητα (ψυχή, σώμα, νού) θα μπορούσε να την ανακαινήσει, γιατί θα έδινε την αρχέτυπο θέση Του στο νού, που είχε πριν αμαυρωθεί από το προπατορικό αμάρτημα.
Τα πρόβλημα στον άγιο πατέρα είναι ότι δεν χρησιμοποιεί ξεκάθαρα τους όρους «φύσιν», «υπόστασιν», «πρόσωπον». Τους ταυτίζει δε σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλές φορές να εναλλάσσει τη χρήση τους, «Εννοούντες τοίνυν, ως έφην της ενανθρωπήσεως τον τρόπον, ορώμεν ότι δύο φύσεις συνήλθον αλλήλαις καθ' ένωσιν αδιάσπαστον ασυγχύτως και ατρέπτως ... μετά μεν τοι την ένωσιν ου διαιρούμεν τας φύσεις, αλλ' ένα φαμέν Υιόν, και, ως οι πατέρες ειρήκασιν, μίαν φύσιν του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη ...»[40]. Έδω άλλωστε είναι ξεκάθαρη η ταύτιση του ορού «φύσις» με το «πρόσωπον» και έτσι αίρεται κάθε υπόψια για τυχόν δείγμα μονοφυσιτισμού στον Κύριλλο. Άλλωστε ο ίδιος ο ιερός πατήρ δέχεται ότι μετά την ένωση στο πρόσωπο του Χριστού υπάρχουν δύο φύσεις «ώσπερ εν θεότητι τέλειος, ούτω και εν ανθρωπότητι»[41]. Εννοείται βέβαια ότι ως αληθής άνθρωπος ο Ιησούς ήταν χωρίς αμαρτία.[42]
Λέγοντας μία φύση ο άγιος Κύριλλος εννοεί τη θεία φύση του Χριστού, η οποία προσέλαβε την ανθρωπίνη φύση τέλεια και πλήρη «άνευ όμως υποστάσεως», η οποία ενώθηκε στην υποστάση του Θείου Λόγου, «εκ τελείας υποστάσεως του Θεού Λόγου και μην εξ ανθρωπότητος τελείως εχούσης κατά τον ίδιον λόγος εις Χριστός, ο αυτός υπάρχων εν ταυτώ Θεός τε όμου και άνθρωπος.»[43]  
Προς απάντηση εκείνων που στηριζόμενοι στην περιώνυμη φράση του Απολλιναρίου υποστήριζαν ότι ο Κύριλλος απολλινάριζε, ο τελευταίος απαντούσε ότι ο Απολλινάριος ήταν φρενοβλαβής× ενώ απέρριπτε τη θεωρία του Απολλιναρίου χρησιμοποιώντας την ψευδοαποδιδόμενη φράση του Μεγάλου Αθανάσιου, που στην πραγματικότητα ανήκε στον αιρετικό επίσκοπο Λαοδικείας. Χαρακτηριστικά σημειώνει, «ει γαρ και επελάβετο σαρκός δι΄ημάς και αίματο, Θεός ων και Λόγος, και κεχρημάτικεν Υιος ανθρώπου, ουκ άψυχον, ουδέ άνουν σώμα λαβών, καθά φησιν ο φρενοβλαβής και αιρετικός Απολινάριος. αλλά έμεινε και ούτω Θεός»[44], «... των δε Απολλιναρίου δογμάτων ουδείς παντελώς ημίν ο λόγος ... αποστρέφεσθαι χρή»[45] και «επειδή δε τινες επιπλέκουσιν ημίν τους Απολλιναρίου δόξας και φασιν ... μία φύσης του Θεού Λόγου σεσαρκωμένην[46]
Υπάρχουν όμως μερικά χωρία από τα συγγράμματα του ιερού Κυρίλλου που μπορούν να παρεξηγηθούν ως μονοφυσιτίζοντα η άκομα και ως απολλιναρίζοντα, «κεκέρασται γαρ εξ αμφοίν ο λόγος και καθάπερ τη εν τοις ανωτέρω διειληφότες ... μέσης ώσπερ τινά χώραν επέχων[47] Το ρήμα «κεκέρασται» μπορεί να σημαίνει και αφομοίωση. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι όροι «κράσις» και «κερράνυμι» έχουν χρησιμοποιηθεί πρώτα από τους Καππαδόκες. Όμως στο κατά Λουκάν υπόμνημά του λέει: «Άνθρωπος ων ανέχη δοξολογούμενος και ως Θεός υμνούμενος και τας Θεώ πρεπούσας ευφημίας δέχη παρά των παίδων..[48]. Ενώ σε άλλο σημείο του ιδίου έργου σημειώνει «...ότι Θεός ων ο Λόγος και εξ αυτής αναφύς της ουσίας του Θεού και Πατρός,  και εν μορφη και ισότητι προς αυτόν υπάρχων, γέγονε σαρξ, τουτέστι τέλειος άνθρωπος, ουκ εκβεβηκώς των θείων αξιωμάτων, μεμενηκώς δε μάλλον, εν οίς ην αεί, και Θεός υπάρχων ... υιος δε αυτού κατά σάρκα»[49].
Με ολόκληρη την ορθή διδασκαλία του ο ιερός πατήρ πετυχαίνει να δείξει ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος εισέρχεται στην ύπαρξη του πεπτωκότος ανθρώπου και μεταβάλλει αυτόν σε κοινόν άνθρωπον, «Γεγόναμεν κατ'αυτόν ημείς, επειδή γέγονε καθ' ημάς αυτός»[50]. «Επειδή και καθείς εαυτόν εκ τοις καθ ημάς κεχρημάτικεν άνθρωπος, διαλέγεται πάλιν ουκ απεικότως τη μετά σαρκός οικονομία και τας πρεπούσας τοις της κενώσεως μέτροις ... ευθύς εις την εαυτού δόξαν και υπεροχήν»[51]. Εδώ η κένωση γίνεται χωρίς να ζημιωθεί η θεία φύση, ώστε να οδηγήσει από την κένωση τον άνθρωπον στη δόξα του. Ενώ παρακάτω δηλώνει ότι ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος για να μπορέσει ως Θεός να εξυψώσει την ανθρωπίνη σάρκα, «Είδομεν τον εν μορφή του Θεού και Πατρός Θεόν Λόγον,  δι' ημάς γενόμενον άνθρωπον τον ομόθρονον τω Πατρί, μεθ' ημών, ήγουν εν είδει τω καθ' ημάς, ίνα ημάς εαυτώ συμμόρφους αποτελέση, δι'αγιασμού και δικαιοσύνης, εγχαράτων ημίν το της εαυτού θεότητος κάλλος, νοητώς δηλονότι και πνευματικών ... ούτω φορέσαμεν και την εικόνα του επουρανίου»[52].
Για τον Κύριλλο οι λοιπόν, ο Χριστός έχοντας τέλεια θεία φύση και τέλεια ανθρώπινη, ήταν ο μοναδικός Σωτήρας του ανθρώπινου γένους, ο Μεσσίας που θα ανακαινίσει τον άνθρωπο και θα τον απάλασσε από τα δεινά του θανάτου και της αμαρτίας.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Απολλινάριος αν και στην αρχή ξεκίνησε τη θεολογία του στηριζόμενος στο δογματικό όρο - σύμβολο της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια καθώς και στη διδασκαλία του Αθανασίου, διαμόρφωσε σύντομα τη χριστολογική του διδασκαλία υπερτονίζοντας το θείο και αποκλείοντας τη λογική ψυχή κατά την ενσάρκωση. Έτσι όμως ακρωτηρίαζε την πληρότητα της ανθρωπότητας του Χριστού. Το αποτέλεσμα ήταν ο Χριστός να μην είναι τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός αλλά μόνο τέλειος Θεός. Κατά συνέπεια δεν εξυψώνεται στο πρόσωπο του Χριστού ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Αυτό συνέβαινε γιατί ο νους στον οποίο έχει την έδρα της η αμαρτία, δέεν επιστρέφει στην αρχέγονο καταστάση του, αφού δεν ενώνεται με το θείο και συνεχίζει να έχει τη ροπή προς την αμαρτία. 
Οι οπαδοί του Απολλιναρίου, οι απολιναριστές, στην προσπάθειά τους να διασώσουν τα συγγράμματά του αρχηγού τους, που εξαιτίας των καταδίκων του Απολλιναρίου και της διδασκαλίας του χάθηκαν, άρχισαν να πλάθουν ψευδεπίγραφα έργα. Έτσι πολλά απολλιναριστικά έργα σώθηκαν με το όνομα του Αθανασίου (π.χ. Περί σαρκώσεως και ότι εις ο Χριστός), του Γρηγορίου Νεοκαισαρείας και του Ιουλίου ώμης.
Εξαιτίας των νοθεύσεων πολλοί μεταγενέστεροι αλεξανδρινοί θεολόγοι υποστήριξαν απόψεις του Απολλιναρίου, τις οποίες θεωρούσαν ως απόψεις ορθοδόξων πατέρων. Μία τέτοια περίπτωση θεωρείται ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας που χρησιμοποίησε τη φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη» ως φράση του Μεγάλου Αθανάσιου. Όμως ο Κύριλλος δεν έδινε στη φράση αυτή το νόημα που της έδινε ο Απολλινάριος βασιζόμενος στην τριχοτομική, νεοπλατωνική σκέψη. Ο αλεξανδρινός πατήρ εννοούσε ότι ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο με δύο τέλειες φύσεις, τη θεία και την ανθώπινη, απορρίπτοντας κάθε ίχνος μονοφυσιτισμού. Έτσι ως τέλειος Θεός κι άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο από το θάνατο και την αμαρτία και να τον ξανασυμφιλίωσει με το Θεό (στο σημείο αυτό απέτυχε ο πρώτος Αδάμ).
 

[1] Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική  Ιστορία Α΄, Αθήνα 1992, σ. 581
[2] Αυτόθι
[3] Φιλοστοργίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Η-11
[4] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και τα συγγράμματα του Απολλιναρίου, Αθήνα 1960, σ. 461.
[5] Draeseke Apollinarios von Laodicea p. 337, 1,9. Lietzmann Apollinaris von Laodicea p. 179, 2-3. PG 26, 26.
[6] Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική  Ιστορία Α΄, Αθήνα 1992, σ. 585
[7] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 371.
[8] Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική  Ιστορία Α΄, Αθήνα 1992, σ. 599
[9] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 530.
[10] Κατά τον Νεμέσιον Εμέσσης, «τινές μεν ω έστι και Πλωτίνος, άλλην είναι την ψυχήν και άλλον τον νουν δογματίσαντες, εκ τριών τον άνθρωπον συνεστάναι βούλονται, σώματος περί ψυχής και νού. Οίς ηκολούθησε και Απολλινάριος ο της Λαοδικείας γενόμενος επίσκοπος». Περί φύσεως ανθρώπου PG 40, 504.
[11] Μεταφυσικά 1039 α, 9-10
[12]Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας, Αθήνα 1960, τ. Α, σ. 70
[13] Draeseke Apollinarios von Laodicea p. 337, 1.9. Lietzmann Apollinaris von Laodicea p. 179 ΙΙ, 2-3.
[14] Φιλιππησίους 2, 708
[15] Θεσσαλονικείς Α΄ 5, 23
[16]Γρηγορίου Νύσσης, Προς Ευνόμιον αντιρρητικός 5, PG 15, 685
[17] Μ. Αθανασίου, Λόγος Α ΄περί σαρκώσεως του Κύριου κατά Απολλιναρίου, PG 26, 1172
[18] Draeseke Apollinarios von Laodicea p. 344 ΙΙ, 29-32. Lietzmann Apollinaris von Laodicea p. 188 ΙΙ, 2-4.
[19] Draeseke Apollinarios von Laodicea p. 366 ΙΙ, 9-13.  Lietzmann Apollinaris von Laodicea p. 128 ΙΙ, p. 238
[20] Wolfson, "The philosophy of the church fathers", v. I, Harvand University Press 1956.
[21] Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Αθήνα 1990, σ. 536
[22] Περί ενώσεως, fragment 2.
[23] Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική  Ιστορία Α΄, Αθήνα 1992, σ. 585
[24] Fragment 119
[25] Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Επιστολή 101 - Προς Κληδόνιον, PG 37, 181
[26] Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β΄, Αθήνα 1990, σ. 536
[27] PG 65, 1180 A,B
[28] Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός ο μέγας, PG ΜΕ΄ 64D και εξής
[29] Γρηγορίου Νύσσης, Προς Ευνόμιον ΙΙΙ β΄54, Jaeger t. B, σ. 65, στ. 20 και εξής
[30] Του ιδίου,  Περί του τι το χριστιανών όνομα, PG 66, 244 C,D.
[31] PG 45, 1165B, C. 
[32] Όρος Χαλκηδόνος, Mansi VII, 108 και εξής
[33] Βλ. Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική ΙστορίαΑ΄, Αθήνα 1990, σ. 600
[34] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Γλαφυρά,  βιβλίο 6, PG 69, 297
[35] Του ιδίου, Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, PG 72, 489 D
[36] Αυτόθι, PG 72, 493 C
[37] Του ιδίου, Θησαυρός, 11, PG 75, 136.
[38] Παναγιώτη Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τόμος Δ΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 371.
[39] Του ιδίου, επιστολή 4 - Προς  Νεστόριον,  PG 77, 45C.
[40] Του ιδίου, επιστολή προς Σούκενσο Διοκαισαρείας, PG 77, 229-233.
[41] Του ιδίου, επιστολή 46Γ΄, PG 77, 624Β.
[42] Μέγα Φαράντου, Χριστολογία - το ενυπόστατον, Αθήνα, σ. 44.
[43] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Σχόλια περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς 8, PG 75, 1377
[44] PG 77, 984
[45] Schwartz I, 2 p. 97B, p. 72
[46]. PG 77, 232
[47] Εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον, PG 72, 514C.
[48] Κυρίλλου Αλεξανδρείας,  Εις το κατά Λουκάν, PG 72, 377B,C.
[49] Αυτόθι, PG 72, 893B
[50] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Ματθαίον, 24, 36. PG 72, 244.
[51] Κυρίλλου Αλεξανδρείας,  Εις το κατά Λουκάν, PG 72, 672C
[52] Αυτόθι, PG 72, 672D.

Η αίρεση του Απολλιναρίου και η Β' Οικουμενική Σύνοδος

Η αίρεση του Απολλιναρίου και η Β' Οικουμενική Σύνοδος



Η αίρεση του Απολλιναρίου και η Β' Οικουμενική Σύνοδος
Ειρήνης Αρτέμη
Θεολόγος -Φιλόλογος
Mphil. Θεολογίας. Υπ. διδάκτορος Θεολογίας
1.Ο Απολλινάριος και η διδασκαλία του
Ο Απολλινάριος υπήρξε θεμελιωτής της νέας αιρέσεως, που θα απασχολούσε το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα και θα έβαζε σε κίνδυνο την ενότητα της Εκκλησίας. Γεννήθηκε το 315 στη Λαοδικεία. Ο πατέρας του ονομαζόταν και αυτός Απολλινάριος και ήταν γραμματικός. Πατέρας και υιος έγραψαν το κείμενο της Καινής Διαθήκης σε ομηρικό μέτρο. Θεωρούσαν απαραίτητο οι χριστιανοί να γνωρίζουν τον Όμηρο, τον Πίνδαρο και τους τραγικούς ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Ήταν τόσο μορφωμένος όσο και οι Καππαδόκες πατέρες, χωρίς όμως σωστή θεολογική κρίση και εμμονή στην παράδοση της Εκκλησίας μας. 
 Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τη διδασκαλία του Αρείου, αρχικά φαίνεται να συμφωνεί με το Συμβολο της Νίκαιας και τη διδασκαλία του Μεγάλου Αθανασίου. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει το «πρόβλημα» της ενσάρκωσης του Θείου Λόγου. Είχε όμως ήδη αρνηθεί ενσυνείδητα την πίστη της Εκκλησίας ότι ο θείος Λόγος είναι «ενανθρωπήσας», δηλαδή προσέλαβε συγχρόνως την σάρκα και το πνεύμα (νού - ψυχή) του ανθρώπου[1]. Η θεολογική του διδασκαλία στηρίχτηκε στην άποψη του έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη «αδύνατον γαρ είναι εκ δύο (=ουσιών με εντελέχεια) εν η ενός δύο γενέσθαι»[2]. Επομένως κατά τον Απολλινάριο ο Χριστός δεν μπορούσε να έχει δύο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, τέλειες, γιατί τότε θα είχαμε δύο τέλεια όντα, δύο Χριστούς και όχι έναν.
 Ο ανθρώπινος νους κατά τον Απολλινάριο είναι τελείως διεφθαρμένος εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος και ταυτισμένος με την ανθρώπινη σάρκα. Έστι, σημείωνε, ο Υιος και Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπηση προσέλαβε μόνο το σώμα και την άλογη ψυχή του ανθρώπου, τη θέση της λογικής ψυχής η του νού κατέλαβε ο θείος Λόγος[3]. Ο Απολλινάριος δηλαδή αφαιρούσε ποσότητα από την ανθρωπίνη φύση, η οποία χωρίς το νού δεν μπορούσε να θεωρείται φυσικό προσωπο, προβάλλοντας έτσι την προσωπική ενότητα του Χριστού.
 Η θεολογική αυτή άποψη του Απολλιναρίου σχετικά με την πρόσληψη από το θείο Λόγο της ανθρωπίνης, χωρίς υπόστασης, σάρκας δημιουργεί σωτηριολογικά προβλήματα. Το πρόβλημα ήταν ότι μένει αθεράπευτο οτιδήποτε δεν ενώνεται με το Θεό[4].
 Εξαιτίας της διδασκαλίας αυτής ο Απολινάριος όξυνε τις σχέσεις του με το Γρηγόριο το Θεολόγο και το Βασίλειο τον Καισαρείας. Οι τελευταίοι προσπάθησαν με επιστολές τους να τον νουθετήσουν. Η εκτίμηση τους προς το προσωπο του Απολλιναρίου, τους έκανε να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να του δείξουν την πλάνη στην οποία βρισκόταν και να σταματήσουν την «αδελφική ζυγομαχίαν». Το όρο αυτό χρησιμοποιούσαν ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος για να αναφερθούν στη θεολογική διαμάχη που είχαν με τον Απολλινάριο, σχετικά με τρόπο της ενσάρκωσης του Κυρίου.
Ο Απολινάριος παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε να εξηγήσει με λογικό τρόπο τη διδασκαλία του για την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, δεν κατάφερε να δώσει μία ευλογοφανή εξήγηση της ενότητας στο πρόσωπο του Χριστού, γιατί ταύτιζε τη φύση με την υπόσταση. Οι Καππαδόκες αντίθετα, κινούμενοι από την ανάγκη σωτηρίας ολόκληρου του ανθρώπου, διέκριναν γενικά τους όρους φύση και υπόσταση και διαπίστωναν στο Χριστό ενωμένες τη θεία και την ανθρώπινη φύση. Οι φύσεις διασώζονταν ενωμένες και η υποστάση που είναι ύπαρξη, ον και προσωπο, ήταν μία, του Χριστού[5]. 
Η διδασκαλία του Απολλιναρίου είχε αρχίσει να κερδίζει υποστηρικτές σε όλη την Αυτοκρατορία. Η ενότητα της Εκκλησίας βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο, όπως και η ενότητα της Αυτοκρατορίας. Η αίρεση προκαλούσε εμφύλιες διαμάχες. Επείγουσα ανάγκη θεωρήθηκε η σύγκληση μίας νέας Οικουμενικής Συνόδου.
 2. Η Β' Οικουμενική Σύνοδος
Ο Θεοδόσιος, προσπάθησε διακαώς να επιβάλει την πίστη στην Τριαδική Θεότητα (Πατήρ, Υιος και Άγιο Πνεύμα). Έτσι εξέδωσε το Θεοδοσιανό Κώδικα (Codex Theodosianus 16, 1, 2) το Φεβρουάριο του 380. Καταδίκασε τους Μακεδονιανούς η Πνευματομάχους με αρχηγός τους το Μακεδόνιο, που αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. με το διάταγμα του Ιανουαρίου του 381 (Codex Theodosianus 16, 5, 6), αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει τιίς νέες αιρετικές διδασκαλίες που είχαν αρχίσει να παίρνουν σάρκα και οστά μέσα στα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Το Μάιο του 381 ο Μέγας Θεοδόσιος συγκάλεσε τη Β' Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά η σύνοδος συγκλήθηκε ως τοπική, όχι μόνο για την καταδίκη των αιρέσεων, που είχαν εμφανιστεί, αλλά και για την αντιμετώπιση της κανονικής πληρώσεως του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως. Η Σύνοδος αναγνωρίστηκε ως Οικουμενική από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο το 451 στη Χαλκηδόνα. Η Β΄ Οικουμενική επρόκειτο να δώσει οριστικό τέλος στα υπολείμματα της διδασκαλίας των αρειανοφρόνων (Ευνόμιο), να καταδικάσει την αιρετική διδασκαλία του Απολιναρίου και των Μακεδονιανών. Στη Σύνοδο μετείχαν εκατό πενήντα ανατολικοί επίσκοποι. Ανάμεσα τους ήταν ο Γρηγόριος Νύσσης, αδερφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο Αμφιλόχιος Ικονίου, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Διόδωρος Ταρσού και πολλοί άλλοι. Ο Μέγας Βασίλειος αν και είχε κοιμηθεί στις 31 Δεκεμβρίου του 378, εντούτοις είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη Σύνοδο εξαιτίας της διδασκαλίας του. Η τελευταία ήταν σημαντικό όπλο στη φαρέτρα της Β΄ Οικουμενικής για την αντιμετώπιση των αιρέσεων.
 Πρόβλημα προέκυψε και με την άσκηση της προεδρίας της Συνόδου. Κατά τη σύγκληση της συνόδου ο μόνος κενός θρόνος ήταν ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως μετά την απομάκρυνση του αιρετικού Δημοφίλου και την αντικανότητα της εκλογής του Μαξίμου του Κυνικού[6]. Πρόεδρος αρχικά της Συνόδου ορίστηκε ο Μελέτιος Αντιοχείας, ο οποίος πέθανε λίγο αμέσως μετά την έναρξη των εργασιών της Συνόδου. Στη συνέχεια εκλέχτηκε πρόεδρος της Συνόδου και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Γρηγόριος Θεολόγος. Παραιτήθηκε, όμως, και από τον Πατριαρχικό θρόνο της Βασιλεύουσας, αλλά και από την προεδρία της Συνόδου, γιατί δεν μπορούσε να υποφέρει τις αντιδράσεις μερικών επισκόπων για την ειρηνική πολιτική του, αλλά και τις αμφισβητήσεις τους σχετικά με την κανονικότητα της εκλογής του. Οι αντίπαλοί του έλεγαν ότι η εκλογή του ήταν άκυρη. Το αιτιολογικό ήταν ότι ο Γρηγόριος είχε ακούσια χειροτονηθεί από το Μ. Βασίλειο επίσκοπος Σασίμων, στο παρελθόν. Δεν είχε ποτέ ασκήσει τα καθήκοντά του ως επίσκοπος. Οι αντίπαλοί του θεωρούσαν λοιπόν ότι αυτό ήταν εμπόδιο στην εκλογή του ως πατριάρχης. Ο Γρηγόριος αποφασίζει να παραιτηθεί. Διαμόρφωσε, ως πρώτα  την πορεία της Συνόδου, η οποία τώρα πια δε θα ασχολούνταν μόνο με τις κανονικές αλλά και θεολογικές προϋποθέσεις της ενότητας και της ειρήνης της Εκκλησίας με κριτήριο τη θεολογική ερμηνεία της πίστεως με βάση τη διδασκαλία τόσο του ιδίου, όσο και του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου Νύσσης.
Η Σύνοδος καταδίκασε τον Απολλινάριο, τον Ευνόμιο, τον Μακεδόνιο και τις διδασκαλίες τους. Αναγνώρισε το Συμβολο της Νίκαιας (325), στο οποίο πρόσθεσε και άλλα πέντε δογματικά άρθρα. Το Συμβολο αυτό έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως Συμβολο της Νίκαιας - Κωνσταντινουπόλεως (η με απλά λόγια το συμβολο αυτό είναι το γνωστό σε όλους τους Χριστιανούς ως Πιστεύω). Η Σύνοδος τελείωσε τις εργασίες της στις 30 Ιουλίου του 381. Εξέδωσε δε τους παρακάτω κανόνες: 

Κανὼν Α'
Ὥρισαν οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει συνελθόντες ἅγιοι Πατέρες, μὴ ἀθετεῖσθαι τὴν πίστιν τῶν Πατέρων τῶν τριακοσίων δέκα ὀκτώ, τῶν ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας συνελθόντων· ἀλλὰ μένειν ἐκείνην κυρίαν, καὶ ἀναθεματισθῆναι πᾶσαν αἵρεσιν· καὶ εἰδικῶς τὴν τῶν Εὐνομιανῶν, εἴτ' οὖν Εὐδοξιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἡμιαρείων, εἴτ' οὖν Πνευματομάχων, καὶ τὴν τῶν Σαβελλιανῶν,καὶ τὴν τῶν Μαρκελλιανῶν, καὶ τὴν τῶν Φωτεινιανῶν, καὶ τὴν τῶν Ἀπολλιναριστῶν.
Κανὼν Β'
Τοὺς ὑπὲρ διοίκησιν ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησίαις μὴ ἐπιέναι, μηδὲ συγχέειν τὰς ἐκκλησίας· ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας, τὸν μὲν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν· τοὺς δὲ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τὴν Ἀνατολὴν μόνην διοικεῖν· φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατὰ Νίκαιαν πρεσβείων τῇ Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ· καὶ τοὺς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὰ κατὰ τὴν Ἀσιανὴν μόνον διοικεῖν· καὶ τοὺς τῆς Ποντικῆς, τὰ τῆς Ποντικῆς μόνον· καὶ τοὺς τῆς Θρᾴκης τὰ τῆς Θρᾳκικῆς μόνον οἰκονομεῖν. Ἀκλήτους δὲ ἐπισκόπους ὑπὲρ διοίκησιν μὴ ἐπιβαίνειν ἐπὶ χειροτονίᾳ, ἤ τισιν ἄλλαις οἰκονομίαις ἐκκλησιαστικαῖς. Φυλαττομένου δὲ τοῦ προγεγραμμένου περὶ τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τὰ καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατὰ τὰ ἐν Νικαίᾳ ὡρισμένα. Τὰς δὲ ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἔθνεσι τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίας, οἰκονομεῖσθαι χρὴ κατὰ τὴν κρατήσασαν συνήθειαν τῶν Πατέρων.
 
Κανὼν Γ'
Τὸν μέν τοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην.
 
Κανὼν Δ'
Περὶ Μαξίμου τοῦ Κυνικοῦ, καὶ τῆς κατ’ αὐτὸν ἀταξίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης· ὥστε μήτε Μάξιμον ἐπίσκοπον ἢ γενέσθαι, ἢ εἶναι, μήτε τοὺς παρ' αὐτοῦ χειροτονηθέντας, ἐν οἱῳδήποτε βαθμῷ κλήρου· πάντων καὶ τῶν περὶ αὐτὸν, καὶ τῶν παρ' αὐτοῦ γενομένων ἀκυρωθέντων.
 
Κανὼν Ε'
Περὶ τοῦ τόμου τῶν δυτικῶν, καὶ τοὺς ἐν Ἀντιοχείᾳ ἀπεδεξάμεθα, τοὺς μίαν ὁμολογοῦντας Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος Θεότητα.
 
Κανὼν ΣΤ'
Ἐπειδὴ πολλοὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν συγχεῖν καὶ ἀνατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως καὶ συκοφαντικὼς αἰτίας τινὰς κατὰ τῶν οἰκονομούντων τάς ἐκκλησίας ὀρθοδόξων ἐπισκόπων συμπλάσσουσιν, οὐδὲν ἕτερον, ἢ χραίνειν τὰς τῶν ἱερέων ὑπολήψεις, καὶ ταραχὰς τῶν εἰρηνευόντων λαῶν κατασκευάζειν ἐπιχειροῦντες· τούτου ἕνεκεν ἤρεσε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων ἐπισκόπων, μὴ ἀνεξετάστως προσίεσθαι τοὺς κατηγόρους, μηδὲ πᾶσιν ἐπιτρέπειν τάς κατηγορίας ποιεῖσθαι κατὰ τῶν οἰκονομούντων τὰς ἐκκλησίας, μηδὲ μὴν πάντας ἀποκλείειν. Ἀλλ' εἰ μέν τις οἰκείαν τινὰ μέμψιν, τουτέστιν ἰδιωτικήν, ἐπαγάγοι τῷ ἐπισκόπῳ ὡς πλεονεκτηθείς, ἢ ἄλλο τι παρὰ τὸ δίκαιον παρ' αὐτοῦ πεπονθώς, ἐπὶ τῶν τοιούτων κατηγοριῶν μὴ ἐξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον τοῦ κατηγόρου, μήτε τὴν θρησκείαν. Χρὴ γὰρ παντὶ τρόπῳ, τό τε συνειδὸς τοῦ ἐπισκόπου ἐλεύθερον εἶναι, καὶ τὸν ἀδικεῖσθαι λέγοντα, οἵας ἂν ᾖ θρησκείας, τῶν δικαίων τυγχάνειν. Εἰ δὲ ἐκκλησιαστικὸν εἴη τὸ ἐπιφερόμενον ἔγκλημα τῷ ἐπισκόπῳ, τότε δοκιμάζεσθαι χρὴ τῶν κατηγορούντων τὰ πρόσωπα· ἵνα, πρῶτον μὲν αἱρετικοῖς μὴ ἐξῇ κατηγορίας κατὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ποιεῖσθαι. Αἱρετικοὺς δὲ λέγομεν, τούς τε πάλαι τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρυχθέντας, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα ὑφ' ἡμῶν ἀναθεματισθέντας· πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις. Ἔπειτα δέ, καὶ εἴ τινες τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἐπὶ αἰτίαις τισὶ προκατεγνωσμένοι εἶεν καὶ ἀποβεβλημένοι, ἢ ἀκοινώνητοι, εἴτε ἀπὸ κλήρου, εἴτε ἀπὸ λαϊκοῦ τάγματος, μηδὲ τούτοις ἐξεῖναι κατηγορεῖν ἐπισκόπου, πρὶν ἂν τὸ οἰκεῖον ἔγκλημα πρότερον ἀποδύσωνται. Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μὴ πρότερον εἶναι δεκτοὺς εἰς ἐπισκόπου κατηγορίαν, ἢ ἑτέρων κληρικῶν, πρὶν ἂν ἀθώους ἑαυτοὺς τῶν ἐπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδείξωσιν ἐγκλημάτων. Εἰ μέντοι τινὲς μήτε αἱρετικοί, μήτε ἀκοινώνητοι εἶεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ἢ προκατηγορημένοι ἐπί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δὲ ἔχειν τινὰ ἐκκλησιαστικὴν κατὰ τοῦ ἐπισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει ἡ ἁγία σύνοδος, πρῶτον μὲν ἐπὶ τῶν τῆς ἐπαρχίας πάντων ἐπισκόπων ἐνίστασθαι τάς κατηγορίας, καὶ ἐπ' αὐτῶν ἐλέγχειν τὰ ἐγκλήματα τοῦ ἐν αἰτίαις τισὶν ἐπισκόπου· εἰ δὲ συμβαίη ἀδυνατῆσαι τοὺς ἐπαρχιώτας πρὸς διόρθωσιν τῶν ἐπιφερομένων ἐγκλημάτων τῷ ἐπισκόπῳ, τότε αὐτοὺς προσιέναι μείζονι συνόδῳ, τῶν τῆς διοικήσεως ἐκείνης ἐπισκόπων ὑπὲρ τῆς αἰτίας ταύτης συγκαλουμένων· καὶ μὴ πρότερον ἐνίστασθαι τὴν κατηγορίαν, πρὶν ἢ ἐγγράφως αὐτοὺς τὸν ἴσον αὐτοῖς ἐπιτιμήσασθαι κίνδυνον, εἴπερ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων ἐξετάσει συκοφαντοῦντες τὸν κατηγορούμενον ἐπίσκοπον ἐλεγχθεῖεν. Εἰ δέ τις καταφρονήσας τῶν κατὰ τὰ προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ἢ βασιλικὰς ἐνοχλεῖν ἀκοάς, ἢ κοσμικῶν ἀρχόντων δικαστήρια, ἢ οἰκουμενικὴν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ἀτιμάσας τοὺς τῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὸν τοιοῦτον τὸ παράπαν εἰς κατηγορίαν μὴ εἶναι δεκτόν, ὡς καθυβρίσαντα τοὺς κανόνας, καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν λυμηνάμενον εὐταξίαν.
Κανὼν Ζ'
Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν, καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μὲν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰς ῥίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου. Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις· (ἐπειδὴ πολλοί εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ' αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾷν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
Κανὼν Η'
Οἱ καταδύσει μιᾷ βαπτιζόμενοι Εὐνομιανοί, Σαβελλιανοί, καὶ Φρύγες, ὡς Ἕλληνες δεχέσθωσαν. Οὗτοι καὶ βαπτίζονται, καὶ χρίονται, ὅτι ὡς Ἕλληνες παραδέχονται· καὶ καιρὸν ἱκανὸν πρὸ τοῦ βαπτίσματος κατηχοῦνται, καὶ τῶν θείων γραφῶν ἀκροῶνται.
 

[1] Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β', Αθήνα 1990, σ. 533.
[2] Μεταφυσικά 1039α 9-10.
[3] Βλ. Ἰω. Φειδᾶ, Εκκλησιαστική Ιστορία Α', Ἀθήνα1992, σ. 585.
[4]  Ὁ Γρηγόριος ο Θεολόγος εἶχε γράψει στήν Ἐπιστολή του (101, 32): «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον, ὅ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τούτο καί σώζεται».
[5] Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β', Ἀθήνα 1990, σσ. 536, 537.
[6] Βλ. Ἰω. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α', Ἀθήνα 1992, σ. 521.

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔΟΥ


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔΟΥ


 

Η έκτη κατά σειρά Κυριακή μετά το Άγιο Πάσχα είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η σύνοδος συνήλθε κατά πρόσκληση του Μέγα Κωνσταντίνου κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του. Διακριθείσες μορφές της συνόδου ήταν ο Αλέξανδρος ο Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος ο Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Ιεροσολύμων, ο Παφνούτιος, ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Νικόλαος, κ.α.Η Α' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και τον Αρειανισμό. Διατύπωσε τους πρώτους όρους ορθού Χριστιανικού δόγματος και ιδιαίτερα τα περί του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό, ως ομοούσιον τω Θεώ Πατρί.
Συνέταξε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.
Επίσης αποφάσισε τους κάτωθι ιερούς Κανόνες:

Κανών Α': Καταδικάζει τη συνήθεια του οικειοθελούς ευνουχισμού και απαγορεύει τη χειροτονία ευνουχισμένων, πλην όσων για ιατρικούς λόγους ή λόγω βασανιστηρίων εξετμήθησαν.
Κανών Β': Απαγορεύει τη χειροτονία ως κληρικών στα νέα μέλη (νεόφυτοι) της εκκλησίας.
Κανών Γ': Καταδικάζει την συνήθεια των κληρικών όλων των βαθμών να συζούν με νεαρές γυναίκες τις οποίες δεν είχαν παντρευτεί (συνείσακτοι).
Κανών Δ' - Ε': Εισάγεται το «μητροπολιτικό σύστημα», το οποίο ίσχυε στην οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και καθορίζουν την αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου στη χειροτονία των επισκόπων.
Κανών ΣΤ': Αναγνωρίζει κατ' εξαίρεση το αρχαίο έθος της συγκεντρωτικής δικαιοδοσίας του επισκόπου της Αλεξάνδρειας στις εκκλησίες της Αιγύπτου, Λιβύης και Πεντάπολης —όπως συνέβαινε και με την εκκλησία της Ρώμης—, ενώ εξαιρεί τη Ρώμη και την Αντιόχεια από το γενικό μέτρο του μητροπολιτικού συστήματος.
Κανών Ζ': Ορίζεται ότι ο επίσκοπος Αιλίας (δηλ. Ιερουσαλήμ) να είναι ο επόμενος στη σειρά απόδοση τιμών.
Κανών Η': Ορίζει τον τρόπο επιστροφής στην εκκλησία της Αιγύπτου των λεγόμενων «Καθαρών» (Μελιτιανό σχίσμα).
Κανών Θ': Αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων των οποίων δεν εξετάστηκαν τα προσόντα ή οι οποίοι δεν παραμένουν άμεμπτοι.
Κανών Ι': Καταδικάζει τη χειροτονία πεπτωκότων.
Κανών ΙΑ' - ΙΒ': Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανών ΙΓ': Δέχεται ότι είναι δυνατόν να παρασχεθεί Θεία Ευχαριστία επί της επιθανατίου κλίνης.
Κανών ΙΔ': Ορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανών ΙΕ' - ΙΣΤ': Καταδικάζεται η επιδίωξη κληρικών για μετάθεση σε άλλες εκκλησίες.
Κανών ΙΖ': Καταδικάζει την πλεονεξία και αισχροκέρδεια των κληρικών που προέρχεται από τον έντοκο δανεισμό.
Κανών ΙΗ': Απαγορεύει στους διακόνους να μεταδίδουν και να αγγίζουν τη Θεία Ευχαριστία πριν από τους πρεσβυτέρους, και δεν επιτρέπεται το να κάθονται μεταξύ των πρεσβυτέρων.
Κανών Κ': Απαγορεύει τη γονυκλισία στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και την ημέρα της Πεντηκοστής.

Επιπρόσθετα καθορίστηκε η κοινή ημέρα εορτασμού του Πάσχα.
Τα συμπεράσματα της συνόδου υπογράφηκαν από περισσότερους από 318 και ο αριθμός αυτός επικράτησε για συμβολικούς λόγους. Οι επίσκοποι που ήταν παρόντες στη σύνοδο συνοδεύονταν από κατώτερους κληρικούς.
Στο ιερό Ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ακούμε ένα τμήμα της λεγομένης αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας. Μιας προσευχής συγκλονιστικής που έκανε ο Κύριος μπροστά στους μαθητές του τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ. Εκεί στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά το Μυστικό Δείπνο ο Κύριος, αφού ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε:
Πάτερ, ήλθε η ώρα να θυσιασθώ για τη σωτηρία του κόσμου. Δέξου τη θυσία μου αυτή και δόξασε τον Υιό σου, για να Σε δοξάσει και ο Υιός σου, για να λυτρώσει όσους πίστεψαν σ’ Αυτόν και να τους προσφέρει την αιώνια ζωή. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι πιστοί Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και Εμένα που με έστειλες στον κόσμο.
Εγώ Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία που θα προσφέρω σε λίγο πάνω στο σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω. Και τώρα που θα φύγω από τον κόσμο αυτό, δόξασέ με και ως άνθρωπο εσύ, Πάτερ, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος.
Μέσα στη συγκλονιστική αυτή αρχιερατική προσευχή ακούμε τον Κύριο πολλές φορές να μιλάει για τη δόξα Του. Σε ποια όμως δόξα αναφέρεται; Όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, ο Κύριος αναφέρεται στη δόξα της σταυρικής του θυσίας που θα ακολουθήσει. Βέβαια ο Κύριος δοξάστηκε και με τα εκπληκτικά θαύματά Του, με την αγία ζωή Του, με την απαράμιλλη διδασκαλία Του, με την Ανάστασή του και την Ανάληψή του.
Όμως η μεγαλύτερη δόξα του Κυρίου μας δεν πραγματοποιήθηκε σ’ αυτές τις στιγμές του θριάμβου, αλλά στις τραγικότερες και πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής του. Ο Κύριός μας ανήλθε στην κορυφή του μεγαλείου του όταν ανυψώθηκε στην κορυφή του Γολγοθά και αποκάλυψε στους ανθρώπους το ανυπέρβλητο ύψος της αρετής Του. Μιας αρετής που ακτινοβόλησε στον ουρανό, στη γη και τα καταχθόνια. Διότι ο Κύριός μας πάνω στο σταυρό αποκάλυψε στο μεγαλύτερο βαθμό την τέλεια αγάπη Του για τα πλάσματά του. Εκεί στην τρομερή αγωνία του Πάθους έδειξε τη βασιλική του μεγαλειότητα. Με ανεξικακία και υπομονή δοκίμασε όχι μόνο τους αφόρητους πόνους του μαρτυρίου, αλλά και σήκωσε με εγκαρτέρηση το αβάστακτο βάρος των αμαρτιών μας. Ο Σταυρός του έγινε το υψηλότερο βήμα της ανθρωπότητας, που διακηρύττει μία δόξα άφθαστη. (Επιγραφή σε Σταυρό: Ο Βασιλεύς της δόξης).
Σε τέτοιου είδους δόξα όμως ο Κύριος καλεί και όλους εμάς. Διότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι για τη δόξα. Δυστυχώς όμως αναζητούμε την καταξίωσή μας σε λάθος δρόμο: στη ματαιότητα, στα τάλαντα, στην εξουσία, στην αναγνώριση. Αυτή όμως η κοσμική καταξίωση είναι ψεύτικη, φευγαλέα. Η αληθινή δόξα βρίσκεται στο δρόμο της θυσίας, στην κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου μας. Υψωνόμαστε όταν θυσιαζόμαστε, όταν υπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, συκοφαντίες, αδικίες, όταν ξέρουμε να συγχωρούμε και να ευεργετούμε, όταν σταυρώνουμε καθημερινά τον εαυτό μας και τα πάθη του.
Η ενότητα των πιστών.
Στην συνέχεια της αρχιερατικής του προσευχής ο Κύριος προσεύχεται για τους μαθητές του και για όλους του πιστούς. Πάτερ άγιε, λέει, εγώ φανέρωσα το όνομά Σου στους ανθρώπους που μου εμπιστεύθηκες. Απεκάλυψα σ’ αυτούς τις αλήθειες που μου έδωσες. Και αυτοί δέχθηκαν τον λόγο σου και πίστεψαν ότι όλα όσα έχω από Σένα προέρχονται και ότι εγώ από Σένα γεννήθηκα. Τη στιγμή αυτή Σε παρακαλώ για εκείνους που μου έδωσες. Εγώ δεν θα είμαι πλέον σωματικώς στον κόσμο. Αυτοί όμως θα είναι. Όσο ήμουν μαζί τους τους φύλαξα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική σου δύναμη, ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους. Να είναι ενωμένοι, όπως κι εμείς είμαστε ένα.
Στο δεύτερο αυτό τμήμα της αρχιερατικής προσευχής του ο Κύριος προσεύχεται για όλους τους μαθητές του, ώστε να έχουν μεταξύ τους ενότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία του Κυρίου κατά τη συγκλονιστική αυτή ώρα. Να μένουμε όλοι οι πιστοί ενωμένοι μαζί του και μεταξύ μας μέσα στην αγία του Εκκλησία. Και γιατί το επιθυμεί αυτό ο Κύριος τόσο πολύ; Διότι γνώριζε ότι οι αιρετικοί ως λύκοι άγριοι θα ορμήσουν να καταπληγώσουν το σώμα της και θα το κομματιάσουν. (σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα). Και προσεύχεται για την ενότητα των πιστών, διότι γνωρίζει ότι όταν οι Χριστιανοί χάσουν την ενότητα της πίστεως, χάνουν και τη Χάρη του Θεού, συγκεκριμένα ότι όλοι οι αιρετικοί, Παπικοί, Προτεστάντες και τόσοι άλλοι, δεν είναι μέλη της μίας αγίας Εκκλησίας, και γι’ αυτό δεν έχουν τη Χάρη του Θεού, δεν έχουν πραγματικά Μυστήρια, δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά είναι αιρετικές ομάδες. Όλοι αυτοί έχουν απομακρυνθεί από τον Χριστό και την αλήθεια του. Και δεν μπορούν να φθάσουν στον αγιασμό και στη θέωση έξω από τη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία.
Την αλήθεια αυτή τη γνώριζαν πολύ καλά οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό και πολέμησαν δυναμικά τον αιρεσιάρχη Άρειο. Διότι κατανοούσαν ότι όποιος δεν είναι ενωμένος με την Εκκλησία, είναι στην πλάνη, είναι στο σκοτάδι, είναι επικίνδυνος. Αυτή την παρακαταθήκη άφησαν και σε μας: να μένουμε άρρηκτα ενωμένοι με τον Χριστό μας και την Εκκλησία του. Διότι ή είσαι ενωμένος με τον Χριστό και ανήκεις στη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία ή είσαι αιρετικός, οπότε είσαι εκτός της Εκκλησίας.
Παραθέτουμε το
ποίημα του Γεωργίου Νικομηδείας, που αποτελεί κ' ένα από τά καλύτερα μαθήματα της παραδόσεως της βυζαντινής μουσικής, και που ψάλλεται σε ήχο πλάγιο του τετάρτου:
Τών αγίων Πατέρων ο χορός,
εκ των της οικουμένης περάτων συνδραμών,
Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίoυ,
μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν•
και το μυστήριον της Θεολογίας,
τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία.
Ους ευφημούντες εν πίστει,
μακαρίσωμεν λέγοντες•
Ω θεία παρεμβολή,
θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου•
αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος•
της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι•
τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου•
τα πάγχρυσα στόματα του Λόγου•
Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα•
εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Ο Θείος έρως κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο

Ο Θείος έρως κατά τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
 
Η πρώτη καί μεγάλη εντολή είναι η αγάπη πρός τόν Θεό καί η δεύτερη η αγάπη πρός τόν πλησίον. Δέν είναι δυνατόν νά αγαπά κανείς τόν Θεό καί νά μήν ενδιαφέρεται γιά τόν πλησίον του, αλλά ούτε νά αγαπά τόν πλησίον καί νά αγνοή τόν Θεό. Η ζωή τού Χριστιανού χαρακτηρίζεται από τήν κατακόρυφη διάσταση πρός τόν Θεό καί τήν οριζόντια μέ τούς ανθρώπους. Τό ενδιαφέρον γιά τούς ανθρώπους δέν προέρχεται από κάποια κοινωνική καί πολιτική ιδεολογία καί από έναν ουμανιστικό αλτρουϊσμό, αλλά είναι έκφραση τής αγάπης πρός τόν Θεό καί τήν αίσθηση τής αγάπης τού Θεού πρός τόν άνθρωπο.
Μεγάλη σημασία στήν Χριστιανική ζωή έχει η αγάπη πρός τόν Θεό. Όποιος αγαπά τόν Θεό αγαπά καί ό,τι αγαπά ο Θεός. Αυτήν τήν αγάπη οι άγιοι Πατέρες τήν ονομάζουν έρωτα, καί, γιά νά τόν αντιδιαστείλουν από κάθε άλλο ψευδή έρωτα, κάνουν λόγο γιά θείο έρωτα. Σέ αυτόν τόν θείο έρωτα αναφέρεται πολλές φορές ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καί παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά του. Θά γίνη μιά μικρή αναφορά σέ αυτό τό θέμα γιά νά φανή καί εδώ ο συνδυασμός μεταξύ νηπτικότητας καί κοινωνικότητας πού παρητηρείται στήν διδασκαλία του.
Κατ αρχάς ομιλεί γιά τήν αγάπη τού Θεού πρός τόν άνθρωπο. Ένα από τά πιό χαρακτηριστικά χωρία του είναι εκείνο πού αναφέρεται στό έργο τού Χριστού. Θέτει στό στόμα τού Χριστού νά λέγη στόν άνθρωπο: «εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, πάν όπερ άν θέλης εγώ μηδενός εν χρεία καταστής…. εγώ καί φίλος, καί μέλος, καί κεφαλή, καί αδελφός, καί αδελφή, καί μήτηρ, πάντα εγώ μόνον οικείως έχε πρός εμέ. Εγώ πένης διά σέ καί αλήτης διά σέ επί σταυρού διά σέ επί τάφου διά σέ άνω υπέρ σού εντυγχάνω τώ Πατρί, κάτω υπέρ σού πρεσβευτής παραγέγονα παρά τού Πατρός. Πάντα μοί σύ, καί αδελφός, καί συγκληρονόμος, καί φίλος, καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;».
Σέ κάποια άλλη ομιλία του, μιλώντας γιά τήν επιθυμία τού Θεού νά μάς συνάψη μαζί Του, χρησιμοποιεί τήν εικόνα τού εραστού καί ονομάζει τόν Θεό εραστή. Ο Θεός ομοιάζει «καθάπερ τις εραστής σφοδρός, μάλλον δέ παντός εραστού σφοδρότερος ών». Ο Χριστιανός πού αποκτά αυτήν τήν αίσθηση τής αγάπης τού Χριστού, αγαπά περισσότερο τόν Θεό καί αυτή η αγάπη λέγεται έρως.
Στίς ομιλίες του κάνει λόγο γιά τόν έρωτα στά ανθρώπινα πράγματα καί πολλές φορές τόν συγκρίνει καί τόν αντιπαραβάλλει μέ τόν θείο έρωτα, τόν έρωτα πρός τόν Θεό.
 
Εκείνος πού ευφραίνεται μέ τόν Θεό αποβάλλει κάθε «βιωτικήν ηδονήν». Στήν πραγματικότητα υπερβαίνει τήν εγκόσμια ηδονή μέ τήν θεία ηδονή καί, όταν έχη αυτήν τήν ηδονή, δέν θέλει νά αισθάνεται άλλη σωματική καί εγκόσμια ηδονή.
 
Ο θείος έρωτας δέν είναι ανθρωπίνης προέλευσης, αλλά θεϊκής, γι αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομιλεί γιά τρώση τού ανθρώπου από τόν Θεό: «Ο γάρ τρωθείς τώ πρός τόν Θεόν πόθω…». Επομένως, ο θείος έρωτας δέν είναι ψυχολογικής προελεύσεως, ούτε αναμεμειγμένος μέ τόν σωματικό έρωτα, αλλά είναι ενέργεια τής Χάριτος τού Θεού, είναι άλλης προελεύσεως, είναι αποτέλεσμα τής καθαρότητος τού ανθρώπου καί τής αρπαγής τού νού του από τόν Θεό.
Υπάρχουν πολλές μορφές μέ τίς οποίες εκφράζεται ο έρωτας τού ανθρώπου πρός τόν Θεό. Μιά τέτοια μορφή είναι ο πόθος. Ο άνθρωπος αισθάνεται αφόρητο πόθο πρός τόν Θεό καί θέλει νά ενωθή μαζί Του, όπως τό είδαμε στό χωρίο πού παραθέσαμε πρό ολίγου: «Ο γάρ τρωθείς τώ πρός τόν Θεόν πόθω…». Ο θείος αυτός έρωτας είναι μιά «κατάσχεση»-κυρίευση από τόν πόθο τής ουράνιας Ιερουσαλήμ καί έρωτας τών αιωνίων αγαθών.
Ο πόθος αυτός εκφράζεται μέ πύρ - φωτιά. Ο άνθρωπος πού αγαπά τόν Θεό αισθάνεται μέσα του μιά φλόγα πού κατακαίει τήν καρδιά του. Σέ μιά ομιλία του αναφέρεται σέ αυτήν τήν πραγματικότητα. Λέγει: «Επειδάν τις πυρωθή τώ πρός τόν Θεόν πόθω,…». Τά λόγια τού Ψαλμωδού: «Εδίψησέ σε η ψυχή μου» θεωρούνται «πεπυρωμένης ψυχής ρήματα».
Τό πνευματικό αυτό πύρ τού έρωτος δημιουργεί θερμότητα στήν καρδιά. «Η γάρ τού πυρός εκείνου θερμότης εις τήν ψυχήν εισιούσα» διώχνει κάθε νωθρότητα καί κάνει τόν άνθρωπο νά περιφρονή όλα τά εγκόσμια. Ο άνθρωπος αυτός ζή διαρκώς μέ κατάνυξη καί δάκρυα «πηγάς συνεχείς αφιείς δακρύων, καί πολλήν εντεύθεν καρπούμενος τήν ηδονήν». Τά πεπυρωμένα αυτά δάκρυα ενώνουν τόν άνθρωπο μέ τόν Θεό, μέ αποτέλεσμα, ενώ κατοικεί μέσα στίς πόλεις, νά αισθάνεται ότι βρίσκεται στά όρη καί τά βουνά καί «ουδένα τών παρόντων ορών,...». Πρόκειται γιά μιά προσωπική του ασφαλώς εμπειρία.
Ερμηνεύοντας τό χωρίο τού ψαλμού «ερώ τώ Θεώ, αντιλήπτωρ μου εί», λέγει ότι τά ρήματα αυτά είναι ρήματα «ψυχής γάρ ζεούσης καί θερμής καί διακαιομένης υπό τού πόθου».
Ο θείος αυτός έρως είναι συνεχής καί αδιάλειπτος, «ακμάζει διηνεκώς καί ανθεί» καί δέν γνωρίζει γεράματα, ούτε δέχεται τήν παλαιότητα, ούτε κάποια μεταβολή καί τροπή τού μέλλοντος. Οι άγιοι διακατέχονταν από αυτόν τόν θείο έρωτα καί γι αυτό δέν αισθάνονταν κατάνυξη μιά, δυό ή τρείς ημέρες, «αλλά καί διηνεκώς καί καθ εκάστην ημέραν ερώντες διετέλουν μετ ευλαβείας, καί τήν αγάπην επέτεινον».
Ένας τέτοιος πνευματικός έρωτας δέν είναι ανυπόστατος καί απρόσωπος, αλλά συνδέεται στενά μέ τό πρόσωπο τού Χριστού. Εκείνος πού θά καταληφθή από αυτόν τόν πόθο δέν βλέπει κανένα άλλον, «αλλά διηνεκώς εκείνον φαντάζεται τόν ποθούμενον, καί εν νυκτί, καί εν ημέρα, καί κοιταζόμενος, καί διανιστάμενος». Ο θείος αυτός έρωτας δέν έχει μεταπτώσεις, αλλά είναι «άπειρος, ατελεύτητος».
Η αγάπη - έρωτας πρός τόν Θεό έχει καί πολλές συνέπειες γιά τόν ερωμένο, αφού μετατρέπει ολόκληρη τήν ύπαρξή του καί τήν φέρει σέ σχέση καί κοινωνία μέ τόν Θεό, καί ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται ναός τού Παναγίου Πνεύματος.
Εκείνος πού ευφραίνεται μέ τόν Θεό αποβάλλει κάθε «βιωτικήν ηδονήν». Στήν πραγματικότητα υπερβαίνει τήν εγκόσμια ηδονή μέ τήν θεία ηδονή καί, όταν έχη αυτήν τήν ηδονή, δέν θέλει νά αισθάνεται άλλη σωματική καί εγκόσμια ηδονή. Αυτή η θεία ηδονή καθιστά τόν άνθρωπο «μετάρσιον» καί «πρός ουρανόν πτεροί» αυτόν.
Έπειτα, εκείνος πού καταλαμβάνεται από αυτόν τόν έρωτα καί τρέφεται μέ τίς ελπίδες τών αιωνίων αγαθών δέν καταποντίζεται σέ κανένα από τά παρόντα, ούτε παρασύρεται από τά λυπηρά τού παρόντος βίου. Η ψυχή πού πυρώνεται από τό θείο πύρ δέν επιθυμεί τίποτε τό εγκόσμιο. «Όταν πυρωθή ψυχή τώ πυρί τώ θείω, πρός ουδέν τών εν τή γή λοιπόν ορά, ου πρός δόξαν, ου πρός αισχύνην, αλλ ενός εστι μόνου, τής κατεχούσης αυτήν φλογός». Μάλιστα σέ μιά άλλη ομιλία του κάνει λόγο γιά τό ότι, όταν η ψυχή τού ερωμένου βαφή γνησίως από τόν θείο έρωτα, τότε «πρός ουδέν επιστρέφεται τών παρόντων».
Ακόμη, εκείνος πού αγαπά τόν Θεό τηρεί τίς εντολές Του όχι από τόν φόβο καί τήν απειλή τής κολάσεως, ούτε από τήν υπόσχεση τής Βασιλείας τών Ουρανών, αλλά «διά τόν νομοθετήσαντα», γιά τήν αγάπη τού νομοθέτου.
Όλες αυτές οι εκφράσεις πού χρησιμοποιεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος καί η ανάλυση τού θείου έρωτος, πού κάνει σέ διάφορες ομιλίες του πρός τό ποίμνιό του, δείχνουν ότι ο ίδιος είχε καταληφθή από αυτόν τόν θείο πόθο καί τόν πνευματικό έρωτα, η ψυχή του καί όλη η ύπαρξή του ήταν πεπυρακτωμένη από τό πνευματικό καί ουράνιο πύρ έτσι εξηγείται η όλη δράση του, αλλά καί οι ομιλίες του πού είναι απαύγασμα αυτού τού ουρανίου πόθου. Συγχρόνως δείχνει ότι μέ αυτό τό πρίσμα καί μέ αυτό τό «πνεύμα» ήθελε νά διαπαιδαγωγήση τούς Χριστιανούς, ακόμη καί αυτούς πού κατοικούσαν μέσα στίς πόλεις καί εργάζονταν τά συνήθη επαγγέλματα στούς οποίους συνήθως ομιλούσε. Γνώριζε ότι μέσα από τόν θείο έρωτα μπορεί νά αντιμετωπισθούν κατά τόν καλύτερο τρόπο όλα τά προσωπικά καί κοινωνικά προβλήματα.
 

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Ταπείνωση

Ταπείνωση
 Μπορεί κάποιος να μιλάει για τις αμαρτίες του και να είναι υπερήφανος κι άλλος να μιλάει για τις αρετές του και να είναι ταπεινός.
 Γέροντας Πορφύριος
                                  * * * * * * * *

Η πίστη οδηγεί τον άνθρωπο στο φόβο. Ποιό φόβο; Να φοβάται την αμαρτία. Να φοβάται να μη λυπήσει τον Θεό. Ο φοβούμενος ταπεινώνεται. Και εκείνος που είναι ταπεινός έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα.
  Γέροντος Φιλόθεος
                                   * * * * * * *

   Κάθε πρωΐ ο Θεός ευλογεί τον κόσμο με το ένα χέρι, άλλ' όταν ιδή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί με τα δυο Του χέρια. εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ο μεγαλύτερος απ'όλους.
 Γέροντας Τύχων
                                     * * * * * * *
   
Ο άνθρωπος που έχει εγωισμό δεν ελκύει κανέναν. Και αν κάποιον ελκύσει, γρήγορα θα απομακρυνθεί. Ο πνευματικός σύνδεσμος γίνεται αδιάλυτος, μόνο όταν συναντήσει παιδικό πνεύμα,αθωότητα και αγιασμό.
Γέροντας Αμφιλόχιος
                                       * * * * * *

   Χωρίς ταπείνωση ο άνθρωπος δεν βλέπει Θεού πρόσωπο. Ταπείνωση για το σώμα είναι η νηστεία, η αγρυπνία, η σκληραγωγία,και γενικά η άσκηση. Ταπείνωση για την ψυχή είναι η αφάνεια,. Άσκηση λοιπόν και αφάνεια. Ιδού τα μέσα που κρατούν σε ταπείνωση και το σώμα και την ψυχή. Και ο μοναχός αυτό ακριβώς κάνει.Ταπεινώνει δια της ασκήσεως το σώμα και δια της αφάνειας την ψυχή.
Γέροντας Ιωήλ
                               * * * * * * *

   Η πραγματική ευτυχία δεν είναι τα αξιώματα και οι αναπαύσεις του σώματος. Η πραγματική ευτυχία είναι η αρετή. Όσοι αγωνίζονται να αποκτήσουν τις αρετές, να εφαρμόσουν τις εντολές του Θεού, αυτοί είναι οι πραγματικά ευτυχείς.
Γέροντας Φιλόθεος
                                         * * * * * * *

    Παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει, να κάνετε προσευχή για μένα, διότι και εγώ, πολύ ταπεινά, έκανα προσευχή για 'σας, αλλά όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πει: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να πω: Δεν είμαι άξιος, Κύριε, για ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνω. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού.
Γέροντας Πορφύριος
                               * * * * * * * *


    Αν δεις φως μέσα σου ή γύρω σου, μην πιστέψεις σ' αυτό αν δεν έχεις συγχρόνως κατάνυξη για τον Θεό και αγάπη για τον πλησίον. Μη φοβηθείς όμως, αλλά ταπείνωσε τον εαυτό σου και το φως εκείνο θα εξαφανιστεί.
Γέρονtας Σωφρόνιος
                                      * * * * * * *


   Εκείνος που αγωνίζεται πολύ καιρό και δεν βλέπει πνευματική πρόοδο , υπάρχει υπερηφάνεια και εγωισμός.Πνευματική πρόοδος υπάρχει εκεί που υπάρχει πολύ ταπείνωση.
Γέροντας Παΐσιος
                              * * * * * * * *

  Η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον παράδεισο στη γη και από τη γη προσπαθεί να μας πάει στη κόλαση.
Γέροντας Παΐσιος
                                  * * * * * * * *


   Να είμαστε σε όλα ταπεινοί, στη σκέψη, στα λόγια, στη συμπεριφορά. Ποτέ να μην παρουσιαστούμε στον Θεό και να πούμε: '' Έχω αρετές.'' Ο Θεός δεν θέλει την αρετή μας.Πάντα να παρουσιάζεσαι στον Θεό ως αμαρτωλός χωρίς, όμως, απελπισία, αλλά ''θαρρόν εις τον έλεος της ευσπλαχνίας Του''. Αρκεί να βρούμε το μυστικό.
Γέροντας Πορφύριος
                                   * * * * * * *


   Η απλότητα είναι αγία ταπείνωση,δηλαδή απόλυτη εμπιστοσύνη στον Χριστό. Να δίνουμε στον Χριστό όλη μας την ζωή.
Γέροντας Πορφύριος
                                  * * * * * * * *


   Ο εγωιστής στενοχωριέται πολύ με το καθετί. Ο ταπεινός είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος απ'όλους και από όλα.
Γέροντας Πορφύριος