Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Περὶ τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν ᾿Αχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων»


Περὶ τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν ᾿Αχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων»

Ποιά ἁμαρτήματα δὲν μᾶς ἐμποδίζουν


ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία*

«Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν,

καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ῎Αρτου ἐσθιέτω

καὶ ἐκ τοῦ Ποτηρίου πινέτω»

(Αʹ Κορινθ. ιαʹ 28)

ΟΙ ΑΓΙΟΙ Μακάριος Κορίνθου καὶ Νικόδημος ῾Αγιορείτης,

οἱ γνωστοὶ αὐτοὶ ὑπέρμαχοι τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψε-

ως τῶν ᾿Αχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, στὸ περίφημο

σχετικὸ βιβλίο τους ἀντιμετωπίζουν τὴν ἔνστασι καὶ ἀπορία

τῶν καλοπροαιρέτων κατὰ τὰ ἄλλα ἐκείνων Χριστιανῶν, οἱ

ὁποῖοι διαμαρτύρονται καὶ λέγουν γιὰ ὅσους μεταλαμβά-

νουν συχνά: ≪Τάχα καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι δὲν ἐνοχλοῦνται

ἀπὸ τὰ πάθη γαστριμαργίαν, κενοδοξίαν, γέλωτα, ἀργολογί-

αν καὶ ὅσα ὅμοια; Πῶς λοιπὸν θέλουν νὰ κοινωνοῦν συχνά;≫

(῎Ενστασις Ηʹ).

Οἱ ῞Αγιοι ἀπαντοῦν στὴν ἔνστασι αὐτή, ἐπικαλούμενοι

ἕνα θαυμάσιο κείμενο τοῦ ῾Αγίου ᾿Αναστασίου ᾿Αντιοχείας,

τὸ ὁποῖο παραθέτουν πρῶτα αὐτούσιο καὶ κατόπιν ἁπλοποι-

ημένο γλωσσικῶς.

῎Ας προσέξουμε ἰδιαιτέρως τὴν γνώμη αὐτὴ τοῦ ῾Αγίου

᾿Αναστασίου, ἡ ὁποία ἐκφράζει μὲ συντομία μία βαθειὰ

πτυχὴ τῆς ᾿Ορθοδόξου Πνευματικότητος: διάκρισις τῶν ἁ-

μαρτημάτων σὲ ≪εὐσυγχώρητα≫ καὶ ≪βαρέα≫, ὕπαρξις ≪δια-

φόρων θυσιῶν≫, ποὺ μᾶς ≪προκαθαίρουν≫ γιὰ νὰ προσέλ-

θουμε στὰ ῾Ιερὰ Μυστήρια καὶ βίωσις τῆς Συνεχοῦς Μετα-

– 2 –

νοίας, ὡς ἀπαραιτήτου προϋποθέσεως τῆς Συν-

εχοῦς Μεταλήψεως.

῎Ας ἐντρυφήσουμε ὅμως στὸ εὐλογημένο

κείμενο τοῦ ῾Αγίου ᾿Αναστασίου.

* * *

ΕΙΝΑΙ πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐπειδὴ κοινωνοῦσιν

ἀργά, κρημνίζονται εἰς ἁμαρτίας, ἄλλοι δὲ

πάλιν, μεταλαμβάνοντες συχνότερα, φυλάττου-

σιν ἑαυτοὺς πολλάκις ἀπὸ πολλὰ κακά, ἐπειδὴ

φοβοῦνται ἀπὸ τὴν ῾Αγίαν Μετάδοσιν («τὸ κρῖ-

μα τῆς Μεταλήψεως» ).

Λοιπόν, ἀνίσως σφάλλωμεν μὲ κάποια παρα-

μικρὰ καὶ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα καθὸ ἄνθρω-

ποι («μικρά τινα καὶ εὐσυγχώρητα» ), λόγου χά-

ριν κλεπτόμεθα ἤ μὲ τὴν γλῶσσαν ἤ μὲ τὴν

ἀκοὴν ἤ μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἤ ἀπατώμενοι πί-

πτομεν εἰς κενοδοξίαν ἤ λύπην ἤ θυμὸν ἤ ἄλλο

τοιοῦτον, ἄς κατακρίνωμεν τὸν ἑαυτόν μας καὶ

ἄς ὁμολογῶμεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἁμαρτωλότητά μας («κα-

ταμεμφόμενοι ἑαυτοὺς καὶ ἐξομολογούμενοι τῷ Θεῷ» ) καὶ οὕτως

ἄς μεταλαμβάνωμεν, πιστεύοντες ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία μᾶς γίνε-

ται εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἀποκάθαρσιν.

Εἰ δὲ καὶ κάμνομεν ἁμαρτήματα βαρέα τινὰ πονηρὰ σαρκικὰ

καὶ ἀκάθαρτα καὶ ἔχομεν μὲ τὸν ἀδελφόν μας μνησικακίαν, μέ-

χρις οὗ μετανοήσωμεν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα ἁμαρτήματα, ἄς μὴ τολμή-

σωμεν νὰ πλησιάσωμεν εἰς τὰ θεῖα Μυστήρια («ἕως ἀξίως μετα-

νοήσωμεν, μηδαμῶς ἐφαψώμεθα» ).

᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ καὶ εἴμεθα ἄνθρωποι σαρκικοὶ καὶ ἀσθενεῖς καὶ

μολυνόμεθα μὲ πολλὰ ἁμαρτήματα, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς δια-

φόρους θυσίας εἰς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὰς ὁποίας ἀνίσως

καὶ τὰς προσφέρωμεν εἰς Αὐτόν, μᾶς καθαρίζουσι καὶ μᾶς κά-

μνουσιν ἐπιτηδείους διὰ νὰ μεταλάβωμεν («προκαθαίρουσιν ἡμᾶς

εἰς τὸ προσελθεῖν τοῖς Μυστηρίοις» ).

Διὰ τοῦτο ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι «θυσία», ἢτις καθαρίζει τὸν

ἄνθρωπον ἀπὸ ἁμαρτίας. Εἶναι καὶἄλλη «θυσία» σωτηριώδης εἰς

ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διὰ τὴν ὁποίαν λέγει ὁ Προφήτης Δαβίδ: «θυσί-

α εἰς τὸν Θεὸν εὐάρεστος εἶναι ἡ ταπεινὴ τοῦ ἀνθρώπου προαίρε-

σις καὶ διάθεσις· τὴν καρδίαν τὴν ταπεινὴν καὶ συντετριμμένην

– 3 –

μὲ τὴν κατάνυξιν ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν τὴν παραβλέπει».

᾿Ανίσως αὐτὰς τὰς «θυσίας» προσφέρωμεν εἰς τὸν Θεόν, ἔστω

καὶ ἄν ἔχωμεν μικρά τινα ἐλαττώματα ὡς ἄνθρωποι, θέλομεν

δυνηθῆ νὰ πλησιάσωμεν εἰς τὴν ῾Αγίαν Κοινωνίαν μὲ φόβον καὶ

τρόμον, κατάνυξιν καὶ ὁμολογίαν τῆς ἁμαρτωλότητός μας, καθὼς ἡ

αἱμορροοῦσα ἐπλησίασεν εἰς τὸν Χριστὸν κλαίουσα καὶ τρέμουσα.

Διότι ὑπάρχει ἁμαρτία πρὸς θάνατον («θανάσιμος» ). Καὶ ὑπάρ-

χει ἁμαρτία πρὸς μετάνοιαν («συγγνωστή» ). Καὶ ὑπάρχει ἁμαρτία

πρὸς ἔμπλαστρον. ῾Η ἀληθινὴ ὅμως μετάνοια ὅλα δύναται νὰ τὰ

ἰατρεύσῃ.

Διότι, ἄλλην συγχώρησιν ἔχει ἐκεῖνος, ὅστις μὲ φόβον καὶ τρό-

μον καὶ ὁμολογίαν τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ κατάνυξιν πλησι-

άζει εἰς τὰ Μυστήρια καὶ μεταλαμβάνει· καὶ ἄλλην τιμωρίαν ἔχει,

ὅστις μεταλαμβάνει χωρὶς φόβον καὶ μὲ καταφρόνησιν.

Εἰς ἐκείνους, ὅσοι καταφρονητικῶς καὶ ἀναξίως μεταλαμβά-

νουσιν, ὄχι μόνον δὲν δίδεται ἄφεσις ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ διά-

βολος περισσότερον πηδᾶ ἐναντίον των («ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλεῖον ὁ

διάβολος αὐτοῖς ἐπεισπηδᾷ» ).

῞Οσοι δὲ μὲ φόβον μεταλαμβάνουσιν, ὄχι μόνον ἁγιάζονται καὶ

λαμβάνουσιν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν διάβολον διώκουσιν

ἀπὸ λόγου των («ἀλλὰ καὶ τὸν διάβολον ἐξ ἑαυτῶν διώκουσιν» ).

_

(*) Περιοδ. ≪῞Αγιος Κυπριανός≫, ἀριθ. 258/᾿Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1994, σελ. 202-203