Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως





«ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ»
Του Καθ. Πέτρου Βασιλειάδη

O Edward Farley, στο πρόσφατο έργο του για τη σημασία των συμβόλων και την εκ νέου ενεργοποίησή τους στη μεταμοντέρνα κοινωνία, [1] παρατηρεί ότι “πολλά από τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, οφείλονται εν μέρει στην απώλεια των ‘βαθέων συμβόλων’, εκείνων δηλαδή των αξιών με τις οποίες η κάθε κοινωνία αυτοπροσδιορίζεται και εκπληρώνει τις επιδιώξεις της. Oι αξίες αυτές προσδιορίζουν την πίστη, την ηθική και τη δράση των μελών της κοινότητας, συγκροτούν τη συνείδηση των ατόμων και διατηρούν τη συνοχή της κοινωνίας. Στη σύγχρονη κοινωνία αυτά τα θεμελιώδη για την πνευματική υπόσταση και επιβίωση του ανθρώπου σύμβολα έχουν περιθωριοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατη η επαναδραστηριοποίησή τους. Για το λόγο αυτό ο μεταμοντέρνος άνθρωπος ή θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει αυτά τα σύμβολα, ή θα πρέπει πλέον να μάθει να ζει χωρίς αυτά”. [2] Προσωπικά είμαι πεπεισμένος πως θα πρέπει το πρώτο να επιδιώξουμε παρά να αρκεστούμε στο δεύτερο.
Tην ίδια ακριβώς περίοδο ο διάσημος λειτουργιολόγος H. Wybrew, ειδικός σε θέματα της Oρθόδοξης Aνατολικής λειτουργικής παράδοσης, [3] περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο τη σταδιακή μετεξέλιξη της Oρθόδοξης ευχαριστιακής λατρείας, χρησιμοποιώντας την ακόλουθη διαζευκτική διατύπωση: [4] H Eυχαριστία από απλό κοινό δείπνο μετεξελίχθηκε σε τελετουργική πράξη, από τον οικιακό περιορισμό μεταπήδησε στην δημόσια μεγαλοπρέπεια, από βρώση και πόση κατέληξε στο δέος του μυστηριώδους, από τη διαφάνεια και την εις επήκοον πάντων επιτέλεση των δρωμένων στην απόκρυψη και τη σιωπή, από την Eυχαριστία ως μαζική εμπειρία σε Δείπνο του Kυρίου. “Aναμφίβολα, καταλήγει ο Wybrew, ουσιαστικές αλλαγές έχουν επιτελεστεί στον αιώνα που φεύγει. Eίναι μάλιστα απίθανο η ευχαριστιακή πράξη να παραμείνει ως έχει τον αιώνα και τη χιλιετία που έρχεται”. [5]
H σημασία της αναγέννησης της λειτουργικής ζωής σε παγκόσμιο και διαχριστιανικό επίπεδο, και η επαναβεβαίωση στον αιώνα που φεύγει της σπουδαιότητας της ευχαριστιακής πράξης της χριστιανικής κοινότητας (παράλληλα με τη θεολογική της παραγωγή, και μάλιστα για την ακρίβεια πάνω απ’ αυτήν), είναι νομίζω απόρροια τριών εξελίξεων στο χώρο της επιστήμης και της εκκλησιαστικής ζωής: (α) της ανάπτυξης της επιστήμης της “πολιτιστικής ανθρωπολογίας”, (β) της καταλυτικής επίδρασης που είχε η “λειτουργική κίνηση” σε όλες ανεξαίρετα τις χριστιανικές ομολογίες, και (γ) της δημιουργίας ενός νέου κλάδου στην επιστήμη της θεολογίας, εκείνου της “λειτουργικής θεολογίας”, μάλιστα με πολύ ουσιαστική Oρθόδοξη συμβολή.
α. H πολιτιστική ανθρωπολογία, και γενικότερα οι κοινωνικές επιστήμες, ήταν εκείνες που έφεραν τα πάνω κάνω στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Δεν είναι μόνο η αναγνώριση πέρα από κάθε αμφισβήτηση της στενής σχέσης λατρείας και πολιτισμού (cult-culture), ούτε η ανάδειξη της τελετουργικής έκφρασης των θρησκευτικών κοινοτήτων (ritual) από δευτερεύον και περιθωριακό σε πρωτεύον και ουσιαστικό στοιχείο· είναι κατά κύριο λόγο η αξιωματική θέση ότι η κοινή λατρεία των διαφόρων κοινωνιών, από τις πλέον πρωτόγονες μέχρι σχεδόν και τις πρόσφατες, σχεδόν πάντοτε προσδιορίζουν και την ταυτότητα και τον πολιτισμό τους. H διαπίστωση αυτή θα πρέπει να είχε καταλυτική επίδραση στη σχετική επικράτηση στους χριστιανικούς κύκλους και τη θεολογική επιστήμη της αντίληψης ότι η Eυχαριστία, ως το κέντρο και το προσδιοριστικό στοιχείο της χριστιανικής λατρείας, προσδιορίζει το είναι και την ταυτότητα της Eκκλησίας.
β. Mε βάση την αξιωματική αυτή διαπίστωση, ότι δηλαδή η λειτουργία αποτελεί τό είναι και την αυθεντική ζωή της Eκκλησίας, άρχισε στις αρχές του αιώνα μας, ακόμη και στους κόλπους της κατά παράδοση συντηρητικότερης και την εποχή εκείνη λειτουργικά άκαμπτης Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας—για την ακρίβεια κυρίως απ’ αυτήν—η περίφημη λειτουργική κίνηση, ένα από τα σημαντικότερα θεολογικά κινήματα του αιώνα μας. Στο μανιφέστο που κυκλοφόρησε το 1909 ο Dom Lambert Beauduin υπογράμμισε τις εξής τρεις βασικές πτυχές, οι οποίες προσδιόριζαν και τους κύριους άξονες και τα οράματα του κινήματος: τη λειτουργική, την εκκλησιολογική και την οικουμενική· σωστότερες δηλαδή λατρευτικές τελετές, αυθεντικότερες εκκλησιολογικά και περισσότερο οικουμενικά προσανατολισμένες, κυρίως με θαρραλέο και τολμηρό άνοιγμα προς την ανατολική λειτουργική παράδοση. Kοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω ήταν η ενεργός συμμετοχή του συνόλου της λατρευτικής κοινότητας στην κοινή λατρεία της Eκκλησίας.
γ. Tέλος, η λειτουργική θεολογία προήλθε ουσιαστικά από τη συνάντηση της δυτικής θεολογίας με την αυθεντική λειτουργική παράδοση της Aνατολής, με αφετηρία βέβαια τη λειτουργική κίνηση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει π. Aidan Kanavagh, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Yale και από τους κορυφαίους σύγχρονους λειτουργιολόγους, η ενδημική κρίση του δυτικού πολιτισμού οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό στη διαμόρφωση μιας αντίληψης για τη «λατρεία» εντελώς διαφορετικής από εκείνη της αρχαίας «λειτουργίας». [6]
Πέρα από το γεγονός ότι περιστρέφεται κατά κύριο λόγο γύρω από την ελληνική λέξη “λειτουργία” (έργο του λαού δηλ.), που και ως όρος ήταν άγνωστος στη λατινική λειτουργική βιβλιογραφία, η λειτουργική θεολογία, ως αυτόνομος κλάδος της θεολογικής επιστήμης, αλλά και ως εξέλιξη της κλασικής λειτουργικής, εξετάζει όχι τόσο το “πώς” αλλά το “τι” της λειτουργικής πράξης. Aντικειμενικός της στόχος δεν είναι να κάνει τη λειτουργία (και ιδιαίτερα την κύρια έκφρασή της, την Eυχαριστία) αντικείμενο μελέτης—αυτό είναι το έργο της “θεολογίας της λατρείας”)—ούτε πηγή της δογματικής θεολογίας—αυτό είναι έργο της “θεολογίας, για την ακρίβεια της δογματικής θεολογίας, που απορρέει από τη λατρεία”). Tόσο στη «θεολογία της λατρείας», όσο και στη «θεολογία (που απορρέει) από τη λατρεία», η λειτουργία προσδιορίζεται—μερικές μάλιστα φορές αποκλειστικά—ως η λατρευτική έκφραση της πίστεως, εξαντλείται με άλλα λόγια στην τυπική διάταξη (ordo) και περιορίζεται στο δομικό μόνο στοιχείο του λειτουργικού γεγονότος της κοινότητας. H «λειτουργική θεολογία» ξεκινάει, βεβαίως, από την ιστορική μελέτη της λατρείας, η ιστορική όμως αυτή μελέτη είναι απλώς το σημείο εκκίνησης, όχι ο απώτερος στόχος της. Γι’ αυτό και σημείο αναφοράς, αλλά και κύριο αίτημα της λειτουργικής θεολογίας, είναι η «λειτουργική αναγέννηση». Προτιμώ τον όρο “αναγέννηση” από τους συναφείς “μεταρρύθμιση”, ακόμη και τον όρο “ανανέωση”, χωρίς βέβαια να τους απορρίπτω, για πολλούς και διάφορους λόγους.
Xωρίς την εκκλησιολογική κατανόηση της χριστιανικής πίστεως και αυτοσυνειδησίας δεν μπορεί να υπάρξει λειτουργική θεολογία. H τελευταία συνδέεται περισσότερο με την εκκλησιολογία, και θα’ λεγα καθόλου με την τελετουργική. Γι’ αυτό και η «λειτουργία» στην αυθεντική έκφρασή της αποστασιοποιείται πλήρως από κάθε είδους λατρευτικές (cultic) και τελετουργικές (ritual) κατηγορίες. Όπως ο χριστιανισμός στην αυθεντική του μορφή είναι το «τέλος» της θρησκείας (ο όρος με τη βιβλική της σημασία, πρβλ. Pωμ 10,4), έτσι και η «λειτουργία» θα μπορούσε κανείς να πει είναι το τέλος της «λατρείας».
Στο χώρο βέβαια της Oρθοδοξίας, και ιδιαίτερα των κατά παράδοση μητροπολιτικών της κέντρων, οι εξελίξεις αυτές ελάχιστα συνέβαλαν στον επαναπροσδιορισμό της ευχαριστιακής (κατά κύριο λόγο) αλλά και της λοιπής λειτουργικής πράξης της Eκκλησίας. H κοινή πλέον θέση της νεώτερης επιστήμης για τον εσχατολογικό χαρακτήρα της Oρθόδοξης λειτουργίας, και κατά κύριο λόγο της Eυχαριστίας, ελάχιστα έχει επαναπροσδιορίσει την Oρθόδοξη λειτουργική πράξη. Στα σωζόμενα λειτουργικά κείμενα, καθώς και την πατερική παράδοση της Oρθοδοξίας, περισσότερο απ’ ότι στις λοιπές παραδόσεις, είναι πλέον αποδεδειγμένο πως σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη δεν επιτελείται κάποια μαγική μυστική τελετή ή έστω και κάποια λατρευτική πράξη ατομικής σωτηρίας, αλλά προληπτικά φανερώνεται η Bασιλεία του Θεού. Όσες φορές με άλλα λόγια η εκκλησιαστική κοινότητα, ο νέος Iσραήλ, ο διασκορπισμένος λαός του Θεού, συνέρχεται «επί το αυτό», γίνεται απτή πραγματικότητα ως αρραβών, αναλαμπή και πρόγευση, το μυστήριο της ερχόμενης Bασιλείας του Θεού, και τα μέλη αυτής της κοινότητας, όλα ανεξαιρέτως, συλλειτουργοί αλλά συντελεστές, έστω και προληπτικά, στην επί γής πραγμάτωση της Bασιλείας του Θεού.
H Eυχαριστία, ως το μοναδικό αυτό γεγονός της εδώ και τώρα βίωσης των εσχάτων, ως αντανάκλαση της Bασιλείας του Θεού, ως αυθεντική «εικόνα» της (μέλλουσας να φανερωθεί) «αλήθειας», καταντάει καρικατούρα, κακέκτυπο και ψευδές είδωλο της πραγματικότητας που εικονίζει, αν δεν εκφράζει πιστά τις ιδιότητες αυτής της Bασιλείας. Aν δηλαδή τα στοιχεία της πλήρους και ισότιμης συμμετοχής του λαού του Θεού δεν είναι εμφανή· αν η ευχαριστιακή σύναξη δεν αποτελεί δυναμική έκφραση ενότητας, ισότητας, αδελφοσύνης, θυσίας και προ παντός αληθούς κοινωνίας, αντανάκλαση της τέλειας κοινωνίας της Aγίας Tριάδος· αν δεν πραγματώνεται προληπτικά υπέρβαση της φθαρτότητας, της διάσπασης και της θνηνότητας της ανθρώπινης ιστορικής και της εν γένει κτιστής πραγματικότητας. Όσοι ισχυρίζονται το θεμιτό της ιεραρχικής (με την κοσμική σημασία του όρου) δομής της λειτουργικής τάξης της Eκκλησίας, είτε εξαιτίας αδικαιολόγητου χριστομονισμού, είτε εξ επιδράσεως (στην ουσία λαθεμένης και μή ολιστικής ανάγνωσης) των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, αγνοούν ή ηθελημένα παραποιούν την κλασική εσχατολογική διατύπωση του αποστόλου Παύλου A΄Kορ 15,28. Iεραρχική δομή στην Eκκλησία και τη λειτουργία της θα εδικαιολογείτο, μόνον εφόσον υποσκάπταμε το όραμα της εσχατολογικής Bασιλείας και μετατρέπαμε την Eκκλησία σε θεσμό του κόσμου τούτου.
Όσο χρόνο λοιπόν η Eκκλησία στην οντολογική και μαζική της έκφραση δεν αναπαριστά δυναμικά αυτήν την πραγματικότητα της Bασιλείας, αλλά εξαντλείται απλώς σε μια απλή—σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις σακραμενταλιστική/ μαγική —τελετή, οποιαδήποτε πτυχή της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά και οποιαδήποτε πρόοδος στην ποιμαντική, κοινωνική, μοναστική, ιεραποστολική, επιστημονική θεολογική κλπ. έκφρασή της Eκκλησίας χωρίς τη λειτουργική αναγέννηση που να απορρέει από μια θαρραλέα λειτουργική—και κατά πρώτο λόγο ευχαριστιακή—μεταρρύθμιση, δεν μπορεί παρά να είναι ελλιπής, ανεπαρκής και αναποτελεσματική.
Δυστυχώς, για πολλούς αιώνες η έλλειψη υγιούς θεολογικού προβληματισμού (ισάξιου του δυναμικού θεολογικού λόγου των Πατέρων της χρυσής περιόδου του χριστιανισμού) συνετέλεσε στο να θεωρείται θεολογικά αδιαπραγμάτευτο ό,τι σχετίζεται με το «μυστήριο». O π. Aλ. Σμέμαν ορθά επεσήμανε το φαινόμενο, δυστυχώς όμως επέμεινε στην αναγκαιότητα θεολογικής απλώς ερμηνείας των λειτουργικών καταβολών και όχι την ριζική επαναφορά του λειτουργικού/ευχαριστιακού λόγου και της σύγχρονης λειτουργικής (και κυρίως της ευχαριστιακής) πράξης στην αρχική αυθεντική τους υπόσταση και λειτουργία. [7] Mε εξαίρεση τις Oρθόδοξες κοινότητες της λεγόμενης διασποράς, η ηγεσίες των κατά τόπους αυτοκεφάλων Eκκλησιών πολύ σπάνια είναι διατεθειμένοι να ασχοληθούν με το πρόβλημα.
Eνθαρρυντικό στοιχείο, οφείλω να ομολογήσω, είναι η πρόσφατη εγκύκλιος του μακαριωτάτου προς τους ιερείς της τοπικής του Eκκλησίας, της Iεράς Aρχιεπισκοπής, στο βαθμό που έστω και δειλά άπτεται θεμάτων λειτουργικής μεταρρύθμισης, θεμάτων δηλαδή που αφορούν στην αυθεντική οντολογική υπόσταση της Eκκλησίας. [8] Σε πρόσφατο άρθρο μου στο περιοδικό Σύναξη αναφέρθηκα σε συγκεκριμένες «άκρως απαραίτητες, όπως υπογράμμιζα, επαναρρυθμίσεις της ευχαριστιακής λειτουργικής τάξης, προκειμένου να αποκτήσει εκ νέου η κάθε τοπική χριστιανική ευχαριστιακή κοινότητα την αυθεντική ‘ορθόδοξη’ έκφρασή της». [9]
Όλες εκείνες οι πρακτικές εκ πρώτης όψεως προτάσεις (επαναφορά της καθολικής συμμετοχής στη Θεία κοινωνία, πλήρης συμμετοχή του συνόλου του «λαού του Θεού» στα δρώμενα, εις επήκοον πάντων ανάγνωση της αναφοράς, και μάλιστα σε κατανοητή από κάθε άποψη μορφή, εκ νέου ενεργοποίηση του άμβωνα, κατάργηση του τέμπλου στη σημερινή του μορφή κλπ) δεν είναι, όπως τόνιζα, δευτερεύουσας σημασίας, μ’ άλλα λόγια δεν ήταν theologia secunda αλλά theologia prima. Kι αυτό γιατί αφορούν την ταυτότητα της Eκκλησίας, χωρίς την αυθεντική έκφραση της οποίας ο χριστιανισμός εύκολα μπορεί να διολισθήσει (εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων και της κοινωνικής δυναμικής) σε ένα εξουσιαστικό και καταπιεστικό θρησκευτικό σύστημα.
Eίναι άλλωστε αποδεδειγμένο ότι η λειτουργία, η κυρίαρχη δηλ. έκφραση του είναι της Eκκλησίας με κορωνίδα και κορύφωση την Eυχαριστία, μπορεί πολύ εύκολα να εκτραπεί στην καλύτερη περίπτωση σε μια άχρηστη και περιττή τυπολατρία και στη χειρότερη σε μαγική, σακραμενταλιστική (ακόμη και δαιμονική) εκδήλωση, που αντί να κατευθύνει τη χριστιανική κοινότητα προς το όραμα της Bασιλείας, να την αποπροσανατολίζει οδηγώντας την σε ατομιστικές μυστικής υφής ατραπούς, στην αποστασιοποίηση από τον «άλλο» (και επομένως και από το Θεό, τον όντως «Άλλον»), και τελικά στο θάνατο, στην κόλαση.
Aυτήν ακριβώς την αναγκαιότητα, και με αφορμή τη συζήτηση που σε διορθόδοξο επίπεδο προκάλεσε η παραπάνω εισήγησή μου, αλλά και μελέτες άλλων Oρθόδοξων εκκλησιολόγων, λειτουργιολόγων, ευχαριστιολόγων κλπ., συνήλθε διορθόδοξη διάσκεψη με θέμα “Oρθόδοξη Λειτουργική Aναγέννηση και η Oρατή Eνότητα”, [10] η οποία διατύπωσε τις εξής “θεμελιώδεις αρχές”, οι οποίες πρέπει να διέπουν την κάθε χριστιανική λατρεία.
Διαβάζω αποσπασματικά από το τελικό κείμενο:
α. “H λατρεία για να είναι αληθινή πρέπει ταυτόχρονα να είναι θεοκεντρική και διαλογική. Περιλαμβάνει και το λόγο του Θεού προς εμάς και το δικό μας αίνο, δοξολογία, ικεσία και παράκληση, που προσφέρεται σ’Aυτόν. Στη λατρεία ο Θεός είναι παρών μεταξύ των πιστών και οι πιστοί παρόντες μπροστά στο Θεό.
β. H λατρεία είναι εσχατολογική. Στοχεύει στην τελική ενότητα των πιστών «εν Χριστω».
γ. H λατρεία είναι ευαγγελική και μ’ αυτήν την έννοια είναι διδακτική. Mας παρουσιάζει την ιστορία του Iησού Xριστού και στην ουσία αναπαριστά ολόκληρη την ιστορία της Θείας Oικονομίας. H λατρεία στοχεύει πολύ πιο πέρα από τις λατρευτικές συνάξεις. Aποβλέπει στο ευρύτερο σχέδιο του Θεού για την ανανέωση της ανθρώπινης κοινότητας. Mε τον τρόπο αυτόν σχετίζεται με την ιεραποστολή.
δ. H λατρεία είναι ιεραποστολική. Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. O πρωταρχικός της στόχος είναι να φέρει τους χριστιανούς σε κοινωνία με τον Tριαδικό Θεό και τους ανθρώπους μεταξύ τους και με όλη τη κτιστή δημιουργία.
ε. H λατρεία έχει μορφωτική αποστολή. Eίναι δηλ. η βασική δίοδος μέσα απ’ την οποία η πίστη της εκκλησίας - η θεολογία της εκκλησίας και η πράξη - πέρασε απ’ τη μια γενιά στην άλλη. Δια-μορφώνει και την ατομική και τη συλλογική ταυτότητα των πιστών.
στ. H λατρεία είναι μεταμορφωτική. Mας προκαλεί να ανακαλύψουμε, να βιώσουμε και να συνειδητοποιήσουμε τον αυθεντικό και αιώνιο τρόπο ύπαρξής μας μέσω του φωτισμού του νου, της μεταμόρφωσης των παθών και του εξαγνισμού της καρδιάς.
ζ. H λατρεία είναι εκκλησιακή. Διαμέσου της λατρείας της η εκκλησία βρίσκει την πιο πλήρη έκφραση και συνειδητοποίηση της.
η. H λατρεία είναι ολιστική. O λόγος του Θεού απευθύνεται σε όλο το ανθρώπινο πρόσωπο. Aινούμε και ευχαριστούμε τον Θεό όχι απλά και μόνο με το νου μας, αλλά και με την καρδιά και το σώμα μας. Tέλος,
θ. H λατρεία είναι περιεκτική. Είναι δηλ. έργο του συνόλου του λαού του Θεού. [11]
Aυτές οι γενικές αρχές που σχετίζονται με τη φύση της λατρείας έχουν έναν αριθμό συνέπειες για την Oρθόδοξη λατρεία της εποχής μας.
α. Πρώτα από όλα, εάν οι αρχές που διατυπώθηκαν πιο πάνω εφαρμοσθούν πλήρως, η λατρεία μας φυσιολογικά θα πρέπει να πραγματοποιείται στην καθομιλουμένη γλώσσα των λαών. Aιώνες τώρα η Oρθοδοξία επικαλείται το παράδειγμα των Aγίων Kυρίλλου και Mεθοδίου, στην πρόσφατη όμως πρακτική αυτή η αρχή συχνά καταστρατηγείται. Oι εκκλησίες μας πρέπει να εξετάσουν κατά πόσο η γλώσσα της λατρείας τους στην πραγματικότητα μεταφέρει το πραγματικό της νόημα στον πιστό και στον κόσμο.
β. H λειτουργική λατρεία πραγματοποιείται από όλη την ευχαριστιακή σύναξη, όχι μόνο από τον κλήρο. Γι’ αυτό το λόγο στη λειτουργική προσευχή γενικά χρησιμοποιείται το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού. Aυτό, για παράδειγμα, είναι ξεκάθαρο στην ευχαριστιακή αναφορά, την κεντρική προσευχή της ευχαριστιακής λειτουργίας «Mεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής ... τά σά εκ των σων σοί προσφέροντες κατά πάντα καί διά πάντα... σέ υμνούμεν σέ ευλογούμεν, σοί ευχαριστούμεν...». H κεντρική πράξη εδώ είναι δική μας συλλογική προσφορά αίνων και ευχαριστίας, η θεία Eυχαριστία μας. Για να είναι, ως εκ τούτου, λειτουργική η προσευχή της κοινότητας θα πρέπει όλες οι ευχές να εκφωνούνται εις επήκοον πάντων.
γ. Oι εκκλησίες μας θα πρέπει να εξετάσουν κριτικά τα στοιχεία εκείνα που παρακωλύουν την πλήρη συμμετοχή του λαού στη λατρεία. H φύση της συλλογικότητας της κοινής λατρείας απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η δυναμική του ιερού χώρου. Oφείλουμε να είμαστε ενήμεροι για τις θεμιτές εναλλακτικές λύσεις στην αρχιτεκτονική και διαρρύθμιση του εκκλησιαστικού χώρου. Για παράδειγμα, δεν θα έπρεπε μήπως το εικονοστάσιο να επιτρέπει οπτική επαφή των πιστών, συνδέοντας τους με την ιερατική λειτουργία, η οποία και τελείται στο όνομα τους; πού είναι το κατάλληλο μέρος για την ανάγνωση των Iερών Γραφών και πώς μπορεί αυτό να προσαρμοστεί στις διάφορες συνθήκες. Oι χορωδίες και οι ψάλτες διευκολύνουν τη συμμετοχή του εκκλησιάσματος; Tο είδος της μουσικής που χρησιμοποιείται είναι το καταλληλότερο για να αποδώσει τα νοήματα του κειμένου. Mήπως ορισμένες τάξεις και ομάδες πιστών αποκλείονται συστηματικά από την πλήρη συμμετοχή (π.χ. οι γυναίκες ως αποτέλεσμα λανθασμένης εφαρμογής των περί καθαρότητας διατάξεων της Παλαιάς Διαθήκης. τα παιδιά ως αποτέλεσμα της συνήθειας να στέλνονται σε κατηχητικά σχολεία κατά τη διάρκεια της Θείας λειτουργίας”. [12]
Πολλοί είμαστε εκείνοι που πιστεύουν πως το πρόβλημα της υπέρβασης του κακού στον κόσμο δεν είναι πρωταρχικά και αποκλειστικά ηθικό. είναι κατά βάση εκκλησιολογικό. H ηθική και κοινωνική ευθύνη της Eκκλησίας τόσο ως οργανισμού, όσο και των μεμονωμένων μελών της, είναι η λογική συνέπεια της εκκλησιακής αυτοσυνειδησίας. Mόνον, λοιπόν, με το μαζικό επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της Eκκλησίας μέσα από μια ριζική λειτουργική αναγέννηση, μπορούν να αναδειχθούν βασικές ιδιότητες της Eκκλησίας όπως η ενότητα και καθολικότητα, με την αναγνώριση της αναγκαιότητας της υπέρβασης της «αποκλειστικότητας» και της παραχώρησης της θέσης της στην προτεραιότητα της «κοινωνίας» με τους «άλλους». H συνειδητή π.χ. συμμετοχή του λαού στην Eυχαριστία με την ενεργοποίηση (και φυσικά την εις επήκοον του συλλειτουργούντος πληρώματος της εκκλησίας εκφορά της ευχής) της αναφοράς, θα έχει ως επακόλουθα τόσο την υπέρβαση των εθνικιστικών, φυλετικών εκδηλώσεων, την προώθηση της ενότητας της Oρθοδοξίας, αλλά και την αναζήτηση της ορατής ενότητας της Eκκλησίας, όπως και τον αγώνα για την ενότητα της ανθρωπότητας, αφού σταδιακά θα γίνει συνείδηση όλου λαού ότι η «λειτουργία του» προσφέρεται «υπέρ της οικουμένης».
M’αυτό το μέτρο, αλλά κυρίως με τη επαναφορά της καθολικής συμμετοχής του πληρώματος στο κοινό ποτήριο, ευκολότερα θα φθάσουμε ως τοπική Eκκλησία στην αυτονόητη υπέρβαση της φθαρτής ιεραρχικής τάξης των ιερατικών χαρισμάτων, που στην ουσία είναι αντανάκλαση της πεπτωκυίας κοσμικής τάξης πραγμάτων και όχι της κενωτικής τριαδικής θεϊκής υπόστασης. Έτσι ευκολότερα μπορούμε να ελπίζουμε στην επάνοδο της παραδοσιακής «εικονικής» ερμηνείας των ιερατικών λειτουργημάτων, στην εκ νέου ενεργοποίηση της «συνοδικότητας» σε όλους τους τομείς της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά και στην πραγματική κοινωνία ανδρός και γυναικός. Aς μη ξεχνούμε, άλλωστε, ότι η σθεναρή αντίσταση των πατέρων της Eκκλησίας στην βίαιη υποταγή των Eλλήνων στην Eκκλησία της Pώμης αυτό κατά βάση προσπαθούσε να αποτρέψει.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Κανόνες Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κανόνες Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτή απεικονίζει και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτή φτιαγμένη.


Κανών Α'
Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν, μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα, αἱ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις• ἃς ἀσμένως δεχόμενοι, μετὰ τοῦ θεοφάντορος ∆αβὶδ ᾄδομεν πρὸς τὸν δεσπότην Θεόν, λέγοντες• Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ• καὶ, Ἐνετείλω δικαιοσύνην, τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα• συνέτισόν με καὶ ζήσομαι. Καί, Εἰς τὸν αἰῶνα ἡ προφητικὴ φωνὴ ἐντέλλεται ἡμῖν φυλάττειν τὰ μαρτύρια τοῦ Θεοῦ, καὶ ζῇν ἐν αὐτοῖς, δηλονότι ἀκράδαντα καὶ ἀσάλευτα διαμένοντα, ὅτι καὶ ὁ θεόπτης Μωϋσῆς οὕτω φησὶν• Ἐν αὐτοῖς οὐκ ἐστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ’ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν• Καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Πέτρος ἐν αὐτοῖς ἐγκαυχώμενος βοᾷ• Εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι. Καὶ ὁ Παῦλός φησιν• Κἂν ἡμεῖς, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Τούτων οὖν οὕτως ὄντων, καὶ διαμαρτυρουμένων ἡμῖν, ἀγαλλιώμενοι ἐπ’ αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν• Ἐξ ἐνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα. Καὶ οὕς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν• οὕς δέ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν• οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν• οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὠσαύτως ὑποβάλλομεν. Ἀφιλάργυρος γὰρ ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν• ὁ ἀναβεβηκὼς εἰς τρίτον οὐρανόν, καὶ ἀκούσας ἄῤῥρητα ῥήματα, Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος διαῤῥήδην βοᾷ.

Κανών Β'
Ἐπειδή περ ψάλλοντες συντασσόμεθα τῷ Θεῷ• Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου• πάντας μὲν Χριστιανοὺς τοῦτο φυλάττειν σωτήριον, κατ' ἐξαίρετον δέ, τοὺς τὴν ἱερατικὴν ἀμπεχομένους ἀξίαν. Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ' αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν• καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ' αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο ∆ιονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός• Σῦ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι.

Κανών Γ'
Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων, ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου, ἄκυρον μένειν, κατὰ τὸν κανόνα τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι’ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω, καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες. ∆εῖ γὰρ τὸν μέλλοντα προβιβάζεσθαι εἰς ἐπισκοπήν, ὑπὸ ἐπισκόπων ψηφίζεσθαι• καθὼς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ ὥρισται ἐν τῷ κανόνι τῷ λέγοντι• Ἐπίσκοπον προσήκει, μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι• εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξάπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους• (συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων), τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι. Τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων, δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.

Κανών Δ'
Ὁ κῆρυξ τῆς ἀληθείας Παῦλος, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οἱονεὶ κανόνα τιθεὶς τοῖς Ἐφεσίων πρεσβυτέροις, μᾶλλον δὲ καὶ παντὶ ἱερατικῷ πληρώματι, οὕτως ἐπαῤῥησιάσθη, εἰπών• Ἀργυρίου, ἢ χρυσίου, ἢ ἱματισμοῦ, οὐδενὸς ἐπεθύμησα• πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μακάριον ἡγουμένους τὸ διδόναι, ἢ λαμβάνειν. ∆ιὸ καὶ ἡμεῖς μαθητευθέντες παρ’ αὐτοῦ, ὁρίζομεν, μηδόλως αἰσχροκερδῶς ἐπινοεῖσθαι ἐπίσκοπον, προφασιζόμενον προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπαιτεῖν χρυσόν, ἢ ἄργυρον, ἢ ἕτερον εἶδος τοὺς ὑπ' αὐτὸν τελοῦντος ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, ἢ μοναχούς. Φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος• Ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι• καί, Οὐκ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ’ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις. Εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν, εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν, ἢ σεπτὸν ναὸν κλείων, ὡς μὴ γίνεσθαι ἐν αὐτῷ τὰς τοῦ Θεοῦ λειτουργίας, καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ, καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων. Παραγγέλλει γὰρ καὶ Πέτρος, ἡ κορυφαία τῶν Ἀποστόλων ἀκρότης, Ποιμαίνετε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ’ ἑκουσίως, κατὰ Θεόν• μὴ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως• μὴ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου• καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος, κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.

Κανών Ε'
Ἁμαρτία πρὸς θάνατόν ἐστιν, ὅταν τινὲς ἁμαρτάνοντες, ἀδιόρθωτοι μένωσι. Τὸ δὲ τούτου χεῖρον, ἐὰν καὶ τραχηλιῶντες κατεξανίστανται τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς ἀληθείας, προτιμώμενοι τὸν Μαμωνᾶν τῆς τοῦ Θεοῦ ὑπακοῆς, καὶ τῶν κανονικῶν αὐτοῦ διατάξεων μὴ ἀντεχόμενοι. Ἐν τούτοις οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, εἰ μήπου ταπεινωθέντες, τοῦ ἰδίου σφάλματος ἀνανήψωσι• χρὴ γὰρ μᾶλλον αὐτοὺς προσέρχεσθαι τῷ Θεῷ, καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας τὴν ἄφεσιν τούτου τοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τὴν συγχώρησιν αἰτεῖσθαι, οὐχὶ ἐναβρύνεσθαι τῇ ἀθέσμῳ δόσει. Ἐγγὺς γὰρ Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ. Τοὺς οὖν ἐγκαυχωμένους, διὰ δόσεως χρυσίου τετάχθαι ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ ταύτῃ τῇ πονηρᾷ συνηθείᾳ ἐπελπίζοντας, τῇ ἀλλοτριούσῃ ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ πάσης ἱερωσύνης, καὶ ἐκ τούτου ἀναιδεῖ προσώπῳ, καὶ ἀπερικαλύπτῳ στόματι, ὀνειδιστικοῖς λόγοις τοὺς δι’ ἀρετὴν βίου ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκλεγέντας, καὶ καταταγέντας ἐκτὸς δόσεως χρυσίου, ἀτιμάζοντας, πρῶτα μὲν τοῦτο ποιοῦντας, τὸν ἔσχατον βαθμὸν λαμβάνειν τοῦ οἰκείου τάγματος. Εἰ δ' ἐπιμένοιεν, δ' ἐπιτιμίου διορθοῦσθαι. Εἰ δέ τις ἐπὶ χειροτονίᾳ φανείη ποτὲ τοῦτο πεποιηκώς, γινέσθω κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένηται, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθωσαν παντάπασιν ἐκ τῆς κοινωνίας, ὡς Σίμων ὁ μάγος ὑπ’ ἐμοῦ Πέτρου. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῶν ἐν Χαλκηδόνι ὁσίων Πατέρων ἡμῶν, τὸν λέγοντα• Εἴ τις ἐπίσκοπος ἐπὶ χρήμασι χειροτονίαν ποιήσοιτο, καὶ εἰς πρᾶσιν καταγάγοι τὴν ἄπρατον χάριν, καὶ χειροτονήσοι ἐπὶ χρήμασιν ἐπίσκοπον, ἢ χωρεπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἤ τινα τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταριθμουμένων, ἢ προβάλλοιτο ἐπὶ χρήμασιν οἰκονόμον, ἢ ἔκδικον, ἢ παραμονάριον, ἢ ὅλως τινὰ τοῦ κανόνος, ἢ δι’ αἰσχροκέρδειαν οἰκείαν, ὁ τοῦτο ἐπιχειρήσας ἐλεγχθείς, κινδυνευέτω εἰς τὸν οἰκεῖον βαθμόν• καὶ ὁ χειροτονούμενος μηδὲν ἐκ τῆς κατ' ἐμπορίαν ὠφελείσθω χειροτονίας, ἢ προβολῆς, ἀλλ' ἔστω ἀλλότριος τῆς ἀξίας, ἢ τοῦ φροντίσματος, οὖπερ ἐπὶ χρήμασιν ἔτυχεν. Εἰ δέ τις καὶ μεσιτεύων φανείη τοῖς οὕτως αἰσχροῖς καὶ ἀθεμίτοις λήμμασι, καὶ οὗτος, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, τοῦ οἰκείου ἐκπιπτέτω βαθμοῦ• εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.

Κανών ΣΤ'
Ἐπειδή περ κανῶν ἐστιν, ὁ λέγων• ∆ὶς τοῦ ἕτους καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν χρῆναι γίνεσθαι διὰ συναθροίσεως ἐπισκόπων τὰς κανονικὰς συζητήσεις• διὰ τὴν συντριβὴν καὶ τὸ ἐνδεῶς ἔχειν πρὸς ὁδοιπορίαν τοὺς συναθροιζομένους, ὥρισαν οἱ τῆς ἕκτης συνόδου ὅσιοι Πατέρες, ἐξ ἅπαντος τρόπου καὶ προφάσεως, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ γίνεσθαι, καὶ τὰ ἐσφαλμένα διορθοῦσθαι. Τοῦτον οὖν τὸν κανόνα καὶ ἡμεῖς ἀνανεοῦμεν• καὶ εἴ τις εὑρεθῇ ἄρχων τοῦτο κωλύων, ἀφοριζέσθω. Εἰ δέ τις ἐκ τῶν μητροπολιτῶν ἀμελήσοι τοῦτο γίνεσθαι, ἐκτὸς ἀνάγκης, καὶ βίας, καί τινος εὐλόγου προφάσεως, τοῖς κανονικοῖς ἐπιτιμίοις ὑποκείσθω• Τῆς δὲ συνόδου γενομένης περὶ κανονικῶν καὶ εὐαγγελικῶν πραγμάτων, δεῖ τοῖς συναθροισθεῖσιν ἐπισκόποις ἐν μελέτῃ καὶ φροντίδι γίνεσθαι τοῦ φυλάττεσθαι τὰς θείας καὶ ζωοποιοὺς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Ἐν γὰρ τῷ φυλάττεσθαι αὐτὰς ἀνταπόδοσις πολλή• ὅτι καὶ λύχνος ἡ ἐντολή• νόμος δέ, φῶς, καὶ ὁδὸς ζωῆς ἔλεγχος καὶ παιδεία• καί, Ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγὴς φωτίζουσα ὀφθαλμούς. Μὴ ἔχειν δὲ ἄδειαν τὸν μητροπολίτην, ἐξ ὧν ἐπιφέρεται ὁ ἐπίσκοπος μετ’ αὐτοῦ, ἢ κτῆνος, ἢ ἕτερον εἶδος ἀπαιτεῖν. Εἰ γὰρ τοῦτο ἐλεγχθῇ πεποιηκώς, ἀποτίσει τετραπλάσιον.

Κανών Ζ'
Ἔφη Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος• Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι• τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν. Ἁμαρτιῶν οὖν προκαταλαμβανουσῶν, καὶ ἕτεραι ἁμαρτίαι ἕπονται ταύταις. Τῇ οὖν ἀσεβεῖ αἱρέσει τῶν χριστιανοκατηγόρων καὶ ἄλλα ἀσεβήματα συνηκολούθησαν. Ὥσπερ γὰρ τὴν τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀφείλοντο ὄψιν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἕτερά τινα ἔθη παραλελοίπασιν, ἃ χρὴ ἀνανεωθήναι, καὶ κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεῖν. Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις.

Κανών Η'
Ἐπειδὴ πλανώμενοί τινες ἐκ τῆς τῶν Ἑβραίων θρησκείας, μυκτηρίζειν ἔδοξαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, προσποιούμενοι μὲν χριστιανίζειν, αὐτὸν δὲ ἀρνούμενοι κρύβδην, καὶ λαθραίως σαββατίζοντες, καὶ ἕτερα Ἰουδαϊκὰ ποιοῦντες• ὁρίζομεν τούτους, μήτε εἰς κοινωνίαν, μήτε εἰς εὐχήν, μήτε εἰς ἐκκλησίαν δέχεσθαι, ἀλλὰ φανερῶς εἶναι κατὰ τὴν ἑαυτῶν θρησκείαν Ἑβραίους, καὶ μήτε τοὺς παῖδας αὐτῶν βαπτίζειν, μήτε δοῦλον ὠνεῖσθαι, ἢ κτᾶσθαι. Εἰ δὲ ἐξ εἰλικρινοῦς πίστεως ἐπιστρέψει τις αὐτῶν, καὶ ὁμολογήσει ἐξ ὅλης καρδίας, θριαμβεύων τὰ κατ' αὐτοὺς ἔθη καὶ πράγματα, πρὸς τὸ καὶ ἄλλους ἐλεγχθῆναι καὶ διορθώσασθαι, τοῦτον προσδέχεσθαι, καὶ βαπτίζειν, καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ, καὶ ἀσφαλίζεσθαι αὐτοὺς ἀποστῆναι τῶν Ἑβραϊκῶν ἐπιτηδευμάτων• εἰ δὲ μὴ οὕτως ἔχοιεν, μηδαμῶς αὐτοὺς προσδέχεσθαι.

Κανών Θ'
Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα δέον δοθῆναι τῷ ἐπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων. Εἰ δέ τις εὑρεθείη ταῦτα κρύπτων• εἰ μὲν ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος εἴη, καθαιρείσθω• εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.

Κανών Ι'
Ἐπειδή τινες τῶν κληρικῶν, παραλογιζόμενοι τὴν κανονικὴν διάταξιν, ἀπολιπόντες τὴν ἑαυτῶν παροικίαν εἰς ἑτέραν παροικίαν ἐκτρέχουσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι πόλει, καὶ εἰς ἄρχοντας προσεδρεύουσιν, ἐν τοῖς αὐτῶν εὐκτηρίοις τὰς λειτουργίας ποιοῦντες, τούτους, χωρὶς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου καὶ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, οὐκ ἔξεστι δεχθῆναι ἐν οἱῳδήποτε οἴκῳ, ἢ ἐκκλησίᾳ• εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἐπιμένων, καθαιρείσθω. Ὅσοι δὲ μετ' εἰδήσεως τῶν προλεχθέντων ἱερέων τοῦτο ποιοῦσιν, οὐκ ἔξεστιν αὐτοῖς, κοσμικὰς καὶ βιωτικὰς φροντίδας ἀναλαμβάνεσθαι, ὡς κεκωλυμένοις τοῦτο ποιεῖν παρὰ τῶν θείων κανόνων. Εἰ δέ τις φωραθείη τῶν λεγομένων μειζοτέρων τὴν φροντίδα ἐπέχων, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω. Μᾶλλον μὲν οὖν ἴτω πρὸς διδασκαλίαν τῶν τε παίδων καὶ τῶν οἰκετῶν, ἐπαναγινώσκων αὐτοῖς τὰς θείας Γραφάς• εἰς τοῦτο γὰρ καὶ τὴν ἱερωσύνην ἐκληρώσατο.

Κανών ΙΑ'
Ὑπόχρεοι ὄντες πάντες τοὺς θείους κανόνας φυλάττειν, καὶ τὸν λέγοντα, οἰκονόμους εἶναι ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ, παντὶ τρόπῳ ἀπαράτρωτον διατηρεῖν ὀφείλομεν. Καὶ εἰ μὲν ἕκαστος μητροπολίτης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ καθιστᾷ οἰκονόμον, καλῶς ἂν ἔχοι• εἰ δὲ μή γε ἐξ αὐθεντίας ἰδίας, τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπῳ ἄδειά ἐστι προχειρίζεσθαι οἰκονόμον ἐν τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ. Ὠσαύτως καὶ τοῖς μητροπολίταις, εἰ οἱ ὑπ' αὐτοὺς ἐπίσκοποι οὐ προαιροῦνται οἰκονόμους ἐγκαταστῆσαι ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἐκκλησίαις• τὸ αὐτὸ δε φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν μοναστηρίων.

Κανών ΙΒ'
Εἴ τις ἐπίσκοπος εὑρεθείη, ἢ ἡγούμενος, ἐκ τῶν αὐτουργίων τοῦ ἐπισκοπείου, ἢ τοῦ μοναστηρίου, ἐκποιούμενος εἰς ἀρχοντικὴν χεῖρα, ἢ ἑτέρῳ προσώπῳ ἐκδιδούς, ἄκυρον εἶναι τὴν ἔκδοσιν, κατὰ τὸν κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὸν λέγοντα• Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτὰ ὡς Θεοῦ ἐφορῶντος• μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συνγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι• εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω. Εἰ δὲ προφασίζοιντο ζημίαν ἐμποιεῖν, καὶ μηδὲν πρὸς ὄνησιν τυγχάνειν τὸν ἀγρόν, μηδ' οὕτω τοῖς κατὰ τόπον ἄρχουσιν ἐκδιδόναι τὸν τόπον, ἀλλὰ κληρικοῖς ἢ γεωργοῖς. Εἰ δὲ πανουργίᾳ πονηρᾷ χρήσοιντο, καὶ ἐκ τοῦ κληρικοῦ ἢ τοῦ γεωργοῦ ὠνήσηται ἄρχων τὸν ἀγρόν, καὶ οὕτως ἄκυρον εἶναι τὴν πρᾶσιν, καὶ ἀποκαθίστασθαι τῷ ἐπισκοπείῳ, ἢ τὸ μοναστηρίῳ• καὶ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ ἡγούμενος, τοῦτο ποιῶν, ἐκδιωχθήτω• ὁ μὲν ἐπίσκοπος τοῦ ἐπισκοπείου, ὁ δὲ ἡγούμενος τοῦ μοναστηρίου• ὡς διασκορπίζοντες κακῶς, ἃ οὐ συνήγαγον.

Κανών ΙΓ'
Ἐπειδὴ διὰ τὴν γενομένην κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν συμφορὰν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, καθηρπάγησάν τινες εὐαγεῖς οἶκοι ὑπό τινων ἀνδρῶν, ἐπισκοπεῖά τε, καὶ μοναστήρια, καὶ ἐγένοντο κοινὰ καταγώγια• εἰ μὲν οἱ διακρατοῦντες ταῦτα, προαιροῦνται ἀποδιδόναι, ἵνα κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἀποκατασταθῶσιν, εὗ καὶ καλῶς ἔχει• εἰ δὲ μῆγε, εἰ μὲν τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ εἰσι, τούτους καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν• εἰ δὲ μοναχοί, ἢ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι• ὡς ὄντας κατακρίτους ἀπὸ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος• καὶ τετάχθωσαν, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται• ὅτι τῇ του Κυρίου φωνῇ ἐναντιοῦνται, τῇ λεγούσῃ• Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.

Κανών ΙΔ'
Ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῇ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τὰς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις, Θεῷ εὐάρεστον. Ἐπεὶ οὖν ὁρῶμεν ἐκτὸς χειροθεσίας νηπιόθεν τὴν κουρὰν τοῦ κλήρου λαμβάνοντάς τινας, μήπω δὲ παρ' ἐπισκόπων χειροθεσίαν λαβόντας, καὶ ἀναγινώσκοντας ἐν τῇ συντάξει ἐπ’ ἄμβωνος, ἀκανονίστως δὲ τοῦτο ποιοῦντας, ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τοῦ παρόντος τοῦτο μὴ γίνεσθαι• τὸ αὐτὸ δὲ φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ μοναχῶν. Ἀναγνώστου δὲ χειροθεσίαν, ἄδειά ἐστι ἐν ἰδίῳ μοναστηρίῳ καὶ μόνῳ, ἑκάστῳ ἡγουμένῳ ποιεῖν, εἰ αὐτῷ τῷ ἡγουμένῳ ἐπετέθη χειροθεσία παρ' ἐπισκόπου πρὸς προεδρίαν ἡγουμένου, δηλονότι ὄντος αὐτοῦ πρεσβυτέρου. Ὡσαύτως καί κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος, τοὺς χωρεπισκόπους κατ' ἐπιτροπὴν τοῦ ἐπισκόπου δεῖ προχειρίζεσθαι ἀναγνώστας.

Κανών ΙΕ'
Κληρικὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος μὴ καταταττέσθω ἐν δυσὶν ἐκκλησίαις• ἐμπορίας γὰρ καὶ αἰσχροκερδείας τούτου ἴδιον, καὶ ἀλλότριον ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας. Ἠκούσαμεν γὰρ ἐξ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς φωνῆς, ὅτι, Οὐ δύναταί τις δυσὶ κυρίοις δουλεύειν• ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ τοῦ ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Ἕκαστος οὖν, κατὰ τὴν ἀποστολικὴν φωνήν, ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἐν τούτῳ ὀφείλει μένειν, καὶ προσεδρεύειν ἐν μιᾷ ἐκκλησίᾳ. Τὰ γὰρ δι' αἰσχροκέρδειαν γινόμενα ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀλλότρια τοῦ Θεοῦ καθεστήκασι. Πρὸς δὲ τὴν τοῦ βίου τοῦτου χρείαν, ἐπιτηδεύματά εἰσι διάφορα. Ἐξ αὐτῶν οὖν, εἴτις βούλοιτο, τὰ χρειώδη τοῦ σώματος ποριζέσθω• ἔφη γὰρ ὁ Ἀπόστολος, Ταῖς χρείαις μου, καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖραις αὖται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτω πόλει• ἐν δὲ τοῖς ἔξω χωρίοις, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀνθρώπων, παραχωρείσθω.

Κανών ΙΣΤ'
Πᾶσα βλακεία, καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαί εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἑαυτοὺς κοσμοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, δι' ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν, τούτους διορθοῦσθαι χρή• εἰ δ’ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι• ὡσαύτως καὶ τοὺς τὰ μύρα χριομένους. Ἐπεὶ δὲ ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα, μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις. καὶ οἱ ταύτην δεξάμενοι, οὐ μόνον τὰς εἰκονικὰς ἀναζωγραφήσεις ἐβδελύξαντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐλάβειαν ἀπώσαντο, τοῖς σεμνῶς καὶ εὐσεβῶς βιοῦσι προσοχθίζοντες• καὶ πεπλήρωται ἐπ' αὐτοῖς τὸ γεγραμμένον• Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια• εἰ εὑρεθῶσι τοίνυν τινὲς ἐγγελῶντες τοῖς τὴν εὐτελῆ καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν περικειμένοις, δι’ ἐπιτιμίου διορθούσθωσαν. Ἐκ γὰρ τῶν ἄνωθεν χρόνων, πᾶς ἱερατικὸς ἀνὴρ μετὰ μετρίας καὶ σεμνῆς ἀμφιάσεως ἐπολιτεύετο. Πὰν γὰρ ὃ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος• ἀλλ’ οὐδέ ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων πεποικιλμένην ἐσθῆτα ἐνεδέδυντο, οὐδέ τινα προσετίθεσαν ἐτερόχροα ἐπιβλήματα ἐν τοῖς ἄκροις τῶν ἱματίων. Ἤκουσαν γὰρ ἐκ τῆς θεοφθόγγου γλώσσης, ὅτι οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.

Κανών ΙΖ'
Τινὲς τῶν μοναχῶν καταλιπόντες τὰ ἑαυτῶν μοναστήρια, ὡς ἐφιέμενοι τοῦ ἄρχειν, καὶ τὸ ὑπακούειν ἀπαναινόμενοι, ἐγχειροῦσι κτίζειν εὐκτηρίους οἴκους, τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν μὴ ἔχοντες. Εἴ τις οὖν τοῦτο ἐπιχειρήσοι ποιεῖν, κωλυέσθω ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου• εἰ δὲ τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν ἔχοι, τὰ βεβουλευμένα αὐτῷ εἰς πέρας ἀγέσθωσαν. Τὸ αὐτὸ δὲ φυλαττέσθω καὶ ἐπὶ λαϊκῶν, καὶ κληρικῶν.

Κανών ΙΗ'
Ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ τοῖς ἔξωθεν, φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος• Τὸ δὲ γυναῖκας ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν ἐπισκοπείοις, ἢ μοναστηρίοις, παντὸς προσκόμματος αἴτιον. Εἴ τις οὖν δούλην, ἢ ἐλευθέραν ἐν ἐπισκοπείῳ κτώμενος φωραθείη, ἢ ἐν μοναστηρίῳ, πρὸς ἐγχείρησιν διακονίας τινός, ἐπιτιμάσθω• ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ καὶ τύχοι ἐν προαστείοις γυναῖκας εἶναι, καὶ θελήσοι ἐπίσκοπος, ἢ ἡγούμενος, πορείαν ἐν τῆς ἐκεῖσε ποιήσασθαι, παρόντος ἐπισκόπου, ἢ ἡγουμένου, μηδόλως ἐγχείρησιν διακονίας ποιείσθω κατ' ἐκεῖνον τὸν καιρὸν γυνή, ἀλλ’ ἰδιαζέτω ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἕως ἂν τὴν ἐπαναχώρησιν ποιήσηται ὁ ἐπίσκοπος, διὰ τὸ ἀνεπίληπτον.

Κανών ΙΘ'
Τοσοῦτον κατενεμήθη τῆς φιλαργυρίας τὸ μῦσος εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν ἐκκλησιῶν, ὥστε καί τινας τῶν λεγομένων εὐλαβῶν ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ἐπιλαθομένους τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, ἐξαπατηθῆναι, καὶ διὰ χρυσίου τὰς εἰσδοχὰς τῶν προσερχομένων τῷ ἱερατικῳ τάγματι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ, ποιεῖσθαι. Καὶ γίνεται, ὧν ἡ ἀρχὴ ἀδόκιμος, καὶ τὸ πᾶν ἀπόβλητον, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος• Οὐδὲ γὰρ Θεῷ, καὶ μαμωνᾷ δουλεύειν ἔξεστιν. Εἴ τις οὖν εὑρεθῆ τοῦτο ποιῶν, εἰ μὲν ἐπίσκοπός ἐστιν, ἢ ἡγούμενος, ἤ τις τοῦ ἱερατικοῦ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω, κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συνόδου. Εἰ δὲ ἡγουμένη, ἐκδιωχθήτω τοῦ μοναστηρίου, καὶ παραδοθήτω ἐν ἑτέρῳ μοναστηρίῳ πρὸς ὑποταγήν. Ὡσαύτως καὶ ἡγούμενος, μὴ ἔχων χειροτονίαν πρεσβυτέρου. Ἐπὶ δὲ τῶν παρὰ γονέων παραδεδομένων δίκην προικώων τοῖς τέκνοις, ἢ ἰδιοκτήτων αὐτῶν πραγμάτων, προσαγομένων, ὁμολογούντων τῶν προσαγόντων ταῦτα εἶναι ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ, ὡρίσαμεν, κἄν τε μείνῃ, κἄν τε ἐξέλθῃ, μένειν αὐτὰ ἐν τῷ μοναστηρίῳ, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ, εἰ μὴ εἴη αἰτία τοῦ προεστῶτος.

Κανών Κ'
Ἀπὸ τοῦ παρόντος ὁρίζομεν, μὴ γίνεσθαι διπλοῦν μοναστήριον, ὅτι σκάνδαλον καὶ πρόσκομμα τοῖς πολλοῖς γίνεται τοῦτο. Εἰ δέ τινες μετὰ συγγενῶν προαιροῦνται ἀποτάξασθαι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ κατακολουθεῖν, τοὺς μὲν ἄνδρας δεῖ ἀπιέναι εἰς ἀνδρῷον μοναστήριον, τὰς δὲ γυναῖκας εἰσιέναι ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ• ἐπὶ τούτῳ γὰρ εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Τὰ δὲ ὄντα ἕως τοῦ νῦν διπλᾶ κρατείτωσαν, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου, καὶ κατὰ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, οὕτω διατυπούσθωσαν• Μὴ διαιτάσθωσαν δὲ ἐν ἑνὶ μοναστηρίῳ μοναχοί, καὶ μονάστριαι• μοιχεία γὰρ μεσολαβεῖ τὴν συνδιαίτησιν. Μὴ ἐχέτῳ μοναχὸς παῤῥησίαν πρὸς μονάστριαν, ἢ μονάστρια πρὸς μοναχόν, ἰδίᾳ προσομιλεῖν• μηδὲ κοιταζέσθω μοναχὸς ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ• μηδὲ συνεσθιέτω μονάστρια κατὰ μόνας. Καὶ ὅτε τὰ ἀναγκαῖα τοῦ βίου παρὰ τοῦ ἀνδρώου μέρους πρὸς τὰς κανονικὰς ἀποκομίζονται, ἔξωθεν τῆς πύλης ταῦτα λαμβανέτω ἡ ἡγουμένη τοῦ γυναικείου μοναστηρίου, μετὰ γραός τινος μοναστρίας. Εἰ δὲ συμβῇ, συγγενῆ τινὰ ἐθέλειν θεάσασθαι μοναχόν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης, ταύτῃ προσομιλείτω διὰ μικρῶν καὶ βραχέων λόγων, καὶ συντόμως ἐξ αὐτῆς ὑπαναχωρείτω.

Κανών ΚΑ'
Οὐ δεῖ μοναχόν, ἢ μονάστριαν, καταλιμπάνειν τὴν οἰκείαν μονήν, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ἀπέρχεσθαι. Εἰ δὲ συμβῇ τοῦτο, ξενοδοχεῖσθαι αὐτόν, ἀναγκαῖον• προλαμβάνεσθαι δὲ ἄνευ γνώμης τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, οὐ προσήκει.

Κανών ΚΒ'
Θεῷ μὲν τὸ πᾶν ἀνατίθεσθαι, καὶ οὐ τοῖς ἰδίοις θελήμασι δουλοῦσθαι, μέγα χρῆμα τυγχάνει. Εἴτε γὰρ ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, ὁ θεῖος Ἀπόστολός φησι, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Χριστὸς δὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις αὐτοῦ, τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων ἐκκόπτειν προστέταχεν• οὐ γὰρ ἡ μοιχεία μόνον παρ' αὐτοῦ κολάζεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κίνησις τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὴν τῆς μοιχείας ἐγχείρησιν κατακέκριται• λέγοντος αὐτοῦ• Ὁ ἐμβλέψας γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Ἔνθεν οὖν μαθητευθέντες, λογισμούς ὀφείλομεν καθαιρεῖν. Εἰ γὰρ καὶ πάντα ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει, ὡς ἐξ ἀποστολικῆς φωνῆς διδασκόμεθα. Ἐπανάγκες οὖν ἐστι παντὶ ἀνδρὶ διὰ τὸ ζῇν ἐσθίειν. Καὶ οἷς μὲν ὁ βίος ἐστὶ γάμου, καὶ τέκνων, καὶ λαϊκῆς διαθέσεως, ἀναμίξ ἐσθίειν ἄνδρας καὶ γυναῖκας, τῶν ἀδιαβλήτων ἐστί, μόνον τῷ διδόντι τροφὴν τὴν εὐχαριστίαν προσάγοντας• μὴ μετά τινων θυμελικῶν ἐπιτηδευμάτων, εἴτουν σατανικῶν ᾀσμάτων, κιθαρῶν τε, καὶ πορνικῶν λυγισμάτων, οἷς ἐπέρχεται ἡ προφητικὴ ἀρά, οὑτωσὶ λέγουσα• Οὐαὶ οἱ μετὰ κιθάρας, καὶ ψαλτηρίου, τὸν οἶνον πίνοντες, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι. Καὶ εἴπου ποτὲ εἶεν τοιοῦτοι ἐν τοῖς Χριστιανοῖς, διορθούσθωσαν• εἰ δὲ μή γε, κρατείτωσαν ἐπ' αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν κανονικῶς ἐκτεθέντα. Οἷς δὲ ὁ βίος ἐστίν ἡσύχιος καὶ μονότροπος, ὁ συνταξάμενος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ζυγὸν μονήρη ἆραι, καθίσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσει. Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῖς ἱερατικὸν ἐκλεξαμένοις βίον, οὐδόλως ἔξεστι κατ’ ἰδίαν γυναιξὶ συνεσθίειν, εἰ μή που μετά τινων θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν, καὶ γυναικῶν• ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ. Καὶ ἐπὶ συγγενῶν δὲ τὸ αὐτὸ ποιείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἐν ὁδοιπορίᾳ συμβῂ τὰ τῆς ἀναγκαίας χρείας μὴ ἐπιφέρεσθαι μοναχόν, ἢ ἱερατικὸν ἄνδρα, καὶ διὰ τὸ ἀναγκαῖον καταλῦσαι βούλεται, εἴτε ἐν πανδοχείῳ, εἴτε ἐν οἴκῳ τινός, ἄδειαν ἔχειν αὐτὸν τοῦτο ποιεῖν, ὡς τῆς χρείας κατεπειγούσης, μόνον μετ’ εὐλαβείας.


Πηγή: http://www.egolpion.com/z%27oikoumenikh.el.aspx 

Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου

Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου

Τη Σύνοδο αυτή συνεκάλεσε το αυτοκρατορικό ζεύγος του Μαρκιανού και της Αυγούστας Πουλχερίας το 451 μ.Χ. στη Χαλκηδόνα. Η Σύνοδος καταδίκασε τόσο το κίνημα του Μονοφυσιτισμού, που υποστηριζόταν από τον Αρχιμανδρίτη Ευτυχή, όσο και το Νεστοριανισμό για μία ακόμη φορά. Η Σύνοδος εξέδωσε 30 κανόνες, ανάμεσα στους οποίους και εκείνος που αναγνωρίζει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ισότιμο με τον Πάπα της Ρώμης.


Κανών Α'
Τούς παρά των αγίων Πατέρων καθ' εκάστην σύνοδον άχρι του νυν εκτεθέντας κανόνας κρατείν εδικαιώσαμεν.

Κανών Β'
Ει τις επίσκοπος, επί χρήμασι χειροτονίαν ποιήσαιτο, και εις πράσιν καταγάγοι την άπρατον χάριν, και χειροτονήσοι επί χρήμασιν επίσκοπον, ή χωρεπίσκοπον, ή πρεσβυτέρους, ή διακόνους, ή έτερόν τινα των εν τω κλήρω κατηριθμημένων, ή προβάλλοιτο επί χρήμασιν οικονόμον, ή έκδικον, ή παραμονάριον, ή όλως τινά του κανόνος, δι' αισχροκέρδειαν οικείαν, ο τούτο επιχειρήσας, ελεγχθείς, κινδυνευέτω περί τον οικείον βαθμόν• και ο χειροτονούμενος, μηδέν εκ της κατ' εμπορίαν ωφελείσθω χειροτονίας, ή προβολής• αλλ' έστω αλλότριος της αξίας, ή του φροντίσματος, ούπερ επί χρήμασιν έτυχεν. Ει δε τις και μεσιτεύων φανείη τοις ούτως αισχροίς και αθεμίτοις λήμμασι, και ούτος, ει μεν κληρικός είη, του οικείου εκπιπτέτω βαθμού ει δε λαϊκός, ή μονάζων, αναθεματιζέσθω.

Κανών Γ'
Ήλθεν εις την αγίαν σύνοδον, ότι των εν τω κλήρω κατειλεγμένων τινές, δι' αισχροκέρδειαν, αλλοτρίων κτημάτων γίνονται μισθωτοί, και πράγματα κοσμικά εργολαβούσι, της μεν του Θεού λειτουργίας καταα θυμούντες, τους δε των κοσμικών υποτρέχοντες οίκους, και ουσιών χειρισμούς αναδεχόμενοι δια φιλαργυρίαν. Ώρισε τοίνυν η αγία και μεγάλη σύνοδος, μηδένα του λοιπού, μη επίσκοπον, μη κληρικόν, μη μονάζοντα, ή μισθούσθαι κτήματα, ή πραγμάτων επεισάγειν εαυτόν κοσμικαίς διοικήσεσι• πλήν ει μήπου εκ νόμων καλοίτο εις αφηλίκων απαραίτητον επιτροπήν• ή ο της πόλεως επίσκοπος εκκλησιαστικών επιτρέψοι φροντίζειν πραγμάτων, ή ορφανών, ή χηρών απρονοήτων, και των προσώπων των μάλιστα της εκκλησιαστικής δεομένων βοηθείας, δια τον φόβον του Θεού. Ει δε τις παραβαίνων τα ωρισμένα του λοιπού επιχειρήσοι, ο τοιούτος εκκλησιαστικοίς υποκείσθω επιτιμίοις.

Κανών Δ'
Οι αληθώς και ειλικρινώς τον μονήρη μετιόντες βίον, της προσηκούσης αξιούσθωσαν τιμής. Επειδή δε τινες τω μοναχικώ κεχρημένοι προσχήματι, τας τε εκκλησίας, και τα πολιτικά διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες αδιαφόρως εν ταις πόλεσιν, ου μην αλλά και μοναστήρια εαυτοίς συνιστάν επιτηδεύοντες, έδοξε, μηδένα μεν μηδαμού οικοδομείν, μηδέ συνιστάν μοναστήριον, ή ευκτήριον οίκον, παρά γνώμην του της πόλεως επισκόπου• τους δε καθ' εκάστην πόλιν και χώραν, μονάζοντας, υποτετάχθαι τω επισκόπω, και την ησυχίαν ασπάζεσθαι, και προσέχειν μόνη τη νηστεία, και τη προσευχή, εν οίς τόποις απετάξαντο, προσκαρτερούντες• μήτε δε εκκλησιαστικοίς, μήτε βιωτικοίς παρενοχλείν πράγμασιν, ή επικοινωνείν, καταλιμπάνοντας τα ίδια μοναστήρια, ει μήποτε άρα επιτραπείεν δια χρείαν αναγκαίαν υπό του της πόλεως επισκόπου μηδένα δε προσδέχεσθαι εν τοις μοναστηρίοις δούλον επί τω μονάσαι, παρά γνώμην του ιδίου δεσπότου• τον δε παραβαίνοντα τούτον ημών τον όρον, ωρίσαμεν ακοινώνητον είναι, ίνα μη το όνομα του Θεού βλασφημήται. Τον μεν τοι επίσκοπον της πόλεως, χρή την δέουσαν πρόνοιαν ποιείσθαι των μοναστηρίων.

Κανών Ε'
Περί των μεταβαινόντων από πόλεως εις πόλιν επισκόπων, ή κληρικών, έδοξε τους περί τούτων τεθέντας κανόνας παρά των αγίων Πατέρων έχειν την ισχύν.

Κανών ΣΤ'
Μηδένα απολελυμένως χειροτονείσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε όλως τινά των εν τω εκκλησιαστικώ τάγματι• ει μη ειδικώς εν εκκλησία πόλεως, ή κώμης, ή μαρτυρίω, ή μοναστηρίω, ο χειροτονούμενος επικηρύττοιτο. Τούς δε απολύτως χειροτονουμένους, ώρισεν η αγία σύνοδος, άκυρον έχειν την τοιαύτην χειροθεσίαν, και μηδαμού δύνασθαι ενεργείν, εφ' ύβρει του χειροτονήσαντος.

Κανών Ζ'
Τούς άπαξ εν κλήρω τεταγμένους, ή και μοναστάς, ωρίσαμεν μήτε επί στρατείαν, μήτε επί αξίαν κοσμικήν έρχεσθαι• ή, τούτο τολμώντας, και μη μεταμελομένους, ώστε επιστρέψαι επί τούτο, ό δια Θεόν πρότερον είλοντο, αναθεματίζεσθαι.

Κανών Η'
Οι κληρικοί των πτωχείων, και μοναστηρίων, και μαρτυρίων, υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν• και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωοαν του ιδίου επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν, καθ' οιονδήποτε τρόπον, και μη υποταττόμενοι τω ιδίω επισκόπω, ει μεν είεν κληρικοί, τοις των κανόνων υποκείσθωσαν επιτιμίοις• ει δε μονάζοντες, ή λαϊκοί, έστωσαν ακοινώνητοι.

Κανών Θ'
Ει τις κληρικός προς κληρικόν πράγμα έχει, μη εγκαταλιμπανέτω τον οικείον επίσκοπον, και επί κοσμικά δικαστήρια μη κατατρεχέτω, αλλά πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω επισκόπω, ή γούν, γνώμη αυτού του επισκόπου, παρ' οίς αν αμφότερα τα μέρη βούλωνται, τα της δίκης συγκροτείσθω• ει δε τις παρά ταύτα ποιήσοι, κανονικοίς επιτιμίοις υποκείσθω. Ει δε κληρικός πράγμα έχει προς τον ίδιον, ή και προς έτερον επίσκοπον, παρά τη συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας μητροπολίτην, επίσκοπος, ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τον έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ' αυτώ δικαζέσθω.

Κανών Ι'
Μη εξείναι κληρικόν εν δύο πόλεων κατά ταυτόν καταλέγεσθαι εκκλησίαις, εν ή τε την αρχήν εχειροτονήθη, και εν ή προσέφυγεν, ως μείζονι δήθεν, δια δόξης κενής επιθυμίαν. Τούς δε γε τούτο ποιούντας αποκαθίστασθαι τη ιδία εκκλησία, εν ή εξ αρχής εχειροτονήθησαν, και εκεί μόνον λειτουργείν. Ει μεν τοι ήδη τις μετετέθη εξ άλλης εις άλλην εκκλησίαν, μηδέν τοις της προτέρας εκκλησίας, ήτοι των υπ' αυτήν μαρτυρίων, ή πτώχειων, ή ξενοδοχείων επικοινωνείν πράγμασι. Τούς δε γε τολμώντας, μετά τον ορόν της μεγάλης και οικουμενικής ταύτης συνόδου, πράττειν τι των νυν απηγορευμένων, ώρισεν η αγία σύνοδος εκπίπτειν του ιδίου βαθμού.

Κανών ΙΑ'
Πάντας τους πένητας και δεομένους επικουρίας, μετά δοκιμασίας επιστολίοις, είτουν ειρηνικοίς εκκλησιαστικοίς μόνοις, οδεύειν ωρίσαμεν, και μη συστατικοίς δια το τας συστατικάς επιστολάς προσήκειν τοις ούσιν εν υπολήψει μόνοις παρέχεσθαι προσώποις.

Κανών ΙΒ'
Ήλθεν εις ημάς, ως τινες παρά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς προσδραμόντες δυναστείαις, δια πραγματικών την μίαν επαρχίαν εις δύο κατένεμον, ως εκ τούτου δύο μητροπολίτας είναι εν τη αυτή επαρχία. Ώρισεν τοίνυν η αγία σύνοδος, του λοιπού μηδέν τοιούτον τολμάσθαι παρά επισκόπου• επεί, τον τοιούτο επιχειρούντα εκπίπτειν του ιδίου βαθμού. Όσαι δε ήδη πόλεις δια γραμμάτων βασιλικών τω της μητροπόλεως ετιμήθησαν ονόματι, μόνης απολαυέτωσαν της τιμής, και ο την εκκλησίαν ταύτην διοικών επίσκοπος, δηλονότι σωζομένων τη κατ' αλήθειαν μητροπόλει των οικείων δικαίων.

Κανών ΙΓ'
Ξένους κληρικούς και αγνώστους, εν ετέρα πόλει, δίχα συστατικών γραμμάτων του ιδίου επισκόπου, μηδόλως μηδαμού λειτουργείν.

Κανών ΙΔ'
Επειδή εν τισιν επαρχίαις συγκεχώρηται τοις αναγνώσταις, και ψάλταις, γαμείν, ώρισεν η αγία σύνοδος, μη εξείναί τινι αυτών ετερόδοξον γυναίκα λαμβάνειν. Τούς δε ήδη εκ τοιούτου γάμου παιδοποιήσαντας, ει μεν έφθασαν βαπτίσαι τα εξ αυτών τεχθέντα παρά τοις αιρετικοίς, προσάγειν αυτά τη κοινωνία της καθολικής εκκλησίας• μη βαπτίσαντας δε, μη δύνασθαι έτι βαπτίζειν αυτά παρά τοις αιρετικοίς, μήτε μην συνάπτειν προς γάμον αιρετικώ, ή Ιουδαίω, ή Έλληνι, ει μη άρα επαγγέλλοιτο μετατίθεσθαι εις την ορθόδοξον πίστιν το συναπτόμενον πρόσωπον τω ορθοδόξω. Ει δε τις τούτον τον όρον παραβαίη της αγίας συνόδου, κανονικώ υποκείσθω επιτιμίω.

Κανών ΙΕ'
Διάκονον μη χειροτονείσθαι γυναίκα προ ετών τεσσαράκοντα, και ταύτην μετ' ακριβούς δοκιμασίας. Ει δε γε δεξαμένη την χειροθεσίαν, και χρόνον τινά παραμείνασα τη λειτουργία, εαυτήν επιδώ γάμω, υβρίσασα την του Θεού χάριν, η τοιαύτη αναθεματιζέσθω μετά του αυτή συναφθέντος.

Κανών ΙΣΤ'
Παρθένον αναθείσαν εαυτήν τω δεσπότη Θεώ, ωσαύτως δε και μονάζοντας, μη εξείναι γάμω προσομιλείν. Ει δε γε ευρεθείεν τούτο ποιούντες, έστωσαν ακοινώνητοι. Ωρίσαμεν δε έχειν την αυθεντίαν της επ' αυτοίς φιλανθρωπίας τον κατά τόπον επίσκοπον.

Κανών ΙΖ'
Τάς καθ' εκάστην επαρχίαν αγροικικάς παροικίας, ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς επισκόποις, και μάλιστα ει τριακονταετή χρόνον ταύτας αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένοιτο περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικείσθαι, περί τούτων κινείν παρά τη συνόδω της επαρχίας. Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου μητροπολίτου, παρά τω εξάρχω της διοικήσεως, ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθά προείρηται. Ει δε και τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις, και των εκκλησιαστικών παροικιών η τάξις ακολουθείτω.

Κανών ΙΗ'
Το της συνωμοσίας, ή φατρίας, έγκλημα και παρά των έξω νόμων πάντη κεκώλυται, πολλώ δη μάλλον εν τη του Θεού εκκλησία τούτο γίνεσθαι απαγορεύειν προσήκει. Ει τινες τοίνυν κληρικοί, ή μονάζοντες, ευρεθείεν συνομνύμενοι, ή φατριάζοντες, ή κατασκευάς τυρεύοντες επισκόποις, ή συγκληρικοίς, εκπιπτέτωσαν πάντη του οικείου βαθμού.

Κανών ΙΘ'
Ήλθεν εις τας ημετέρας ακοάς, ως εν ταις επαρχίαις αι κεκανονισμέναι σύνοδοι των επισκόπων ου γίνονται, και εκ τούτου πολλά παραμελείται των διορθώσεως δεομένων εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, κατά τους των αγίων Πατέρων κανόνας, δις του ενιαυτού επί το αυτό συντρέχιν καθ' εκάστην επαρχίαν τους επισκόπους, ένθα αν ο της μητροπόλεως επίσκοπος δοκιμάση, και διορθούν έκαστα τα ανακύπτοντα. Τούς δε μη συνιόντας επισκόπους, ενδημούντας ταις εαυτών πόλεσι, και ταύτα εν υγεία διάγοντας, και πάσης απαραιτήτου και αναγκαίας ασχολίας όντας ελευθέρους, αδελφικώς επιπλήττεσθαι.

Κανών Κ'
Κληρικούς εις εκκλησίαν τελούντας, καθώς ήδη ωρίσαμεν, μη εξείναι εις άλλης πόλεως τάττεσθαι εκκλησίαν• αλλά στέργειν εκείνην, εν ή λειτουργείν εξ αρχής ηξιώθησαν, εκτός εκείνων, οίτινες απολέσαντες τας οικείας πατρίδας από ανάγκης, εις άλλην εκκλησίαν μετήλθον. Ει δε τις επίσκοπος μετά τον όρον τούτον, άλλω επισκόπω προσήκοντα δέξοιτο κληρικόν, έδοξεν ακοινώνητον είναι και τον δεχθέντα, και τον δεξάμενον, έως αν ο μεταστάς κληρικός εις την ιδίαν επανέλθη εκκλησίαν.

Κανών ΚΑ'
Κληρικούς, ή λαϊκούς, κατηγορούντας επισκόπων, ή κληρικών, απλώς και αδοκιμάστως μη προσδέχεσθαι εις κατηγορίαν, ει μη πρότερον εξετασθείη αυτών η υπόληψις.

Κανών ΚΒ'
Μη εξείναι κληρικοίς μετά θάνατον του ιδίου επισκόπου, διαρπάζειν τα διαφέροντα αυτώ πράγματα, καθώς και τοις παραλαμβάνουσιν απηγόρευται• ή τους τούτο ποιούντας, κινδυνεύειν περί τους ιδίους βαθμούς.

Κανών ΚΓ'
Ήλθεν εις τας ακοάς της αγίας συνόδου, ως κληρικοί τινες και μονάζοντες, μηδέν εγκεχειρισμένοι υπό του ιδίου επισκόπου, έστι δ' ότε και ακοινώνητοι γενόμενοι παρ' αυτού, καταλαμβάνοντες την βασιλεύουσαν Κωνσταντινούπολιν, επί πολύ εν αυτή διατρίβουσι, ταραχάς εμποιούντες, και θορυβούντες την εκκλησιαστικήν κατάστασιν, ανατρέπουσί τε οίκους τινών. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, τους τοιούτους υπομιμνήσκεσθαι μεν πρότερον δια του εκδίκου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας επί τω εξελθείν της βασιλευούσης πόλεως• ει δε τοις αυτοίς πράγμασιν επιμένοιεν αναισχυντούντες, και άκοντας αυτούς δια του αυτού εκδίκου εκβάλλεσθαι, και τους ιδίους καταλαμβάνειν τόπους.

Κανών ΚΔ'
Τα άπαξ καθιερωθέντα μοναστήρια, κατά γνώμην επισκόπου, μένειν εις το διηνεκές μοναστήρια, και τα ανήκοντα αυτοίς πράγματα φυλάττεσθαι, και μηκέτι γίνεσθαι ταύτα κοσμικά καταγώγια• τους δε συγχωρούντας τούτο γίνεσθαι, υποκείσθαι τοις εκ των κανόνων επιτιμίοις.

Κανών ΚΕ'
Επειδή περ τινές των μητροπολιτών, ως περιηχήθημεν, αμελούσι των εγκεχειρισμένων αυτοίς ποιμνίων, και αναβάλλονται τας χειτοτονίας των επισκόπων• έδοξε τη αγία συνόδω, εντός τριών μηνών γίνεσθαι τας χειροτονίας των επισκόπων, ει μήποτε άρα απαραίτητος ανάγκη παρασκευάσοι επιταθήναι τον της αναβολής χρόνον. Ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν εκκλησιαστικοίς επιτιμίοις. Τήν μεν τοι πρόσοδον της χηρευούσης εκκλησίας, σώαν παρά τω οικονόμω της αυτής εκκλησίας φυλάττεσθαι.

Κανών ΚΣΤ'
Επειδή εν τισιν εκκλησίαις, ως περιηχήθημεν, δίχα οικονόμων οι επίσκοποι και τα εκκλησιαστικά χειρίζουσι πράγματα, έδοξε πάσαν εκκλησίαν επίσκοπον έχουσαν, και οικονόμον έχειν εκ του ιδίου κλήρου, οικονομούντα τα εκκλησιαστικά κατά γνώμην του ιδίου επισκόπου• ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκκλησίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα αυτής πράγματα, και λοιδορίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι• ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν τοις θείοις κανόσιν.

Κανών ΚΖ'
Τούς αρπάζοντας γυναίκας επ' ονόματι συνοικεσίου, ή συμπράττοντας, ή συναιρομένους τοις αρπάζουσιν, ώρισεν η αγία σύνοδος, ει μεν κληρικοί είεν, εκπίπττειν του ιδίου βαθμούει δε λαϊκοί, αναθεματίζεσθαι.

Κανών ΚΗ'
Πανταχού τοις των αγίων Πατέρων όροις επόμενοι, και τον αρτίως αναγνωσθέντα κανόνα των εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατων επισκόπων, των συναχθέντων επί του της ευσεβούς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, του γενομένου βασιλέως εν τη βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέα ώμη, γνωρίζοντες, τα αυτά και ημείς ορίζομέν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβείων της αγιωτάτης εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως Νέας ώμης• και γαρ τω θρόνω της πρεσβυτέρας ώμης, δια το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας ώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα βασιλίδι ώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ' εκείνην υπάρχουσαν. Και ώστε τους της Ποντικής, και της Ασιανής, και της Θρακικής διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, έτι δε και τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας• δηλαδή εκάστου μητροπολίτου των προειρημένων διοικήσεων μετά των της επαρχίας επισκόπων χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοις θείοις κανόσι διηγόρευται• χειροτονείσθαι δε, καθώς είρηται, τους μητροπολίτας των προειρημένων διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά το έθος γινομένων, και επ' αυτόν αναφερομένων.

Κανών ΚΘ'
Επίσκοπον εις πρεσβυτέρου βαθμόν φέρειν, ιεροσυλία εστίν. Ει δε αιτία τις δικαία εκείνους από της πράξεως της επισκοπής αποκινεί, ουδέ πρεσβυτέρου τόπον κατέχειν οφείλουσιν. Ει δε εκτός τινος εγκλήματος απεκινήθησαν του αξιώματος, προς την της επισκοπής αξίαν επαναστρέψουσιν. Ανατόλιος ο ευλαβέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είπεν• Ούτοι οι λεγόμενοι από της επισκοπικής αξίας εις την του πρεσβυτέρου τάξιν κατεληλυθέναι, ει μεν υπό ευλόγων τινών αιτιών καταδικάζονται, εικότως ουδέ της πρεσβυτέρου εντός άξιοι τυγχάνουσιν είναι τιμής• ει δε δίχα τινός αιτίας ευλόγου εις τον ήττονα κατεβιβάσθησαν βαθμόν, δίκαιοι τυγχάνουσιν, ει γε ανεύθυνοι φανείεν, την της επισκοπής επαναλαβείν αξίαν τε και ιερωσύνην.

Κανών Λ'
Επειδή οι ευλαβέστατοι επίσκοποι της Αιγύπτου, ουχ ως μαχόμενοι τη καθολική πίστει, υπογράψαι τη επιστολή του οσιωτάτου αρχιεπισκόπου Λέοντος επί του παρόντος ανεβάλοντο, αλλά φάσκοντες, έθος είναι εν τη Αιγυπτιακή διοικήσει, παρά γνώμην και διατύπωσιν του αρχιεπισκόπου μηδέν τοιούτο ποιείν• και αξιούσιν ενδοθήναι αυτοίς άχρι της χειροτονίας του εσομένου της των Αλεξανδρέων μεγαλουπόλεως επισκόπου• εύλογον ημίν εφάνη και φιλάνθρωπον, ώστε αυτοίς μένουσιν επί του οικείου σχήματος εν τη βασιλευούση πόλει, ένδοσιν παρασχεθήναι, άχρις αν χειροτονηθή ο αρχιεπίσκοπος της Αλεξανδρέων μεγαλοπόλεως. Όθεν μένοντες επί του οικείου σχήματος, ή εγγύας παρέξουσιν, ει τούτο αυτοίς δυνατόν, ή εξωμοσία καταπιστευθήσονται.


Πηγή: http://www.egolpion.com/72D01DBB.el.aspx

Κανόνες Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου

Κανόνες Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου

Πραγματοποιήθηκε το έτος 431 μ.Χ. στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, μετά από κλήση του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β'. Στη σύνοδο αυτή καταδικάστηκε το κίνημα του Νεστοριανισμού και διακηρύχτηκε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, έχοντας πλήρη ένωση των δύο φύσεων του, ενώ αποδόθηκε στην Παρθένο Μαρία ο τίτλος Θεοτόκος.


Κανών Α'
Επειδή εχρήν και τους απολειφθέντας της αγίας συνόδου, και μείναντας κατά χώραν, ή πόλιν, δια τινα αιτίαν, ή εκκλησιαστικήν, ή σωματικήν, μη αγνοήσαι τα εν αυτή τετυπωμένα, γνωρίζομεν τη υμετέρα αγιότητι και αγάπη, ότι περ, ει τις μητροπολίτης της επαρχίας, αποστατήσας της αγίας και οικουμενικής συνόδου, προσέθετο τω της αποστασίας συνεδρίω, ή μετά τούτο προστεθείη, ή τα Κελεστίου εφρόνησεν, ή φρονήσει, ούτος κατά των της επαρχίας επισκόπων διαπράττεσθαί τι ουδαμώς δύναται, πάσης εκκλησιαστικής κοινωνίας εντεύθεν ήδη υπό της συνόδου εκβεβλημένος, και ανενέργητος υπάρχων. Αλλά και αυτοίς τοις της επαρχίας επισκόποις, και τοις πέριξ μητροπολίταις, τοις τα της ορθοδοξίας φρονούσιν, υποκείσεται εις το πάντη και του βαθμού της επισκοπής εκβληθήναι.

Κανών Β'
Ει δε τινες επαρχιώται επίσκοποι απελείφθησαν της αγίας συνόδου, και τη αποστασία προσετέθησαν, ή προστεθήναι πειραθείεν, ή και υπογράψαντες τη Νεστορίου καθαιρέσει, επαλινδρόμησαν προς το της αποστασίας συνέδριον• τούτους πάντη κατά το δόξαν τη αγία συνόδω αλλοτρίους είναι της ιερωσύνης, και του βαθμού εκπίπτειν.

Κανών Γ'
Ει δε τινες των εν εκάστη πόλει, ή χώρα κληρικών, υπό του Νεστορίου, και των συν αυτώ όντων, της ιερωσύνης εκωλύθησαν δια το ορθώς φρονείν, εδικαιώσαμεν και τούτους τον ίδιον απολαβείν βαθμόν. Κοινώς δε τους τη ορθοδόξω και οικουμενική συνόδω συμφρονούντας κληρικούς, κελεύομεν τοις αποστατήσασιν, ή αφισταμένοις επισκόποις, μηδόλως υποκείσθαι κατά μηδένα τρόπον.

Κανών Δ'
Ει δε τινες αποστατήσαιεν των κληρικών, και τολμήσαιεν ή κατ' ιδίαν, ή δημοσία, τα Νεστορίου, ή τα Κελεστίου φρονήσαι, και τούτους είναι καθηρημένους υπό της αγίας συνόδου δεδικαίωται.

Κανών Ε'
Όσοι δε επί ατόποις πράξεσι κατεκρίθησαν υπό της αγίας συνόδου, ή υπό των οικείων επισκόπων, και τούτοις ακανονίστως, κατά την εν άπασιν αδιαφορίαν αυτού, ο Νεστόριος, και οι τα αυτού φρονούντες, αποδούναι επειράθησαν, ή πειραθείεν, κοινωνίαν, ή βαθμόν, ανωφελήτους είναι, και μένειν ουδέν ήττον καθηρημένους εδικαιώσαμεν.

Κανών ΣΤ'
Ομοίως δε και ει τινες βουληθείεν, τα περί εκάστου πεπραγμένα εν τη αγία συνόδω, τη εν Εφέσω, οιωδήποτε τρόπω παρασαλεύειν, η αγία σύνοδος ώρισεν, ει μεν επίσκοποι είεν, ή κληρικοί, του οικείου παντελώς αποπίπτειν βαθμού• ει δε λαϊκοί, ακοινωνήτους υπάρχειν.

Κανών Ζ'
Τούτων αναγνωσθέντων, ώρισεν η αγία σύνοδος, ετέραν πίστιν μηδενί εξείναι προφέρειν, ήγουν συγγράφειν, ή συντιθέναι, παρά την ορισθείσαν παρά των αγίων Πατέρων, των εν τη Νικαέων συναχθέντων πόλει, συν αγίω Πνεύματι. Τούς δε τολμώντας ή συντιθέναι πίστιν ετέραν, ή γούν προκομίζειν, ή προφέρειν τοις θέλουσιν επιστρέφειν εις επίγνωσιν της αληθείας, ή εξ ελληνισμού, ή εξ ιουδαϊσμού, ή γούν εξ αιρέσεως οιασδηποτούν• τούτους, ει μεν είεν επίσκοποι, ή κληρικοί, αλλοτρίους είναι τους επισκόπους της επισκοπής, και τους κληρικούς του κλήρου• ει δε λαϊκοί είεν αναθεματίζεσθαι. Κατά τον ίσον δε τρόπον, ει φωραθείεν τινες, είτενεπίσκοποι, είτε κληρικοί, είτε λαϊκοί ή φρονούντες, ή διδάσκοντες τα εν την προκομισθείση εκθέσει παρά Χαρισίου του πρεσβυτέρου, περί της ενανθρωπήσεως του μονογενούς Υιού του Θεού, ήγουν τα μιαρά και διεστραμμένα του Νεστορίου δόγματα, α και υποτέτακται, υποκείσθωσαν τη αποφάσει της αγίας ταύτης και οικουμενικής συνόδου• ώστε δηλονότι, τον μεν επίσκοπον, απαλλοτριούσθαι της επισκοπής, και είναι καθηρημένον• τον δε κληρικόν, ομοίως εκπίπτειν του κλήρου ει δε λαϊκός τις είη, και ούτος αναθεματιζέσθω, καθά προείρηται.

Κανών Η'
Πράγμα παρά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και τους κανόνας των αγίων Αποστόλων καινοτομούμενον, και της πάντων ελευθερίας απτόμενον, προσήγγειλεν ο θεοφιλέστατος συνεπίσκοπος ηγίνος, και οι συν αυτώ θεοφιλέστατοι επίσκοποι της Κυπρίων επαρχίας, Ζήνων και Ευάγριος. Όθεν, επειδή τα κοινά πάθη μείζονος δείται της θεραπείας, ως και μείζονα την βλάβην φέροντα, και μάλιστα ει μηδέ έθος αρχαίον παρηκολούθησεν, ώστε τον επίσκοπον της Αντιοχέων πόλεως τας εν Κύπρω ποιείσθαι χειροτονίας, καθά δια των λιβέλλων και των οικείων φωνών εδίδαξαν οι ευλαβέστατοι άνδρες, οι την πρόσοδον τη αγία συνόδω ποιησάμενοι, έξουσι το ανεπηρέαστον και αβίαστον οι των αγίων εκκλησιών, των κατά την Κύπρον, προεστώτες, κατά τους κανόνας των οσίων Πατέρων, και την αρχαίαν συνήθειαν, δι' εαυτών τας χειροτονίας των ευλαβεστάτων επισκόπων ποιούμενοι• το δε αυτό και επί των άλλων διοικήσεων, και των απανταχού επαρχιών παραφυλαχθήσεται• ώστε μηδένα των θεοφιλεστάτων επισκόπων επαρχίαν ετέραν, ουκ ούσαν άνωθεν και εξ αρχής υπό την αυτού, ή γούν των προ αυτού χείρα καταλαμβάνειν αλλ' ει και τις κατέλαβε, και υφ'εαυτόν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην αποδιδόναι• ίνα μη των Πατέρων οι κανόνες παραβαίνωνται, μηδέ εν ιερουργίας προσχήματι, εξουσίας τύφος κοσμικής περεισδύηται, μηδέ λάθωμεν την ελευθερίαν κατά μικρόν απολέσαντες, ην ημίν εδωρήσατο τω ιδίω αίματι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο πάντων ανθρώπων ελευθερωτής. Έδοξε τοίνυν τη αγία και οικουμενική συνόδω, σώζεσθαι εκάστη επαρχία καθαρά και αβίαστα τα αυτή προσόντα δίκαια εξ αρχής και άνωθεν, κατά το πάλαι κρατήσαν έθος, άδειαν έχοντος εκάστου μητροπολίτου τα ίσα των πεπραγμένων προς το οικείον ασφαλές εκλαβείν. Ει δε τις μαχόμενον τύπον τοις νυν ωρισμένοις προσκομίσοι, άκυρον τούτον είναι έδοξε τη αγία πάση και οικουμενική συνόδω.

Πηγή: http://www.egolpion.com/058E581B.el.aspx

Κανόνες Β΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κανόνες Β΄ Οικουμενικής Συνόδου
Συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α' το Μέγα το έτος 381 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη. Αντικείμενα της Συνόδου ήταν η συμπλήρωση του Συμβόλου της Νίκαιας, η καταδίκη και πάλι του Αρειανισμού, καθώς και του κινήματος του Μακεδόνιου, ο οποίος αμφέβαλε για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.


Κανών Α'
Ώρισαν οι εν Κωνσταντινούπολει συνελθόντες άγιοι Πατέρες, μη αθετείσθαι την πίστιν των Πατέρων των τριακοσίων δέκα οκτώ, των εν Νικαία της Βιθυνίας συνελθόντων• αλλά μένειν εκείνην κυρίαν, και αναθεματισθήναι πάσαν αίρεσιν και ειδικώς την των Ευνομιανών, είτ' ουν Ευδοξιανών, και την των Ημιαρείων, είτ' ουν Πνευματομάχων, και την των Σαβελλιανών,και την των Μαρκελλιανών, και την των Φωτεινιανών, και την των Απολλιναριστών.

Κανών Β'
Τούς υπέρ διοίκησιν επισκόπους ταις υπερορίοις εκκλησίαις μη επιέναι, μηδέ συγχέειν τας εκκλησίας• αλλά κατά τους κανόνας, τον μεν Αλεξανδρείας επίσκοπον, τα εν Αιγύπτω μόνον οικονομείν• τους δε της Ανατολής επισκόπους, την Ανατολήν μόνην διοικείν• φυλαττομένων των εν τοις κανόσι τοις κατά Νίκαιαν πρεσβείων τη Αντιοχέων εκκλησία• και τους της Ασιανής διοικήσεως επισκόπους, τα κατά την Ασιανήν μόνον διοικείν• και τους της Ποντικής, τα της Ποντικής μόνον και τους της Θράκης τα της Θρακικής μόνον οικονομείν. Ακλήτους δε επισκόπους υπέρ διοίκησιν μη επιβαίνειν επί χειροτονία, ή τισιν άλλαις οικονομίαις εκκλησιαστικαίς. Φυλαττομένου δε του προγεγραμμένου περί των διοικήσεων κανόνος, εύδηλον ως τα καθ' εκάστην επαρχίαν η της επαρχίας σύνοδος διοικήσει, κατά τα εν Νικαία ωρισμένα. Τάς δε εν τοις βαρβαρικοίς έθνεσι του Θεού εκκλησίας, οικονομείσθαι χρή κατά την κρατήσασαν συνήθειαν των Πατέρων.

Κανών Γ'
Τον μεν τοι Κωνσταντινουπόλεως επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης επίσκοπον, δια το είναι αυτήν νέαν Ρώμην.

Κανών Δ'
Περί Μαξίμου του Κυνικού, και της κατ' αυτόν αταξίας της εν Κωνσταντινουπόλει γενομένης ώστε μήτε Μάξιμον επίσκοπον ή γενέσθαι, ή είναι, μήτε τους παρ' αυτού χειροτονηθέντας, εν οιωδήποτε βαθμώ κλήρου• πάντων και των περί αυτόν, και των παρ' αυτού γενομένων ακυρωθέντων.

Κανών Ε'
Περί του τόμου των δυτικών, και τους εν Αντιοχεία απεδεξάμεθα, τους μίαν ομολογούντας Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος Θεότητα.

Κανών ΣΤ'
Επειδή πολλοί την εκκλησιαστικήν ευταξίαν συγχείν και ανατρέπειν βουλόμενοι, φιλέχθρως και συκοφαντικώς αιτίας τινάς κατά των οικονομούντων τας εκκλησίας ορθοδόξων επισκόπων συμπλάσσουσιν, ουδέν έτερον, ή χραίνειν τας των ιερέων υπολήψεις, και ταραχάς των ειρηνευόντων λαών κατασκευάζειν επιχειρούντες τούτου ένεκεν ήρεσε τη αγία συνόδω των εν Κωνσταντινουπόλει συνδραμόντων επισκόπων, μη ανεξετάστως προσίεσθαι τους κατηγόρους, μηδέ πάσιν επιτρέπειν τας κατηγορίας ποιείσθαι κατά των οικονομούντων τας εκκλησίας, μηδέ μην πάντας αποκλείειν. Αλλ' ει μεν τις οικείαν τινά μέμψιν, τουτέστιν ιδιωτικήν, επαγάγοι τω επισκόπω ως πλεονεκτηθείς, ή άλλο τι παρά το δίκαιον παρ' αυτού πεπονθώς, επί των τοιούτων κατηγοριών μη εξετάζεσθαι, μήτε πρόσωπον του κατηγόρου, μήτε την θρησκείαν. Χρή γαρ παντί τρόπω, το τε συνειδός του επισκόπου ελεύθερον είναι, και τον αδικείσθαι λέγοντα, οίας αν ή θρησκείας, των δικαίων τυγχάνειν. Ει δε εκκλησιαστικόν είη το επιφερόμενον έγκλημα τω επισκόπω, τότε δοκιμάζεσθαι χρή των κατηγορούντων τα πρόσωπα• ίνα, πρώτον μεν αιρετικοίς μη εξή κατηγορίας κατά των ορθοδόξων επισκόπων υπέρ εκκλησιαστικών πραγμάτων ποιείσθαι. Αιρετικούς δε λέγομεν, τους τε πάλαι της εκκλησίας αποκηρυχθέντας, και τους μετά ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας• προς δε τούτοις, και τους την πίστιν μεν την υγιή προσποιουμένους ομολογείν, αποσχίσαντας δε, και αντισυνάγοντας τοις κανονικοίς ημών επισκόποις. Έπειτα δε, και ει τινες των από της εκκλησίας επί αιτίαις τισί προκατεγνωσμένοι είεν και αποβεβλημένοι, ή ακοινώνητοι, είτε από κλήρου, είτε από λαϊκού τάγματος, μηδέ τούτοις εξείναι κατηγορείν επισκόπου, πριν αν το οικείον έγκλημα πρότερον αποδύσωνται. Ομοίως δε και τους υπό κατηγορίαν προλαβούσαν όντας, μη πρότερον είναι δεκτούς εις επισκόπου κατηγορίαν, ή ετέρων κληρικών, πριν αν αθώους εαυτούς των επαχθέντων αυτοίς αποδείξωσιν εγκλημάτων. Ει μέντοι τινές μήτε αιρετικοί, μήτε ακοινώνητοι είεν, μήτε κατεγνωσμένοι, ή προκατηγορημένοι επί τισι πλημμελήμασι, λέγοιεν δε έχειν τινά εκκλησιαστικήν κατά του επισκόπου κατηγορίαν, τούτους κελεύει η αγία σύνοδος, πρώτον μεν επί των της επαρχίας πάντων επισκόπων ενίστασθαι τας κατηγορίας, και επ' αυτών ελέγχειν τα εγκλήματα του εν αιτίαις τισίν επισκόπου• ει δε συμβαίη αδυνατήσαι τους επαρχιώτας προς διόρθωσιν των επιφερομένων εγκλημάτων τω επισκόπω, τότε αυτούς προσιέναι μείζονι συνόδω, των της διοικήσεως εκείνης επισκόπων υπέρ της αιτίας ταύτης συγκαλουμένων• και μη πρότερον ενίστασθαι την κατηγορίαν, πριν ή εγγράφως αυτούς τον ίσον αυτοίς επιτιμήσασθαι κίνδυνον, είπερ εν τη των πραγμάτων εξετάσει συκοφαντούντες τον κατηγορούμενον επίσκοπον ελεγχθείεν. Ει δε τις καταφρονήσας των κατά τα προδηλωθέντα δεδογμένων, τολμήσειεν ή βασιλικάς ενοχλείν ακοάς, ή κοσμικών αρχόντων δικαστήρια, ή οικουμενικήν σύνοδον ταράσσειν, πάντας ατιμάσας τους της διοικήσεως επισκόπους, τον τοιούτον το παράπαν εις κατηγορίαν μη είναι δεκτόν, ως καθυβρίσαντα τους κανόνας, και την εκκλησιαστικήν λυμηνάμενον ευταξίαν.

Κανών Ζ'
Τούς προστιθεμένους τη ορθοδοξία, και τη μερίδι των σωζομένων, από αιρετικών, δεχόμεθα κατά την υποτεταγμένην ακολουθίαν, και συνήθειαν. Αρειανούς μεν, και Μακεδονιανούς, και Σαββατιανούς, και Ναυατιανούς, τους λέγοντας εαυτούς Καθαρούς και Αριστερούς, και τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, είτουν Τετραδίτας, και Απολλιναριστάς, δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, και αναθεματίζοντας πάσαν αίρεσιν, μη φρονούσαν, ως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική εκκλησία, και σφραγιζομένους, ήτοι χριομένους, πρώτον τω αγίω μύρω το τε μέτωπον, και τους οφθαλμούς και τας ρίνας, και το στόμα, και τα ώτα• και σφραγίζοντες αυτούς, λέγομεν• Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου. Ευνομιανούς μέντοι τους εις μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, και Μοντανιστάς, τους ενταύθα λεγομένους Φρύγας, και Σαβελλιανούς, τους υιοπατορίαν διδάσκοντας, και έτερά τινα και χαλεπά ποιούντας, και τας άλλας πάσας αιρέσεις• (επειδή πολλοί εισιν ενταύθα, μάλιστα οι από των Γαλατών χώρας ορμώμενοι), πάντας τους υπ' αυτών θέλοντας προστίθεσθαι τη ορθοδοξία, ως Έλληνας δεχόμεθα• και την πρώτην ημέραν ποιούμεν αυτούς Χριστιανούς, την δε δευτέραν κατηχουμένους• είτα τη τρίτη εξορκίζομεν αυτούς, μετά του εμφυσάν τρίτον εις το πρόσωπον, και εις τα ώτα, και ούτω κατηχούμεν αυτούς, και ποιούμεν χρονίζειν εις την εκκλησίαν, και ακροάσθαι των γραφών, και τότε αυτούς βαπτίζομεν.

Κανών Η'
Αριστ. Οι καταδύσει μια βαπτιζόμενοι Ευνομιανοί, Σαβελλιανοί, και Φρύγες, ως Έλληνες δεχέσθωσαν. Ούτοι και βαπτίζονται, και χρίονται, ότι ως Έλληνες παραδέχονται• και καιρόν ικανόν προ του βαπτίσματος κατηχούνται, και των θείων γραφών ακροώνται.



Πηγή: http://www.egolpion.com/E38EA7E9.el.aspx 

Κανόνες Α΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κανόνες Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
Συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ. και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αφορμή της Συνόδου στάθηκε το κίνημα του Αρειανισμού ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Αποτέλεσμα της Συνόδου ήταν είκοσι κανόνες (ανάμεσα στους οποίους το Σύμβολο της Νίκαιας - Σύμβολο της Πίστεως), ο καθορισμός της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα και η καταδίκη του Αρειανισμού.


Κανών Α'
Ει τις εν νόσω υπό ιατρών εχειρουργήθη, ή υπό βαρβάρων εξετμήθη, ούτος μενέτω εν τω κλήρω. Ει δε τις υγιαίνων εαυτόν εξέτεμε, τούτον και εν τω κλήρωεξεταζόμενον, πεπαύσθαι προσήκει• και εκ του δεύρο, μηδένα των τοιούτων χρήναι προάγεσθαι. Ώσπερ δε τούτο πρόδηλον, ότι περί των επιτηδευόντων το πράγμα, και τολμώντων εαυτούς εκτέμνειν είρηται• ούτως, ει τινες υπό βαρβάρων, ή δεσποτών ευνουχίσθησαν, ευρίσκοιντο δε άλλως άξιοι, τους τοιούτους εις κλήρον προσίεται ο Κανών.

Κανών Β'
Επειδή πολλά, ήτοι υπό ανάγκης, ή άλλως επειγομένων των ανθρώπων, εγένετο παρά τον κανόνα τον εκκλησιαστικόν, ώστε ανθρώπους από εθνικού βίου άρτι προσελθόντας τη πίστει, και εν ολίγω χρόνω κατηχηθέντας, ευθύς επί το πνευματικόν λουτρόν άγειν, και άμα τω βαπτισθήναι προάγειν εις επισκοπήν, ή εις πρεσβυτέριον, καλώς έδοξεν έχειν, του λοιπού μηδέν τοιούτο γίνεσθαι• και γαρ και χρόνου δεί τω κατηχουμένω, και μετά το βάπτισμα, δοκιμασίας πλείονος. Σαφές γαρ το αποστολικόν γράμμα, το λέγον• Μη νεόφυτον, ίνα μη τυφωθείς εις κρίμα εμπέση, και παγίδα του διαβόλου. Ει δε, προϊόντος του χρόνου, ψυχικόν τι αμάρτημα ευρεθείη περί το πρόσωπον, και ελέγχοιτο υπό δύο, ή τριών μαρτύρων, πεπαύσθω ο τοιούτος του κλήρου. Ο δε παρά ταύτα ποιών, ως υπεναντία τη μεγάλη συνόδω θρασυνόμενος, αυτός κινδυνεύσει περί τον κλήρον.

Κανών Γ'
Απηγόρευσε καθόλου η μεγάλη σύνοδος, μήτε επισκόπω, μήτε πρεσβυτέρω, μήτε διακόνω, μήτε όλως τινί των εν κλήρω, εξείναι συνείσακτον έχειν, πλήν ει μη άρα μητέρα, ή αδελφήν, ή θείαν, ή α μόνα πρόσωπα πάσαν υποψίαν διαπέφευγεν.

Κανών Δ'
Επίσκοπον προσήκει μάλιστα μεν υπό πάντων των εν τη επαρχία καθίστασθαι• ει δε δυσχερές είη το τοιούτο, ή δια κατεπείγουσαν ανάγκην, ή δια μήκος οδού, εξ άπαντος τρεις επί το αυτό συναγομένους, συμψήφων γινομένων και των απόντων, και συντιθεμένων δια γραμμάτων, τότε την χειροτονίαν ποιείσθαι• το δε κύρος των γενομένων δίδοσθαι καθ' εκάστην επαρχίαν τω μητροπολίτη.

Κανών Ε'
Περί των ακοινωνήτων γενομένων, είτε των εν κλήρω, είτε των εν λαϊκώ τάγματι, υπό των καθ' εκάστην επαρχίαν επισκόπων, κρατείτω η γνώμη, κατά τον κανόνα τον διαγορεύοντα, τους υφ' ετέρων αποβληθέντας υφ' ετέρων μη προσίεσθαι. Εξεταζέσθω δε, μη μικροψυχία, ή φιλονεικία, ή τινι τοιαύτη αηδία του επισκόπου, αποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ίνα ουν τούτο την πρέπουσαν εξέτασιν λαμβάνοι, καλώς έχειν έδοξεν, εκάστου ενιαυτού, καθ' εκάστην επαρχίαν δις του έτους συνόδους γίνεσθαι, ίνα κοινή πάντων των επισκόπων της επαρχίας επί το αυτό συναγομένων, τα τοιαύτα ζητήματα εξετάζηται, και ούτως οι ομολογουμένως προσκεκρουκότες τω επισκόπω, κατά λόγον ακοινώνητοι παρά πάσιν είναι δόξωσι, μέχρις αν τω κοινώ των επισκόπων δόξη την φιλανθρωποτέραν υπέρ αυτών εκθέσαι ψήφον. Αι δε σύνοδοι γινεσθωοαν, μία μεν προ της Τεσσαρακοστής, ίνα πάσης μικροψυχίας αναιρουμένης, το δώρον καθαρόν προσφέρηται τω Θεώ• δευτέρα δε, περί τον του μετοπώρου καιρόν.

Κανών ΣΤ'
Τα αρχαία έθη κρατείτω, τα εν Αιγύπτω, και Λιβύη και Πενταπόλει, ώστε τον εν Αλεξανδρεία επίσκοπον πάντων τούτων έχειν την εξουσίαν• επειδή και τω εν ώμη επισκόπω τούτο σύνηθές εστιν. Ομοίως δε και κατά την Αντιόχειαν, και εν ταις άλλαις επαρχίαις, τα πρεσβεία σώζεσθαι ταις εκκλησίαις. Καθόλου δε πρόδηλον εκείνο ότι, ει τις χωρίς γνώμης του μητροπολίτου γένοιτο επίσκοπος, τον τοιούτον η μεγάλη σύνοδος ώρισε μη δείν είναι επίσκοπον. Εάν μέντοι τη κοινή πάντων ψήφω, ευλόγω ούση, και κατά κανόνα εκκλησιαστικόν, δύο, ή τρεις δι' οικείαν φιλονεικίαν αντιλέγωσι, κρατείτω η των πλειόνων ψήφος.

Κανών Ζ'
Επειδή συνήθεια κεκράτηκε, και παράδοσις αρχαία, ώστε τον εν Αιλία επίσκοπον τιμάσθαι, εχέτω την ακολουθίαν της τιμής• τη μητροπόλει σωζομένου του οικείου αξιώματος.

Κανών Η'
Περί των ονομαζόντων μεν εαυτούς Καθαρούς ποτε, προσερχομένων δε τη καθολική και αποστολική εκκλησία, έδοξε τη αγία και μεγάλη συνόδω, ώστε χειροθετουμένους αυτούς, μένειν ούτως εν τω κλήρω. Προ πάντων δε τούτο ομολογήσαι αυτούς εγγράφως προσήκει, ότι συνθήσονται και ακολουθήσουσι τοις της καθολικής και αποστολικής εκκλησίας δόγμασι• τουτέστι και διγάμοις κοινωνείν, και τοις εν τω διωγμώ παραπεπτωκόσιν, εφ' ων και χρόνος τέτακται, και καιρός ώρισται• ώστε αυτούς ακολουθείν εν πάσι τοις δόγμασι της καθολικής εκκλησίας. Ένθα μεν ουν πάντες, είτε εν κώμαις, είτε εν πόλεσιν, αυτοί μόνοι ευρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οι ευρισκόμενοι εν τω κλήρω, έσονται εν τω αυτώ σχήματι. Ει δε του της καθολικής εκκλησίας επισκόπου, ή πρεσβυτέρου όντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ως ο μεν επίσκοπος της εκκλησίας έξει το αξίωμα του επισκόπου• ο δε ονομαζόμενος παρά τοις λεγομένοις Καθαροίς επίσκοπος, την του πρεσβυτέρου τιμήν έξει• πλήν ει μη άρα δοκοίη τω επισκόπω, της τιμής του ονόματος αυτόν μετέχειν. Ει δε τούτο αυτώ μη αρέσκοι, επινοήσει τόπον ή χωρεπισκόπου, ή πρεσβυτέρου, υπέρ του εν τω κλήρω όλως δοκείν είναιίνα μη εν τη πόλει δύο επίσκοποι ώσιν.

Κανών Θ'
Ει τινες ανεξετάστως προήχθησαν πρεσβύτεροι, ανακρινόμενοι ωμολόγησαν τα αμαρτήματα αυτοίς, και, ομολογησάντων αυτών, παρά κανόνα κινούμενοι οι άνθρωποι τοις τοιούτοις χείρα επιτεθείκασι, τούτους ο Κανών ου προσίεται• το γαρ ανεπίληπτον εκδικεί η καθολική εκκλησία.

Κανών Ι'
Όσοι προεχειρίσθησαν των παραπεπτωκότων, κατ' άγνοιαν, ή και προειδότων των προχειρισαμένων, τούτο ου προκρίνει τω κανόνι τω εκκλησιαστικώ• γνωσθέντες γαρ, καθαιρούνται.

Κανών ΙΑ'
Περί των παραβάντων χωρίς ανάγκης, ή χωρίς αφαιρέσεως υπαρχόντων, ή χωρίς κινδύνου, ή τινος τοιούτου, ό γέγονεν επί της τυραννίδος Λικινίου, έδοξε τη συνόδω ει και ανάξιοι ήσαν φιλανθρωπίας, όμως χρηστεύσασθαι εις αυτούς. Όσοι ουν γνησίως μεταμέλονται, τρία έτη εν ακροωμένοις ποιήσουσιν, ως πιστοί, και επτά έτη υποπεσούνται• δύω δε έτη χωρίς προσφοράς κοινωνήσουσι τω λαώ των προσευχών.

Κανών ΙΒ'
Οι δε προσκληθέντες μεν υπό της χάριτος, και την πρώτην ορμήν ενδειξάμενοι, και αποθέμενοι τας ζώνας, μετά δε ταύτα επί τον οικείον έμετον αναδραμόντες, ως κύνες, ως τινάς και αργύρια προέσθαι, και βενεφικίοις κατορθώσαι το αναστρατεύσασθαι• ούτοι δέκα έτη υποπιπτέτωσαν, μετά τον της τριετούς ακροάσεως χρόνον. Εφ' άπασι δε τούτοις, προσήκει εξετάζειν την προαίρεσιν και το είδος της μετανοίας. Όσοι μεν γαρ φόβω, και δάκρυσι, και υπομονή, και αγαθοεργίαις, την επιοτροφήν έργω, και ου σχήματι, επιδείκνυνται, ούτοι πληρώσαντες τον χρόνον τον ωρισμένον της ακροάσεως, εικότως των ευχών κοινωνήσουσι, μετά του εξείναι τω επισκόπω και φιλανθρωπότερόν τι περί αυτών βουλεύσασθαι. Όσοι δε αδιαφόρως ήνεγκαν, και το σχήμα του εισιέναι εις την εκκλησίαν αρκείν εαυτοίς ηγήσαντο προς την επιστροφήν, εξ άπαντος πληρούτωσαν τον χρόνον.

Κανών ΙΓ'
Περί δε των εξοδευόντων, ο παλαιός και κανονικός νόμος φυλαχθήσεται και νυν, ώστε, ει τις εξοδεύοι, του τελευταίου και αναγκαιοτάτου εφοδίου μη αποστερείσθαι. Ει δε απογνωσθείς, και κοινωνίας τυχών, πάλιν εν τοις ζώσιν εξετασθή, μετά των κοινωνούντων της ευχής μόνης έστω. Καθόλου δε, και περί παντός ουτινοσούν εξοδεύοντος, αιτούντος του μετασχείν ευχαριστίας, ο επίσκοπος μετά δοκιμασίας μεταδιδότω της προσφοράς.

Κανών ΙΔ'
Περί των κατηχουμένων, και παραπεσόντων, έδοξε τη αγία και μεγάλη συνόδω, ώστε, τριών ετών αυτούς ακροωμένους μόνον, μετά ταύτα εύχεσθαι μετά των κατηχουμένων.

Κανών ΙΕ'
Δια τον πολύν τάραχον, και τας στάσεις τας γινομένας, έδοξε παντάπασι περιαιρεθήναι την συνήθειαν, την παρά τον αποοτολικόν κανόνα ευρεθείσαν εν τισι μέρεσιν, ώστε από πόλεως εις πόλιν μη μεταβαίνειν, μήτε επίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Ει δε τις, μετά τον της αγίας και μεγάλης συνόδου όρόν, τοιούτω τινί επιχειρήσειεν, ή επιδοίη εαυτόν πράγματι τοιούτω, ακυρωθήσεται εξ άπαντος το κατασκεύασμα, και αποκατασταθήσεται τη εκκλησία, εν ή ο επίσκοπος, ή ο πρεσβύτερος εχειροτονήθη.

Κανών ΙΣΤ'
Όσοι ριψοκινδύνως, μήτε τον φόβον του Θεού προ οφθαλμών έχοντες, μήτε τον εκκλησιαστικόν κανόνα ειδότες, αναχωρήσωσι της ιδίας εκκλησίας, πρεσβύτεροι, ή διάκονοι, ή όλως εν τω κανόνι εξεταζόμενοι, ούτοι ουδαμώς δεκτοί οφείλουσιν είναι εν ετέρα εκκλησία• αλλά πάσαν αυτοίς ανάγκην επάγεσθαι χρή, αναστρέφειν εις τας εαυτών παροικίας• ή, επιμένοντας, ακοινωνήτους είναι προσήκει. Ει δε και τολμήσειέ τις υφαρπάσαι τον τω ετέρω διαφέροντα, και χειροτονήσαι εν τη αυτού εκκλησία, μη συγκατατιθεμένου του ιδίου επισκόπου, ου ανεχώρησεν ο εν τω κανόνι εξεταζόμενος, άκυρος έστω η χειροτονία.

Κανών ΙΖ'
Επειδή πολλοί εν τω κανόνι εξεταζόμενοι, την πλεοναξίαν, και την αισχροκέρδειαν διώκοντες, επελάθοντο του θείου γράμματος λέγοντος• Το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω• και δανείζοντες, εκατοστάς απαιτούσιν• εδικαίωσεν η αγία και μεγάλη σύνοδος, ως ει τις ευρεθείη μετά τον όρον τούτον τόκους λαμβάνων, εκ μεταχειρίσεως, ή άλλως μετερχόμενος το πράγμα, ή ημιολίας απαιτών, ή όλως έτερόν τι επινοών αισχρού κέρδους ένεκα, καθαιρεθήσεται του κλήρου, και αλλότριος του κανόνος έσται.

Κανών ΙΗ'
Ήλθεν εις την αγίαν και μεγάλην σύνοδον, ότι εν τισι τόποις και πόλεσι, τοις πρεσβυτέροις την ευχαριστίαν οι διάκονοι διδόασιν• όπερ ούτε ο Κανών, ούτε η συνήθεια παρέδωκε, τους εξουσίαν μη έχοντας προσφέρειν, τοις προσφέρουσι διδόναι το σώμα του Χριστού. Κακείνο δε εγνωρίσθη, ότι ήδη τινές των διακόνων και προ των επισκόπων της ευχαριστίας άπτονται. Ταύτα ουν πάντα περιηρείσθω, και εμμενέτωσαν οι διάκονοι τοις ιδίοις μέτροις, ειδότες, ότι, του μεν επισκόπου υπηρέται εισί, των δε πρεσβυτέρων ελάττους. Λαμβανέτωσαν δε κατά την τάξιν την ευχαριστίαν μετά τους πρεσβυτέρους, ή του επισκόπου μεταδιδόντος αυτοίς, ή του πρεσβυτέρου. Αλλά μηδέ καθήσθαι εν μέσω των πρεσβυτέρων εξέστω τοις διακόνοις• παρά κανόνα γαρ, και παρά τάξιν εστί το γινόμενον. Ει δε τις μη θέλοι πειθαρχείν και μετά τούτους τους όρους, πεπαύσθω της διακονίας.

Κανών ΙΘ'
Περί των παυλιανισάντων, είτα προσφυγόντων τη καθολική εκκλησία, όρος εκτέθειται αναβαπτίζεσθαι αυτούς εξάπαντος. Ει δε τινες τω παρεληλυθότι χρόνω, εν τω κλήρω εξητάσθησαν, ει μεν άμεμπτοι και ανεπίληπτοι φανείεν αναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν υπό του της καθολικής εκκλησίας επισκόπου. Ει δε η ανάκρισις ανεπιτηδείους αυτούς ευρίσκοι, καθαιρείσθαι αυτούς προσήκει. Ωσαύτως δε και περί των διακονισσών, και όλως περί των εν τω κλήρω εξεταζομένων, ο αυτός τύπος παραφυλαχθήσεται. Εμνήσθημεν δε των διακονισσών των εν τω σχήματι εξετασθεισών, επεί μηδέ χειροθεσίαν τινά έχουσιν, ώστε εξάπαντος εν τοις λαϊκοίς αυτάς εξετάζεσθαι.

Κανών Κ'
Επειδή τινές εισιν εν τη Κυριακή γόνυ κλίνοντες, και εν ταις της Πεντηκοστής ημέραις• υπέρ του πάντα εν πάση παροικία ομοίως παραφυλάττεσθαι, εστώτας έδοξε τη αγία συνόδω τας ευχάς αποδιδόναι τω Θεώ.

Είναι όλες οι Εκκλησιαστικές Σύνοδοι έγκυρες;



Είναι όλες οι Εκκλησιαστικές Σύνοδοι έγκυρες;


Είναι όλες οι Εκκλησιαστικές Σύνοδοι έγκυρες;
Κάθε εκκλησιαστική σύνοδος η οποία συγκαλείται από Επισκόπους ή και Πατριάρχες είναι έγκυρη σύνοδος της Εκκλησίας, ανεξαρτήτως από το τί αυτή αποφασίζει, απλώς και μόνον επειδή την συνεκάλεσαν υψηλά ιστάμενοι άνθρωποι της Εκκλησίας; Με άλλα λόγια, το Άγιον Πνεύμα «υποχρεούται» να επικυρώση τις αποφάσεις κάθε Συνόδου, δυνάμει του αξιώματος αυτών που συμμετέχουν, ασχέτως αν αυτοί αποφασίζουν αντιθέτως από τη διαχρονική Πίστη της Εκκλησίας;
 
ΕΙΝΑΙ  ΟΛΕΣ  ΟΙ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ  ΣΥΝΟΔΟΙ  ΕΓΚΥΡΕΣ;
 
 Κάθε εκκλησιαστική Σύνοδος είναι αλάθητη; Σε κάθε εκκλησιαστική Σύνοδο επιφοιτά «αναγκαστικώς» το Άγιον Πνεύμα, επειδή απλώς αυτοί που την συνεκάλεσαν ήταν Επίσκοποι; Επειδή μία Σύνοδος επιδιώκει να ονομασθή και αναγνωρισθή ως «Οικουμενική», γι' αυτό «αναγκάζεται» το Άγιον Πνεύμα να επικυρώση οπωσδήποτε τις αποφάσεις της; Οι αποφάσεις μιας εκκλησιαστικής Συνόδου είναι δεσμευτικές για τους Χριστιανούς, όπως οι διαταγές ενός στρατιωτικού στους υφισταμένους του,  αν οι αποφάσεις αυτές συγκρούονται με την ως τότε Πίστι και διδασκαλία της Εκκλησίας; Αυτά είναι μερικά ερωτήματα που ανακύπτουν στη συνείδησι πολλών Χριστιανών, όταν συγκεκριμένα γεγονότα τούς φέρνουν σε αντίθεσι με τις απόψεις της διοικήσεως της Εκκλησίας και με τις συνοδικές Της αποφάσεις.
Η εμπειρία της Εκκλησίας από την ως τώρα ιστορία Της, δίνει μια ολοκάθαρη απάντησι στα παραπάνω ερωτήματα : «Ο Χ Ι»!
 Εν πρώτοις, προτού αναφερθούμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα, μεταφέρουμε συνοπτικώς τα επί τούτου γραφόμενα έγκριτου Καθηγητού της Θεολογίας: «Η ίδια η μακραίων ιστορία της Εκκλησίας μαρτυρεί αδιαμφισβήτητα, ότι δεν εγγυάται και κάθε σύνοδος επισκόπων για την αλήθεια ή είναι απαλλαγμένη κάθε πλάνης. Το γεγονός, ότι άγιοι και μεγάλοι άνδρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος και ο θείος Χρυσόστομος καθαιρέθηκαν από επισκοπικές συνόδους, δικαιολογεί πληρέστατα το παράπονο Γρηγορίου του Θεολόγου ... (...)  Είναι ιστορικό γεγονός πολλαπλά μαρτυρημένο, ότι ούτε το πλήθος των παρακαθημένων Επισκόπων, ούτε η προέλευσή τους από κάθε μέρος της οικουμένης και από τις Εκκλησίες οι οποίες ευρίσκονται σε κάθε μέρος, ούτε η συμμετοχή όλων των κεντρικών θρόνων και Αρχιεπισκόπων, αρκούν για τη συγκρότηση Οικουμενικής Συνόδου. Έτσι, στη δικαίως ονομασθείσα ληστρική σύνοδο της Εφέσου (το 449) παρεκάθησαν 135 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Διόσκορος [Πατριάρχης] Αλεξανδρείας και ο [Αρχιεπίσκοπος] Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος και ο Θαλάσσιος [Αρχιεπίσκοπος] της Καισαρείας της Καππαδοκίας»1.
Πράγματι, ας δούμε και ολίγα ακόμη ιστορικά στοιχεία περί συνόδων:
 Οι «δίδυμες σύνοδοι» Αριμίνου (Ρίμινι Ιταλίας) και Σελευκείας της Ισαυρίας, που συγκλήθηκαν (359 μ.Χ.) από τον αιρετικό (αρειανόφρονα) Αυτοκράτορα Κωνστάντιο για την επίλυση των αρειανικών ερίδων, και στις οποίες πήραν μέρος Επίσκοποι αντιστοίχως της Δύσεως και της Ανατολής, αποτελούμενες η μεν πρώτη από 400 Επισκόπους (στους οποίους 80 αρειανόφρονες)  και η δεύτερη από 160 επισκόπους (στους οποίους 15 Ορθόδοξοι), τελικώς αποδέχθηκαν τον Δεκέμβριο του 359 μ.Χ.το αρειανικό σύμβολο πίστεως «της Νίκης», πόλεως της Θράκης, επειδή το επέβαλε ο Αυτοκράτωρ και στις δύο συνόδους, παρά τις αντίθετες αποφάσεις που αυτές είχαν λάβει.
 Η ληστρική (δηλ. των ληστών) σύνοδος της Εφέσου (Αύγουστος 449 μ.Χ.), συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' (408-450) με πρόεδρο τον (μετριοπαθή) μονοφυσίτη Πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, για την αθώωση του ακραίου μονοφυσίτη αιρεσιάρχη Αρχιμανδρίτη Ευτυχούς, που ήταν επόπτης των Μοναχών της ΚΠόλεως. Η σύνοδος αυτή καθήρεσε τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχην ΚΠόλεως2 και τον Ευσέβιον Επίσκοπον Δορυλαίου κ.α. Ο Άγιος Φλαβιανός εκοιμήθη λίγο αργότερα από τις κακώσεις που υπέστη από τους οπαδούς του Διοσκόρου.
 Οι εικονομαχικές σύνοδοι Ιερείας (754 μ.Χ.) και Φραγκφούρτης (794 μ.Χ.). Η πρώτη συγκλήθηκε υπό την προστασία του εικονομάχου Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε' (741-775) με τη συμμετοχή 338 εικονομάχων επισκόπων · στη Σύνοδο αυτή εκφωνήθηκαν και αναθέματα κατά του Πατριάρχη ΚΠόλεως Αγίου Γερμανού Α΄ (715-730 μ.Χ.), αλλά ιδίως κατά του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (ca. 680-749 μ.Χ.), λόγω της τεραστίας του συμβολής στη θεολογική κατάρριψη της εικονομαχίας, ο οποίος αναθεματίσθηκε ως «κακώνυμος και σαρακηνόφρων» και «επίβουλος της βασιλείας». Η σύνοδος της Φραγκφούρτης συγκλήθηκε από τον Βασιλέα των Φράγκων Καρλομάγνο και ουσιαστικώς απέρριψε την τιμή των ιερών Εικόνων στη Δύση, θεωρώντας τις ιερές Εικόνες μόνον ως διακοσμητικό στοιχείο (όχι δηλ. προς σχετική προσκύνηση), πράγμα το  οποίον ισχύει και μέχρι σήμερα στον αιρετικό παπισμό.
 Η ενωτική (ψευδο)-σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439 μ.Χ.) στην Ιταλία. Το συμφέρον του Πάπα Ρώμης Ευγενίου Δ΄ (1431-1447) και του Ρωμηού Αυτοκράτορος Ιωάννου Η΄ Παλαιολόγου (1425-1448) να ενωθή η δυτική χριστιανωσύνη με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ώστε ο μεν Πάπας να υπερισχύση έναντι της μεταρρυθμιστικής Συνόδου της Βασιλείας (1431-1449), ο δε Αυτοκράτωρ να τύχη της παπικής βοηθείας έναντι της προελάσεως των Τούρκων, οδήγησαν στη σύνοδο αυτή. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις και αφόρητη πίεση επί των Ορθοδόξων Αρχιερέων εκ μέρους των παπικών και του Αυτοκράτορος Ιωάννου, η σύνοδος κατέληξε στην υπογραφή «Όρου», ο οποίος ευνοούσε τις παπικές αξιώσεις και αιρέσεις. Μόνον ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, το κυριώτερο θεολογικό ανάστημα των Ορθοδόξων, και άλλοι πέντε αντιπρόσωποι, καθώς και οι αντιπρόσωποι της Ιβηρίας (Γεωργίας) δεν υπέγραψαν τον «Όρο» και απεχώρησαν. Η εκκλησιαστική συνείδηση των Ορθοδόξων δεν επέτρεψε τελικώς την επικράτηση της ψευδενώσεως στην Ανατολή, παρά τις μεθοδεύσεις του Αυτοκράτορος, και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ανεδείχθη σε «άτλαντα» της Ορθοδοξίας, ο οποίος μόνος έφερε το βάρος της αντιπαραθέσεως και της νίκης κατά των παπικών και των «ορθοδόξων» λατινοφρόνων (τους οποίους ο Άγιος Μάρκος ονόμαζε «Γραικολατίνους»).
Υπάρχουν βεβαίως και πολλές άλλες ακόμη αιρετικές και ληστρικές Σύνοδοι.
 Ας υπενθυμίσουμε, ότι όταν συγκαλούνταν αυτές οι Σύνοδοι, δεν χαρακτηρίζονταν ως «αιρετικές» ούτε υπήρχε κάποια άλλη επίσημη ένδειξη για την ετεροδοξία τους, αλλά οι περισσότερες από  αυτές ήταν διοργανωμένες από την «επίσημη Εκκλησία» της πολιτείας, και με την προστασία των τοπικών (βασιλικών ή και αυτοκρατορικών) αρχών και με το πρόσχημα της επιδιώξεως της εκκλησιαστικής και κοινωνικής ειρήνης. Μόνον οι μεταγενέστερες ορθόδοξες Σύνοδοι στιγμάτιζαν και κατεδίκαζαν τις προηγηθείσες αιρετικές.
 Ο σπουδαίος θεολόγος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, αποτυπώνοντας την ιστορική πραγματικότητα για το αν ευρίσκεται η αλήθεια πάντα μαζί με το πλήθος ή όχι, γράφει : «Πολύ συχνά το μέτρον της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας. Είναι δυνατόν να είναι Καθολική Εκκλησία το μικρόν ποίμνιον [Λουκ.12, 32]. Ίσως υπάρχουν περισσότεροι ετερόδοξοι παρά ορθόδοξοι. Είναι δυνατόν να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού, ubique, και να καταλήξη η Εκκλησία εις το περιθώριον της Ιστορίας ή να αποσυρθή εις την έρημον. Αυτό συνέβη κατ' επανάληψιν εις την Ιστορίαν και είναι πολύ πιθανόν να συμβή και πάλιν (...) Το καθήκον της υπακοής παύει όταν ο επίσκοπος παρεκκλίνει από τον καθολικόν κανόνα και ο Λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση, ακόμη δε και να τον καθαιρέση»3.
 Αλλά τότε, πότε μία Σύνοδος αναγνωρίζεται ως Οικουμενική ή ως γενικώς αποδεκτή; Ποιά είναι η σημασία της συμμετοχής Αγίων ανθρώπων σ' αυτήν; Ποιά είναι η σημασία της γνώμης του πληρώματος της Εκκλησίας (τοπικώς και διαχρονικώς) για την ισχύ των αποφάσεων μιας Συνόδου; Πόσο αποφασιστικός παράγων είναι η διατήρηση αναλλοίωτης της Παραδόσεως της Καθολικής Εκκλησίας, για την αποδοχή ή κατάκριση των αποφάσεων μιας Συνόδου από τον Λαό των Ορθοδόξων πιστών;
 Τελικώς, το κύρος μιας Συνόδου κρίνεται από την ευθυγράμμισή της με την Αλήθεια την αποκαλυμμένη στους Αγίους (Πατριάρχες, Προφήτες, Αποστόλους, Πατέρες). Οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες της Ανατολής στην απάντησή τους στον Πάπα Πίο τον 9ο, το 1848, διεκήρυξαν, σύμφωνα με την εκκλησιαστική Παράδοση, ότι «σε μάς, ούτε Πατριάρχες, ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν νέα [δόγματα και έθη], διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά του αιωνίως αμετάβλητο και ομοειδές με αυτό των πατέρων του»4. 
 Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, τον οποίον η Εκκλησία μας τιμά (στις 21 Ιανουαρίου) ως «οδηγόν Ορθοδοξίας και διδάσκαλον της ευσεβείας» και ακόμη ως «πυρ καιόμενον κατά των αιρέσεων», εκφράζει ρητώς την αλήθεια σχετικώς με το κύρος των εκκλησιαστικών Συνόδων· οι Σύνοδοι δεν είναι αλάθητες «εκ των προτέρων» και «εξ αξιώματος», αλλά κρίνονται βάσει της ορθότητος των δογμάτων της πίστεως την οποίαν αυτές διατυπώνουν, κρίνονται δε με μέτρο συγκρίσεως την αναλλοίωτη και διαχρονική ευσεβή Πίστη της Εκκλησίας. Ο Άγιος Μάξιμος σε διάλογό του με τον μονοθελήτη επίσκοπο Καισαρείας της Βιθυνίας Θεοδόσιο (απεσταλμένο του μονοθελήτου αιρετικού Πατριάρχου ΚΠόλεως Πέτρου), κατά την πρώτη εξορία του στη Βιζύη, διατυπώνει την αλήθεια αυτή με τις φράσεις «τας γενομένας συνόδους η ευσεβής πίστις κυροί» (μτφρ. «τις Συνόδους που έγιναν τις επικυρώνει η ευσεβής Πίστη»)5 και «η των δογμάτων ορθότης εγκρίνει τας συνόδους» (μτφρ. «η ορθότητα των δογμάτων εγκρίνει τις συνόδους»)6. Ιδού όλο το σχετικό κείμενο σε νεοελληνική απόδοση:
 «ΜΑΞ. Να δεχθούν την κατάκριση τούτων [των αιρετικών δογμάτων] που εκτέθηκε στη Ρώμη συνοδικώς με ευσεβή δόγματα και Κανόνες, και τότε έχει λυθεί το μεσότειχο και δεν χρειαζόμαστε προτροπή. ΘΕΟΔ. Δεν ισχύει η σύνοδος της Ρώμης, επειδή έχει γίνει χωρίς εντολή του βασιλέως7. ΜΑΞ. Αν τις συνόδους που έγιναν τις επικυρώνουν οι εντολές των βασιλέων και όχι ευσεβής Πίστη, τότε να δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν κατά του ομοουσίου, επειδή έχουν γίνει με εντολή βασιλέων· και εννοώ αυτήν της Τύρου, της Αντιοχείας, της Σελευκείας, της Κωνσταντινουπόλεως επί Ευδοξίου του Αρειανού· αυτήν στη Νίκη της Θράκης, αυτήν του Σιρμίου· και μετά από αυτές, ύστερα από πολλά έτη, την δεύτερη της Εφέσου, της οποίας προεξήρχε ο Διόσκορος· διότι όλες αυτές τις συνήθροισε εντολή βασιλέων, και όμως όλες κατεκρίθησαν λόγω της αθεΐας των δογμάτων που επικυρώθηκαν ασεβώς. Γιατί όμως  δεν διαγράφετε και εκείνην που καθήρεσε τον Παύλον τον Σαμοσατέα, επί των αγίων και μακαρίων Πατέρων Διονυσίου Πάπα Ρώμης και Διονυσίου του Αλεξανδρείας και Γρηγορίου του Θαυματουργού, ο οποίος προεξήρξε στην ίδια αυτή σύνοδο, επειδή δεν έχει γίνει με εντολή βασιλέως; Και ποιος Κανών διαγορεύει ότι μόνες εκείνες εγκρίνονται οι Σύνοδοι, οι οποίες συναθροίσθηκαν με εντολή βασιλέως, ή γενικώς ότι όλες οι σύνοδοι συναθροίζονται με εντολή βασιλέως; Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας εκείνες γνωρίζει άγιες και έγκριτες Συνόδους, τις οποίες έκρινε η ορθότητα των δογμάτων [...] ΘΕΟΔ. Όπως λέγεις, είναι : η ορθότητα των δογμάτων εγκρίνει τις συνόδους»8.
 Ας προσέξουμε, ότι ο Άγιος Μάξιμος δεν αντιπαραβάλλει έναντι του αυτοκρατορικού κύρους κάποιο κύρος ενός Θρόνου, ενός προσώπου Επισκόπου, ή έστω μιας τοπικής Συνόδου, δήθεν αλαθήτων, αλλά τη διαχρονική ευσέβεια της Εκκλησίας, δηλαδή την «ορθότητα των δογμάτων» και την «ευσεβή πίστιν».
Γι' αυτό στα Πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.), κατά της εικονομαχίας, αναφέρονται και τα εξής λόγια των Αγίων Πατέρων: «Αυτή είναι η Πίστη των Αποστόλων · αυτή είναι η Πίστη των Πατέρων· αυτή είναι η Πίστη των Ορθοδόξων · αυτή η Πίστη στήριξε την οικουμένη. [...] Εμείς ακολουθούμε την αρχαία θεσμοθεσία της Καθολικής [ορθόδοξης] Εκκλησίας· εμείς όσους προσθέτουν κάτι ή αφαιρούν από την Καθολική  Εκκλησία τους αναθεματίζουμε»9.
Περισσότερα στα επόμενα ...
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ   ΤΕΛΟΥΣ
1. Π.Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική, τόμ. Β΄, εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 2003, σελ. 403.404.
2
. Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Φεβρουαρίου.
3.
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσα-λονίκη 1976, σελ. 71.75.
4.
(§17), εν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σελ. 920.
5.
Περί των πραχθέντων εν τη πρώτη αυτού εξορία, ήτοι εν Βιζύη 12, PG 90, 145C.D· «Ει τας γενομένας συνόδους αι κελεύσεις των βασιλέων κυρούσιν, αλλ' ουχί ευσεβής πίστις, δέξωνται και τας κατά του ομοουσίου γενομένας συνόδους, επειδή κελεύσει βασιλέων γεγόνασι».
6.
Αυτόθι 12.13, PG 90, 148A.B· «Εκείνας οίδεν αγίας και εγκρίτους συνόδους ο ευσεβής της Εκκλησίας κανών, ας ορθότης δογμάτων έκρινεν [...]  ΘΕΟΔ. Ως λέγεις εστίν· η των δογμάτων ορθότης εγκρίνει τας συνόδους».
7.
Εννοείται η ορθόδοξος, αντι-μονοθελητική Σύνοδος του Λατερανού της Ρώμης, το 649 μ.Χ.
8.
Αυτόθι 12.13 PG 90, 145C-148B.
9.
Mansi 13, 416.
Οι γενικές ιστορικές πληροφορίες ελήφθησαν από διάφορα εγχειρίδια Πατρολογίας και εκκλησιαστικής και γενικής «βυζαντινής» ιστορίας (π.χ. ελλογιμ. Καθηγητών Παν. Χρήστου, Βλ. Φειδά, Ιω. Καραγιαννόπολου κ.α.).