Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

"Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας"



(Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μια μεγάλη μορφή του μοναχισμού που έζησε μερικά χρόνια στο Άγιον Όρος και εκφράσθηκε στις σλαβικές χώρες, και κυρίως στην Ουκρανία, την Μολδαβία και την Βλαχία, αλλά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, της Ρωσίας και σε άλλες περιοχές.

Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της Δύσεως.


Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία». Δεν αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.

Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, που δίδαξε για χρόνια την ιστορία των Σλαβικών και λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την ησυχαστική παράδοση στα Βαλκάνια και την Ρωσία, αφού η διδακτορική του διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις του ησυχασμού εις την εκκλησιαστικήν πολιτικήν εν Ρωσία, και ακόμη ασχολήθηκε με τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο "Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι και η ασκητικοφιλολογική Σχολή του". Αυτές και άλλες μελέτες του απεκάλυψαν την ζωή και το έργο του μεγάλου αυτού Ουκρανού ασκητού.

Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο "Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι", έκδοση του Uniνersity Studio Press. Το βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σε άλλες γλώσσες, με την αυτοβιογραφία και την βιογραφία του μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού και με την έκδοση αυτή μεταφράσθηκε και στην ελληνική γλώσσα.

Συγκεκριμένα το βιβλίο αυτό, το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι που τελειώνει μέχρι την εποχή εκείνη που μετέβη στο Άγιον Όρος. Στο δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία του οσίου Παϊσίου που γράφηκε από τον μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από το σημείο εκείνο που διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι την κοίμηση του μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Και στο τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η αφήγηση του ιδίου του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στον ηγούμενο Θεοδόσιο του ερημητηρίου του Αγίου Σωφρονίου στην Ρωσία για την ανακάλυψη στο Άγιον Όρος των συγγραμμάτων των νηπτικών Πατέρων και την μετάφρασή τους στην ρωσοσλαβονική γλώσσα.

Στην εισαγωγή, που προηγείται του όλου έργου, ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, με επιστημονική ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση, κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στα κείμενα που ακολουθούν, και κυρίως στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι την οποία ανακάλυψε στην Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν και μετέφρασε ο Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, που διευκολύνουν τον αναγνώστη, καταγράφονται στις υποσημειώσεις που παρατίθενται στα κείμενα. Η καταγραφή της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου δείχνει την μεγάλη προσφορά του οσίου Παϊσίου.

Πρόκειται για ένα έργο πολύ σημαντικό και πρέπει να διαβασθή από όλους όσοι ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, γιατί συνδέεται με την αναγέννηση του μοναχισμού στην Μολδαβία, την Ρουμανία, την Ρωσία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Είναι δε γνωστόν ότι η μετάφραση των σημαντικών αυτών νηπτικών κειμένων στην ρωσοσλαβωνική γλώσσα, που έγινε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και από εκεί στην Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε πολλούς μοναχούς που έζησαν αυτήν την ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δε αυτήν την Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στο περίφημο βιβλίο Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.

Στην συνέχεια θα εντοπισθούν πέντε σημεία από την ζωή του μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού και ησυχαστού αγίου της Εκκλησίας.


1. Η πορεία του προς τον μοναχισμό
Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος και γεννήθηκε στην Πολτάβα της Ουκρανίας, της Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, το έτος 1722. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 4 ετών. Στην ηλικία των δέκα χρόνων διάβαζε την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, το βιβλίο Μαργαρίτης του ιερού Χρυσοστόμου, τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τον αββά Δωρόθεο και άλλα βιβλία. Με την ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό.

Όταν σπούδαζε στο Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο για τα πνευματικά ζητήματα, παρά για τα σχολαστικά μαθήματα που διδάσκονταν τότε στην Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο με τον Σχολάρχη του που δείχνει τον πρώϊμο ζήλο του για την πατερική ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν την σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου και εμπνεόμενος από την μοναχική ζωή και από την άσκηση των μοναχών αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό και μάλιστα για την ερημική ζωή, με την πλήρη ξενιτεία.

Διαβάζοντας κανείς την αφήγησή του παρατηρεί τον μεγάλο ζήλο του για τον ησυχαστικό μοναχισμό που αναπτύχθηκε στην εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν μερικές φράσεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί στην αυτοβιογραφία του και δείχνουν την αγάπη του για τον μοναχισμό και μάλιστα τον ησυχαστικό μοναχισμό που κυρίευσε την ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:

«Η αγάπη για τον μοναχισμό υπερίσχυε στην ψυχή μου, και δεν με έσπρωχνε πια στο να φοιτώ στα μαθήματα, παρά με εξωθούσε στο να απαρνηθώ τον κόσμο και όσο το δυνατό γρηγορότερα να γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τα βράδια, και μη γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τη νύχτα είτε κάπου στην πλησιέστερη σπηλιά κοντά στην εκκλησία, είτε στο μεγάλο μοναστήρι κοντά στο μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου να σημάνει για τον Κανόνα». «Μακάριζα την τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο έκαιγε στην ψυχή μου η επιθυμία για ένα πράγμα που ήταν ακατόρθωτο, ώστε, αν ήταν δυνατόν, δεν θα ήθελα με κανέναν τρόπο να φύγω από εκείνα τα ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, να τελειώσω μέσα σ’ αυτά τη ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τα ιερά εκείνα σπήλαια με θλίψη και στεναγμό».

Με συμμαθητές του στην Σχολή που είχαν τον ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Να ξενιτευθούμε από την πατρίδα μας σε κάποιον έρημο και ήσυχο τόπο, και αφού βρούμε για τις ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, να παραδοθούμε στην υπακοή του και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή να λάβουμε από αυτόν τη μοναχική κουρά». Αποφάσισαν να ζήσουν «έως την τελευταία μας (τους) πνοή μέσα στη μοναχική πτωχεία», «μέσα στην κακοπάθεια».

Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες και ωφελείτο από την παρουσία τους και τα λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους και μου φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».

Για την ικανοποίηση του μεγάλου του πόθου να μονάση μέσα σε ξενιτεία, ησυχία και κακοπάθεια εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Κίεβο, καθώς επίσης αποχωρίσθηκε την μητέρα του, μέσα σε μια συγκινητικότατη και συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ' ενός μεν ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, αφ' ετέρου δε η ισχυρή του θέληση για την εκπλήρωση του πόθου του.

Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τις ταλαιπωρίες του για την αναζήτηση ενός κατάλληλου τόπου, την επίσκεψή του σε διάφορα μοναστικά κέντρα και την συνάντησή του με ερημίτες στους οποίους ήθελε να κάνη υπακοή για την σωτηρία του, χαρακτηριστική δε περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος. Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, με πολλές δυσκολίες, με αφάνταστες και απερίγραπτες ταλαιπωρίες.

Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος του πρότεινε να φορέση, αν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο ίδιος: «Εγώ του έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελλί μου, έβγαλα τα κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά που μου έδωσε ο ηγούμενος, που τα φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τα φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, που αντί για τα κοσμικά ρούχα που φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά που έπρεπε, τα μοναστηριακά».

Στην αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται στον ποταμό Τιασμίνα και ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου και έλαβε το μικρό μοναχικό σχήμα και ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός, όμως, που ξέσπασε εναντίον της Μονής, αφού οι αξιωματούχοι της περιοχής τους πίεζαν να προσχωρήσουν στην Ουνία, τον εξανάγκασε να επιστρέψη στην Σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου.

Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από την παρουσία μεγάλων ασκητών Πατέρων, που διακρίνονταν για την άσκησή τους και τις αρετές τους. Ο ίδιος δηγείται για κάποιον μοναχό: «Και από μόνη τη θέα του η ταλαίπωρη ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σε μεγάλους ασκητές διηγείται: «Αυτά βλέποντας και σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη για τον άγιο αυτόν τόπο και απ' όλη την ψυχή μου ευχαρίστησα τον Θεό, γιατί με αξίωσε και εμένα τον ανάξιο να βρεθώ σε τέτοια άγια Λαύρα».

Οι ασκητές, όμως, αυτοί δεν δέχονταν συνήθως να καθοδηγήσουν άλλους, ενώ εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό για την πνευματική του ζωή. Γι’ αυτό αναζήτησε αυτόν τον πνευματικό καθοδηγό στην Μολδαβία, περνώντας διάφορα μέρη μέσα στο χιόνι που έφθανε μέχρι το γόνατο, αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τα σύνορα με άλλους συνοδοιπόρους του. Στην πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές που ζούσαν με βαθειά και μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί με τον γέροντα στον ίδιο τόπο και συζητούσαν έως τα μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς καθόμουν και εγώ ο έσχατος και, ακούοντας προσεκτικά τα λεγόμενα, χαιρόμουν χαρά ανείπωτη και δόξαζα τον Θεό με δάκρυα, διότι με αξίωσε στη νεότητά μου να ακούσω από το στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, που για όλη μου τη ζωή μου ήταν οδηγός».

Στην σκήτη Κίρνουλ συνάντησε ασκητές, ερημίτες πατέρες που ζούσαν την ησυχαστική παράδοση. Εκεί διδάχθηκε ο όσιος Παΐσιος «τι είναι εργασία και θεωρία και αληθινή νοερά ησυχία. Εκεί, όχι μόνο έμαθε την νήψη και προσοχή που τελείται στην καρδιά δια του νοός και τη νοερά προσευχή, αλλά και απήλαυσε στην καρδιά τη θεία ενέργεια που κινείται από αυτήν».

Η θεία, όμως, Πρόνοια ήθελε τον όσιο Παΐσιο στο Άγιον Όρος «ώστε να επαυξήσει τον θησαυρό και να δώσει αφθόνως σε όλους που ζητούν από αυτόν ωφέλεια από την πνευματική διδασκαλία». Αναζητούσε εκεί «κάποιον πεπειραμένο πνευματικό πατέρα, που θα ζούσε στην ησυχία, για να παραδοθεί στην υπακοή του με το σώμα και την ψυχή, και για να μάθει από αυτόν τον τρόπο της πνευματικής ζωής».

Έφθασε στην Μεγίστη Λαύρα, εόρτασε με τους Πατέρες την πανήγυρη του οσίου Αθανασίου και από εκεί πήγε στην Σκήτη της Μονής Παντοκράτορος. Εγκαταστάθηκε σε μια καλύβη και αναζητούσε τον κατάλληλο πνευματικό οδηγό. Ζούσε με μεγάλη άσκηση, μετάνοιες, εγκράτεια, απόλυτη ακτημοσύνη, πτωχεία, σκληραγωγία, ακόμη και στο κρεβάτι, συντριβή της καρδιάς, αδιάλειπτη προσευχή, αγάπη στον Θεό και τον πλησίον, μνήμη θανάτου, ψαλμωδία, ανάγνωση των Αγίων Γραφών, αλλά και συνεχή δάκρυα, γιατί δεν βρήκε ησυχαστή Πνευματικό Πατέρα για να του κάνη υπακοή. Με τον τρόπο αυτής της ασκήσεως «ανερχόταν από μια δύναμη πνευματική σε άλλη, πραγματοποιώντας στην καρδιά του ανάβαση. Φλεγόμενος έτσι από θείο ζήλο για μεγάλους άθλους, απόλαυσε την ησυχία επί δυόμισι χρόνια».

Την εποχή αυτή έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα περί το έτος 1750. Ήταν τότε σε ηλικία 28 ετών και μετονομάσθηκε από Πλάτων σε Παΐσιο. Και αφού δεν είχε κατάλληλο πνευματικό οδηγό, ακολουθούσε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που διάβαζε στα συγγράμματά τους.

Έτσι, ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, που αναπτύχθηκε από την μικρή του ηλικία, ικανοποιήθηκε με την δωρεά του μεγάλου μοναχικού σχήματος, και την αγάπη του για την ιερά ησυχία και την μοναχική ζωή.

Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) Μωυσής Αγιορείτης


Γεννήθηκε το 1722 στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο κατά κόσμον Πέτρος, από πατέρα ιερέα και μητέρα πού αργότερα έγινε μοναχή. Δεκαπέντε ετών μετέβη στη μονή Λιοΰμπεσκ και κατόπιν στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Πνευματικό οδηγό είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Το 1742, ύστερα άπό διωγμούς Ουνιτών στην πατρίδα του, μετέβη στη Βλαχία και μόνασε εκεί επί τετραετία, λαμβάνοντας τ΄ όνομα Πλάτων. Το 1746 αναχώρησε για το πολυπόθητο Άγιον Όρος.
Ασκήθηκε στην Καψάλα, όπου εκάρη μοναχός άπό τον Γέροντα του Βασίλειο με τ΄ όνομα Παΐσιος. Το 1758 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και απέκτησε δωδεκαμελή συνοδεία. Κατόπιν πήγε με τη συνοδεία του στο Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το όποιο μετέτρεψε σε σκήτη, πού ανήκει στη μονή Παντοκράτορος. Απέκτησε περί τους πενήντα καλούς μαθητές, για τους οποίους συνέταξε τυπικό κατά την αγιορείτικη τάξη, και άρχισε τις μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στα σλαβικά, όπως Ισαάκ του Σύρου και Γρηγορίου του Σιναΐτου, διδάσκοντας σε όλους την ευχή του Ιησού. Το τελευταίο εξάμηνο της αγιορείτικης ζωής του το διήλθε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας (1762). Μετά άπό δεκαεπτά χρόνων παραμονή στον ιερό Άθωνα, ο όσιος Παΐσιος επέστρεψε το 1763 στη Μολδαβία παίρνοντας μαζί του αρκετούς μοναχούς.

Προσευχὴ στὴν Ζωοποιὸ῾Αγία Τριάδα:


«Πάτερ ᾿Αγαθέ, καὶ Πανάγιε Υἱέ, καὶ Θεῖον Πνεῦμα, Τριὰς ῾Αγία, Θεὲ ἀδιαίρετε, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν!

Β. Τα παιδιά της ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ (όσιος Παϊσιος Βελιτσκόφσκυ)
Η  ΥΠΕΡΗΦΆΝΕΙΑ  γεννάει  την  φιλοδοξία-
η  φιλοδοξία  γεννάει  τη  φιληδονία
η φιληδονία  γεννάει  τη  γαστριμαργία  και  την  πορνεία
η πορνεία γεννάει  την  οργή  που  αφαιρεί  τη  θέρμη  της  καρδίας  και  είναι  καταστροφή  για  κάθε  αρετή
η  οργή  γεννάει  τη  μνησικακία  που  απομακρύνει  την  πνευματική  θέρμη
η μνησικακία  γεννάει  τη  σκοτεινή  και  μοχθηρή  βλασφημία
η   βλασφημία  γεννάει  την  άκαιρη  λύπη  που  σαν  σκουριά  κατατρώει  τον  άνθρωπο
η  λύπη  γεννάει  την  άλογη  αναίδεια
η  αναίδεια  γεννάει  τη  ματαιοδοξία  που  βάζει  τον  άνθρωπο  να  επιδεικνύει  τις  αρετές  του χάνοντας  έτσι  το  μισθό  του
η  ματαιοδοξία  γεννάει  την  ακατάσχετη  φλυαρία
η  φλυαρία  γεννάει  την  αγρολογία,το  ψέμα,  τη  συκοφαντία,την  κατάκριση,τον  διασκορπισμό  του  νου,την  αιχμαλωσία,την  απελπισία
η απελπισία  γεννάει  τα  εφιαλτικά  όνειρα.
Γ.Οἱ Βαθμίδες τῶν ᾿Αγωνιστῶν ᾿Αδελφῶν στὸ Κοινόβιο
᾿(Απὸ ᾿Επιστολὴ τοῦ ῾Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ († 15.11.1794)*
ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ἀγωνίζονται γιὰ ν᾿ ἀποκτήσουν ἀνυπόκριτη κατὰ Θεὸν ἀγάπη ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο. ᾿Αγαποῦν πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ Θεὸ καὶ θεωροῦν ἀκάθαρτα ὅλα τὰ τερπνὰ καὶ τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, γι᾿ αὐτὸ κι ἐγκατέλειψαν τὸν κόσμο, ἀνέλαβαν τὸ σταυρό τους κι ἀκολούθησαν τὸν Κύριό τους. ᾿Επίσης ἀγωνίζονται νὰ σηκώνουν ὁ ἕνας τὰ βάρη
τοῦ ἄλλου, νὰ ἔχουν ἑνότητα ψυχῆς καὶ πνεύματος, νὰ παροτρύνουν ἀλλήλους σὲ ἔργα ἀγαθὰ καὶ νὰ συναγωνίζονται ποιὸς θὰ ξεπεράσει τὸν ἄλλο σὲ ἀγάπη καὶ πίστη πρὸς ἐμένα τὸν ἀνάξιο, σὰν ἀληθινὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Κι ἐγὼ ποὺ τοὺς βλέπω ν᾿ ἀγωνίζονται ἔτσι εὐφραίνομαι ψυχικὰ καὶ δοξολογῶ μὲ δάκρυα τὸ Θεό, γιατὶ μὲ ἀξίωσε νὰ βλέπω τέτοιους
δούλους Του, νὰ συγκατοικῶ μαζί τους καὶ νὰ παρηγοροῦμαι ἀπ᾿ αὐτούς. Βλέπω τοὺς Αδελφοὺς σὰν ᾿Αγγέλους τοῦ Θεοῦ ποὺ βιάζουν τὸν ἑαυτό τους στὴν ἁγία ὑπακοὴ καὶ θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἀνάξιο ν᾿ ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τους, γιατὶ ἔχω στερηθεῖ αὐτὴ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, δηλ. τὴν ὑπακοή.
Βέβαια ὅλοι οἱ Μοναχοὶ στὸ Κοινόβιό μας δὲ βρίσκονται στὴν ἴδια βαθμίδα, αὐτὸ θά᾿ταν ἀδύνατο. Μερικοὶ ὅμως, κι αὐτοὶ εἶναι οἱ περισσότεροι, ἔχουν νεκρώσει τελείως τὸ θέλημα καὶ τὴ γνώμη τους, ὑποτάσσονται σὲ μένα καὶ κάνουν ὑπακοὴ στοὺς ᾿Αδελφούς, σὰ νά᾿ταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ πολλὴ ταπείνωση. ῎Εχουν τὴ δύναμη νὰ ὑπομένουν ἀτιμίες, εἰρωνίες, ἐπιπλήξεις καὶ κάθε εἶδος πειρασμοῦ μὲ τέτοια χαρά, ποὺ φαίνεται πὼς ἔχουν ἀξιωθεῖ νὰ λάβουν κάποια ἰδιαίτερη καὶ μεγάλη χάρη ἀπ᾿ τὸ Θεό. Κι ὄχι μόνο τὰ ὑπομένουν ὅλ᾿ αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιθυμοῦν ζωηρά. Καὶ στὰ μύχια τῆς καρδιᾶς τους μέμφονται ἀδιάλειπτα τὸν ἑαυτό τους καὶ τὸν θεωροῦν ὑποπόδιο καὶ μικρότερο ὅλων.
῎Αλλοι πάλι, κι αὐτοὶ εἶναι ἐπίσης ἀρκετοί, πέφτουν καὶ σηκώνονται, ἁμαρτάνουν κι ἔπειτα μετανοοῦν, ὑπομένουν τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς μομφές, ἔστω καὶ μὲ δυσκολία, ἀλλὰ βιάζουν μὲ ὅλη τους τὴν ψυχὴ τὸν ἑαυτό τους νὰ φτάσουν τοὺς πρώτους καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσεύχονται θερμὰ καὶ μὲ δάκρυα.
Καὶ ὑπάρχουν κι ἄλλοι, λιγότεροι αὐτοί, ποὺ εἶναι ἀδύνατοι σὰν παιδιά, ἀνίκανοι νὰ δεχτοῦν στέρεη τροφή, δηλαδὴ νὰ ὑποφέρουν προσβολὲς καὶ πειρασμούς, χρειάζονται ἀκόμα γιὰ τροφὴ τὸ γάλα τοῦ ἐλέους, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγκατάβασης στὶς ἀδυναμίες τους, μέχρι νὰ φτάσουν στὴν πνευματικὴ βαθμίδα τῆς ὑπομονῆς. Αὐτοὶ συμπληρώνουν τὶς ἐλλείψεις τους μόνο μὲ τὴν καλή τους διάθεση καὶ τὴ συνεχὴ αὐτομεμψία. Πολλὲς φορὲς βιάζουν τὸν ἑαυτό τους πάνω καὶ πέρα ἀπ᾿ τὴ δύναμή τους, μέχρις αἵματος σχεδόν, γιὰ νὰ ὑπομείνουν τὶς προσβολὲς καὶ νὰ κόψουν τὸ θέλημά τους.
᾿Αγωνίζονται σκληρὰ γι᾿ αὐτό, παραδίνονται στὸ Θεὸ καὶ τὸν παρακαλοῦν μὲ δάκρυα νὰ τοὺς βοηθήσει. Αὐτοί, ἄν καὶ ἀδύνατοι, συγκαταλέγονται ἀπ᾿ τὸ Θεὸ στοὺς βιαστὲς ποὺ ἁρπάζουν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  ῞Ολοι τους, ἄν καὶ ὅπως προεῖπα ὄχι ὅλοι στὸν ἴδιο
βαθμό, ἀγωνίζονται νὰ τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἑνωμένοι μεταξύ τους μὲ τὸν ἀδιάλυτο δεσμὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σωτηρία τους ὑπομένουν συνέχεια τὴ στέρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν μὲ φρόνημα ὑψηλὸ καὶ διαρκὴ δοξολογία στὸ Θεό. Καὶ τόσο γιὰ τὴ σωτηρία τους ὅσο καὶ γιὰ τὶς προμήθειες τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀναθέτουν ὅλη τους τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό.
(*) Φιλοκαλία τῶν Ρώσων Νηπτικῶν-Δ´: ῾Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ, Τὸ Εἰλητάριο-Πνευματικὲς Διδαχὲς καὶ ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Οσίου, Μετάφραση-᾿Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, ᾿Αθήνα 2005, σελ. 96-99

Εν συνεχεία παραθέτουμε μερικά χωρία από το πνευματικότατο έργο του Οσίου Παϊσίου «Κρίνα του Αγρού»αναφερόμενα στην ευχή του Ιησού.




α. Νὰ εἶσαι σταθερὰ προσηλωμένος στὸν Θεό, διότι ᾿Εκεῖνος θὰ σὲ καθοδηγήση στὸ κάθε τι καὶ θὰ σοῦ ἀποκαλύψη, διὰ τοῦ ῾Αγίου  Πνεύματος, ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια μυστήρια.
β. ῾Ο νοῦς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀπόλυταπροσηλωμένος στὸν Θεό, ἂν δὲν ἀποκτήσουμε τὶς ἑξῆς τρεῖς ἀρετές:τὴν ἀγάπη σὲ Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους,τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
γ. ῾Η ἀγάπη ἐξορίζει τὴν ὀργή, ἡ ἐγκράτεια ἐξασθενίζει τὴν σαρκικὴἐπιθυμία καὶ ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ διώκει ἀπὸ τὸν νοῦ τοὺς λογισμούς, φυγαδεύουσα ταυτόχρονα τὴν ἐχθρότητα καὶ τὴν ἔπαρσι.
δ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἐργασία κοινὴ τῶν ᾿Αγγέλων καὶ τῶνἀνθρώπων· μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν σύντοματὴν ζωὴ τῶν ᾿Αγγέλων.
ε. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν καὶ ἐξορίζει μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὰ σκοτεινὰ πάθη·ἀπόκτησε αὐτήν, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνης θὰ ἀποκτήσης ψυχὴ ἀγγελική.
ϛ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι θεϊκὴ ἀγαλλίασις. Εἶναι πολύτιμη σὰν ξίφος. Κανένα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτίσητόσο ἀποτελεσματικὰ τοὺς δαίμονας· κατακαίει αὐτούς, ὅπως ἡ φωτιὰτὰ βάτα.
ζ. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀναφλέγει ὁλόκληρο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ τοῦ φέρνει ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη· ἔτσι, ἀπὸ τὴν[πνευματικὴ] ἡδονὴ καὶ τὴν γλυκύτητα, ὁ ἄνθρωπος ἀδιαφορεῖ γιὰτὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ θεωρεῖ κάθε τι γήϊνο σὰν χῶμα καὶ στάκτη.
η. ῞Οποιος μὲ πόθο καὶ χωρὶς διακοπή, σὰν τὴν ἀνάσα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ στήθη του, ἐπαναλαμβάνει τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, τοΚύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!», σύντομα θὰ γίνη κατοικητήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ῾Οποία «μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσει» (πρβλ. ᾿Ιω.ιδʹ 23).
θ. Τότε ἡ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ θὰ καταβροχθίζη τὴν  καρδιὰ  καὶ  ἡκαρδιὰ τὴν Εὐχή· τότε ὁ ἄνθρωπος, ἀσκώντας νύκτα καὶ ἡμέρα τὴνεὐλογημένη αὐτὴν ἐργασία, θὰ λυτρωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τοῦἐχθροῦ.
ι. Εἴτε στέκεσαι εἴτε κάθεσαι εἴτε τρῶς εἴτε ταξιδεύεις εἴτε κάνειςὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἐπαναλάμβανε ἐπίμονα τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ,ἀσκώντας ἰσχυρὴ βία στὸν ἑαυτό σου, διότι αὐτὴ πλήττει τοὺςἀοράτους ἐχθροὺς σὰν ἕνας πολεμιστὴς μὲ φονικὴ λόγχη.
ια. Χάραξε τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ  στὸν  νοῦ σου καὶ λέγε αὐτὴνμυστικά, χωρὶς δισταγμὸ ἢ συστολή, ἀκόμη καὶ στοὺς χώρους τῆςσωματικῆς ἀνάγκης!
ιβ. ῞Οταν ἡ γλῶσσα καὶ τὰ χείλη σου κουραστοῦν, προσευχήσουμόνο μὲ τὸν  νοῦ·  ὅταν πάλι ὁ  νοῦς κουραστῆ ἀπὸ τὴν ἐπίμονηαὐτοσυγκέντρωσι καὶ ἡ καρδιὰ πονέση, τότε κάνε μία διακοπὴ καὶπιάσε τὴν ψαλμωδία.
ιγ. ᾿Απὸ τὴν προσευχή, ποὺ ἀσκεῖται γιὰ πολὺ καιρὸ μὲ τὴνγλῶσσα, γεννιέται ἡ προσευχὴ τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή· καὶ ἀπὸτὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ γεννιέται ἡ προσευχὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ καρδιακὴπροσευχή.
–ιδ. Νὰ μὴ λέγης τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ δυνατὰ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦς· καὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰμὴ στρέφης τὴν σκέψι σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, σὲ κοσμικὰ καὶ μάταιαπράγματα, ἀλλὰ νὰ μένης, πολεμώντας τὴν ραθυμία, στὴν μνήμητῆς Εὐχῆς καὶ μόνο. 
ιε. ῾Η προσευχὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσαστὸν ὁρατὸ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφοσιώνουμετὸν  νοῦ μας σὲ αὐτήν. ῞Οπου στέκεται τὸ σῶμα, ἐκεῖ πρέπει νὰεὑρίσκεται μαζί του καὶ ὁ νοῦς, μὴν ἔχοντας κανένα λογισμὸ ἐκτὸςἀπὸ τὰ λόγια τῆς Εὐχῆς.
ιϛ. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν, ὅτι ἂν κανεὶς προσεύχεται μὲ τὰχείλη, ὁ νοῦς του ὅμως εἶναι ἀπρόσεκτος, κοπιάζει μάταια, ἐπειδὴ ὁΘεὸς προσέχει τὸν νοῦ καὶ ὄχι τὰ πολλὰ λόγια· ἡ νοερὰ προσευχὴδὲν ἀνέχεται νὰ ἔχη ὁ νοῦς καμμία φαντασία ἢ ἀκάθαρτη σκέψι.
ιζ. ῍Αν δὲν ἐθισθῆ κανεὶς στὴν νοερὰ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, δὲν θὰδυνηθῆ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
ιη. ῍Αν ἡ Εὐχὴ τοῦ γίνη συνήθεια καὶ περάση μέσα στὴν καρδιάτου, θὰ ξεχύνεται ἀπὸ αὐτὴν ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ μίαπηγή.
ιθ. ῞Ο,τι καὶ ἂν κάνη τότε ὁ ἄνθρωπος, ὅλες τὶς ὧρες καὶ σὲὅλους τοὺς τόπους, εἴτε εἶναι ξύπνιος εἴτε κοιμᾶται, θὰ κινῆται αὐθόρ-μητα στὴν ἐπανάληψι τῆς Εὐχῆς· ναί, ἀκόμη καὶ ὅταν νυστάζη ἢ τὸνπαίρνη ὁ ὕπνος, ἀκόμη καὶ τότε ἡ Εὐχὴ θὰ τὸν ξυπνάη, ἀναβλύζουσαἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν καρδιά  του.
κ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι τόσο μεγάλη, ὅτανδὲν ἐγκαταλείπεται ποτέ, διότι ἂν καὶ τὰ χείλη κουράζωνται καὶ τὸσῶμα ναρκώνεται, τὸ πνεῦμα ὅμως δὲν κοιμᾶται ποτέ.
κα. ῞Οταν ἐκτελῆ κανεὶς μὲ προσήλωσι κάποια ἀναγκαία ἐργασία ή ὅταν λογισμοὶ εἰσορμοῦν στὸν  νοῦ του ἢ ὅταν ὁ ὕπνος τὸνκαταβάλλη, τότε πρέπει νὰ προσεύχεται ζωηρὰ μὲ τὰ χείλη καὶ τὴνγλῶσσα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ ἀκούη τὴν φωνή· ὅταν πάλι ὁ νοῦςεἶναι εἰρηνικὸς καὶ ἤρεμος ἀπὸ λογισμούς, τότε ὁ ἄνθρωπος ἂςπροσεύχεται μόνο νοερά.
κβ. Αὐτὸς ὁ δρόμος τῆς προσευχῆς ὁδηγεῖ συντομώτερα στὴν σωτηρία, ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ ἄλλος μὲ τοὺς ψαλμούς, τοὺς ἀσματικοὺς κανόνεςκαὶ τὶς συνήθεις προσευχές, ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἐγγράμματοι.
κγ. ῞Οσον διαφέρει ὁ ὥριμος ἄνθρωπος ἀπὸ ἕνα παιδί, ἄλλο τόσο καὶ ἡ νοερὰ ἀδιάλειπτος προσευχὴ ἀπὸ μίαν ἄλλη, ποὺ ἔχεισυνταχθῆ τεχνητά.κδ. ῾Η προσευχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι γιὰ τοὺς προχωρη-μένους.  ῾Η ψαλμωδία, δηλαδὴ ἡ συνήθης ἐκκλησιαστικὴ μελωδία,εἶναι γιὰ τοὺς μεσαίους. ῾Η ὑπακοὴ καὶ ὁ κόπος εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαρίους.

Μικρό απάνθισμα από διδασκαλίες του Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ(15 Νοεμβρίου)


Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (1722-1794)

Σύντομα βιογραφικά στοιχεία.
Ag. Paissios Velitskofski
Γεννήθηκε το 1722 στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο κατά κόσμον Πέτρος, από πατέρα ιερέα και μητέρα πού αργότερα έγινε μοναχή. Δεκαπέντε ετών μετέβη στη μονή Λιοΰμπεσκ και κατόπιν στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Πνευματικό οδηγό είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Το 1742, ύστερα άπό διωγμούς Ουνιτών στην πατρίδα του, μετέβη στη Βλαχία και μόνασε εκεί επί τετραετία, λαμβάνοντας τ΄ όνομα Πλάτων. Το 1746 αναχώρησε για το πολυπόθητο Άγιον Όρος.
Ασκήθηκε στην Καψάλα, όπου εκάρη μοναχός άπό τον Γέροντα του Βασίλειο με τ΄ όνομα Παΐσιος. Το 1758 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και απέκτησε δωδεκαμελή συνοδεία. Κατόπιν πήγε με τη συνοδεία του στο Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το όποιο μετέτρεψε σε σκήτη, πού ανήκει στη μονή Παντοκράτορος. Απέκτησε περί τους πενήντα καλούς μαθητές, για τους οποίους συνέταξε τυπικό κατά την αγιορείτικη τάξη, και άρχισε τις μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στα σλαβικά, όπως Ισαάκ του Σύρου και Γρηγορίου του Σιναΐτου, διδάσκοντας σε όλους την ευχή του Ιησού. Το τελευταίο εξάμηνο της αγιορείτικης ζωής του το διήλθε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας (1762). Μετά άπό δεκαεπτά χρόνων παραμονή στον ιερό Άθωνα, ο όσιος Παΐσιος επέστρεψε το 1763 στη Μολδαβία παίρνοντας μαζί του αρκετούς μοναχούς.
Εγκαταστάθηκε στη μονή Δραγκομίρνα και απέκτησε πολλούς μαθητές Ρώσους, Ρουμάνους και Βουλγάρους. Τους δίδασκε καθη μερινά στη γλώσσα τους να τηρούν πενία, υπακοή, ταπεινοφροσύνη, σιωπή και να εντρυφούν στη μελέτη των νηπτικών πατέρων. Έγινε ηγούμενος της αρχαίας μονής του Νεάμτς, την οποία κατέστησε σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με τις μεταφράσεις Ελλήνων Πατέρων και ασκητών και τη ζωή της ευχής του Ιησού. Αξιοσημείωτη είναι ή μετάφραση της Φιλοκαλίας (1793). Τη φήμη του αγίου Γέροντος Παϊσίου ακούγοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θέλησε να γίνει μαθητής του, μα εμποδίσθηκε από διάφορες συμπτώσεις κι επέστρεψε στο Άγιον Όρος.
Στη μονή Νεάμτς ανεπαύθη ειρηνικά στις 15 Νοεμβρίου 1794 ο μεγάλος στάρετς, για το έργο του οποίου μιλούν πολλοί με δικαιολογημένο θαυμασμό. Υπήρξε αναζωογονητής του μοναχισμού στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Οι πολυάριθμοι και αξιόλογοι μαθητές του έγιναν, μετά την κοίμηση του, κήρυκες των διδαχών του. Οι μονές Δραγομίρνα, Σέκου και Νεάμτς ήταν τα κέντρα της λαμπρής ασκητικοφιλολογικής κινήσεως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπου οι μαθητές του, με τη νηπτική τους εργασία και τ΄ ανεπτυγμένα φιλολογικά τους κριτήρια, μόχθησαν για την πνευματική ανύψωση της Μολδαβίας. Το πνεύμα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέφερε ο όσιος Παΐσιος στα Βαλκάνια και τη Ρωσία. Τιμάται ιδιαίτερα από τους Ρώσους και τους Ρουμάνους. Η επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του έγινε από το Πατριαρχείο Μόσχας το 1988 και από το Πατριαρχείο Ρουμανίας το 1992.

Ο Όσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ.ο αναζωογονητής του μοναχισμού σε Ρωσία και Ρουμανία



 
Γεννήθηκε το 1722 στην Πολτάβα της Ουκρανίας, ο κατά κόσμον Πέτρος, από πατέρα ιερέα και μητέρα πού αργότερα έγινε μοναχή. Δεκαπέντε ετών μετέβη στη μονή Λιοΰμπεσκ και κατόπιν στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου. Πνευματικό οδηγό είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων.     Το 1742, ύστερα άπό διωγμούς Ουνιτών στην πατρίδα του, μετέβη στη Βλαχία και μόνασε εκεί επί τετραετία, λαμβάνοντας τ΄ όνομα Πλάτων. 
Το 1746 αναχώρησε για το πολυπόθητο Άγιον Όρος.Ασκήθηκε στην Καψάλα, όπου εκάρη μοναχός άπό τον Γέροντα του Βασίλειο με τ΄ όνομα Παΐσιος. Το 1758 χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς και απέκτησε δωδεκαμελή συνοδεία. Κατόπιν πήγε με τη συνοδεία του στο Κελλί του Προφήτου Ηλιού, το όποιο μετέτρεψε σε σκήτη, πού ανήκει στη μονή Παντοκράτορος. 
Απέκτησε περί τους πενήντα καλούς μαθητές, για τους οποίους συνέταξε τυπικό κατά την αγιορείτικη τάξη, και άρχισε τις μεταφράσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στα σλαβικά, όπως Ισαάκ του Σύρου και Γρηγορίου του Σιναΐτου, διδάσκοντας σε όλους την ευχή του Ιησού. 
Το τελευταίο εξάμηνο της αγιορείτικης ζωής του το διήλθε στην Ιερά μονή Σίμωνος Πέτρας (1762). Μετά άπό δεκαεπτά χρόνων παραμονή στον ιερό Άθωνα, ο όσιος Παΐσιος επέστρεψε το 1763 στη Μολδαβία παίρνοντας μαζί του αρκετούς μοναχούς.
Εγκαταστάθηκε στη μονή Δραγκομίρνα και απέκτησε πολλούς μαθητές Ρώσους, Ρουμάνους και Βουλγάρους. Τους δίδασκε καθημερινά στη γλώσσα τους να τηρούν πενία, υπακοή, ταπεινοφροσύνη, σιωπή και να εντρυφούν στη μελέτη των νηπτικών πατέρων. 
Έγινε ηγούμενος της αρχαίας μονής του Νεάμτς, την οποία κατέστησε σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με τις μεταφράσεις Ελλήνων Πατέρων και ασκητών και τη ζωή της ευχής του Ιησού. Αξιοσημείωτη είναι ή μετάφραση της Φιλοκαλίας (1793). 
Τη φήμη του αγίου Γέροντος Παϊσίου ακούγοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης θέλησε να γίνει μαθητής του, μα εμποδίσθηκε από διάφορες συμπτώσεις κι επέστρεψε στο Άγιον Όρος.
Στη μονή Νεάμτς ανεπαύθη ειρηνικά στις 15 Νοεμβρίου 1794 ο μεγάλος στάρετς, για το έργο του οποίου μιλούν πολλοί με δικαιολογημένο θαυμασμό. Υπήρξε αναζωογονητής του μοναχισμού στη Ρουμανία και τη Ρωσία. Οι πολυάριθμοι και αξιόλογοι μαθητές του έγιναν, μετά την κοίμηση του, κήρυκες των διδαχών του. Οι μονές Δραγομίρνα, Σέκου και Νεάμτς ήταν τα κέντρα της λαμπρής ασκητικοφιλολογικής κινήσεως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, όπου οι μαθητές του, με τη νηπτική τους εργασία και τ΄ ανεπτυγμένα φιλολογικά τους κριτήρια, μόχθησαν για την πνευματική ανύψωση της Μολδαβίας. Το πνεύμα των ιεροπρεπών Κολλυβάδων μετέφερε ο όσιος Παΐσιος στα Βαλκάνια και τη Ρωσία. Τιμάται ιδιαίτερα από τους Ρώσους και τους Ρουμάνους. Η επίσημη αναγνώριση της αγιότητας του έγινε από το Πατριαρχείο Μόσχας το 1988 και από το Πατριαρχείο Ρουμανίας το 1992.Την πρώτη βιογραφία του έγραψε το 1817 ο μαθητής του μοναχός Μητροφάνης, πού στηρίχθηκε στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου και στις προσωπικές αναμνήσεις του. Ακολούθησαν αρκετές άλλες, πού κυκλοφόρησαν ευρύτατα στα ρουμανικά και ρωσικά και μεταφράσθηκαν στα ελληνικά.
Η μνήμη του τιμάται στις 15 Νοεμβρίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007/πηγή
Όραμα του Οσίου Παισίου Βελιτσκόφσκυ
…  Ο π.  Αθανάσιος  µιλούσε για τον στάρετς Παίσιο Βελιτσκόφσκυ µε δέος και σεβασµό και 
διηγόταν τα ακόλουθα για να δείξει το ύψος των πνευµατικών του αναβάσεων… 

  Κάποτε καθόταν στο καλύβι του και προσευχόταν. Ξαφνικά είδε (σαν σε έκσταση, όπως συνήθως 
αποκαλύπτεται σε τέτοιους ανθρώπους) πλήθος δαιµόνων να κυκλώνουν ένα είδος θυσιαστηρίου και σε 

λίγο άλλους δαίµονες να συνοδεύουν τον σατανά  µε δαιµονική επισηµότητα. Ο σατανάς κάθισε πάνω 
στο θυσιαστήριο και δεχόταν τους δαίµονες που ερχότανε ένας –  ένας  µε τις αναφορές τους και
απαντούσαν στις ερωτήσεις του. 
    -Εσύ που ήσουν; Ρώτησε ο σατανάς τον πρώτο δαίµονα. Ήµουν στο καλύβι ενός  µοναχού, που 
ζει στην ησυχία έξω από το  µοναστήρι, µα δεν  µπορούσα να τον πλησιάσω, γιατί όσες φορές δοκίµασα 

εκείνος έπεφτε κατά γης, φυσικά έκανε µετάνοιες και προσευχές, και ήταν καλυµµένος ολόκληρος µε µια 
φωτιά που  µε έκαιγε,  και για αυτό  µου ήταν τελείως αδύνατο να φτάσω κοντά του. Ο σατανάς τότε 
διέταξε να τον δείρουν όπως και τους άλλους που δεν τα κατάφεραν στις δαιµονικές επιδιώξεις τους. Κι 
ήταν όλοι αυτοί 5-6 δαίµονες. Μετά ο σατανάς άρχισε να γρυλίζει και να λέει: 
Ω!  π ό σ ο  µε ε ν ο χ λ ο ύ ν  α υ τ ά  τ α  π α λ ι ό χ α ρ τ α! !   (εννοούσε τα πατερικά βιβλία σε µεταφράσεις 
του π. Παϊσίου). Θάρθει καιρός όµως που όλα θα υποταχθούν στην θέληση  µου,  και αυτά τα βιβλία θα 
εξαφανιστούν. Και η εποχή αυτή, πρόσθεσε ο γέρων Αθανάσιος ήρθε. 
Η περίφηµη βιβλιοθήκη της  µονής Νεάμτς κατακάηκε και τα λίγα βιβλία για την νοερή προσευχή 
που γλύτωσαν από την καταστροφή έχουν  µείνει στ`  αζήτητα,  κανείς πια δεν ενδιαφέρεται γι`  αυτά...      

Ο γέροντας Αθανάσιος συνέχισε: Πρέπει να διαβάζουμε διαρκώς Π Α Τ Ε Ρ Ι Κ Α Β Ι Β Λ Ι Α. Όλοι οι 
άγιοι πατέρες διάβαζαν πολύ,  διάβαζαν ως ότου να λάβουν το χάρισµα της προσευχής. Τον 

Οκτώβριο του 1873  ο Αθανάσιος αρρώστησε και στις 23  του  µηνός πέθανε και κηδεύτηκε στο κοινό 
κοιµητήριο.  
Πηγή-Οσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ-Εκδ.Πέτρου Μπότση

Εν συνεχεία παραθέτουμε μερικά χωρία από το πνευματικότατο έργο του Οσίου Παϊσίου «Κρίνα του Αγρού»αναφερόμενα στην ευχή του Ιησού.



α. Νὰ εἶσαι σταθερὰ προσηλωμένος στὸν Θεό, διότι ᾿Εκεῖνος θὰ σὲ καθοδηγήση στὸ κάθε τι καὶ θὰ σοῦ ἀποκαλύψη, διὰ τοῦ ῾Αγίου  Πνεύματος, ὅλα τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια μυστήρια.
β. ῾Ο νοῦς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ ἀπόλυταπροσηλωμένος στὸν Θεό, ἂν δὲν ἀποκτήσουμε τὶς ἑξῆς τρεῖς ἀρετές:τὴν ἀγάπη σὲ Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους,τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.
γ. ῾Η ἀγάπη ἐξορίζει τὴν ὀργή, ἡ ἐγκράτεια ἐξασθενίζει τὴν σαρκικὴἐπιθυμία καὶ ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ διώκει ἀπὸ τὸν νοῦ τοὺς λογισμούς, φυγαδεύουσα ταυτόχρονα τὴν ἐχθρότητα καὶ τὴν ἔπαρσι.
δ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἐργασία κοινὴ τῶν ᾿Αγγέλων καὶ τῶνἀνθρώπων· μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν σύντοματὴν ζωὴ τῶν ᾿Αγγέλων.
ε. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι ἡ πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ἔργων καὶ ἀρετῶν καὶ ἐξορίζει μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὰ σκοτεινὰ πάθη·ἀπόκτησε αὐτήν, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνης θὰ ἀποκτήσης ψυχὴ ἀγγελική.
ϛ. ῾Η Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶναι θεϊκὴ ἀγαλλίασις. Εἶναι πολύτιμη σὰν ξίφος. Κανένα ἄλλο πνευματικὸ ὅπλο δὲν δύναται νὰ ἀναχαιτίσητόσο ἀποτελεσματικὰ τοὺς δαίμονας· κατακαίει αὐτούς, ὅπως ἡ φωτιὰτὰ βάτα.
ζ. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ ἀναφλέγει ὁλόκληρο τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ τοῦ φέρνει ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη· ἔτσι, ἀπὸ τὴν[πνευματικὴ] ἡδονὴ καὶ τὴν γλυκύτητα, ὁ ἄνθρωπος ἀδιαφορεῖ γιὰτὴν ζωὴ αὐτὴ καὶ θεωρεῖ κάθε τι γήϊνο σὰν χῶμα καὶ στάκτη.
η. ῞Οποιος μὲ πόθο καὶ χωρὶς διακοπή, σὰν τὴν ἀνάσα ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ στήθη του, ἐπαναλαμβάνει τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, τοΚύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!», σύντομα θὰ γίνη κατοικητήριο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ῾Οποία «μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσει» (πρβλ. ᾿Ιω.ιδʹ 23).
θ. Τότε ἡ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ θὰ καταβροχθίζη τὴν  καρδιὰ  καὶ  ἡκαρδιὰ τὴν Εὐχή· τότε ὁ ἄνθρωπος, ἀσκώντας νύκτα καὶ ἡμέρα τὴνεὐλογημένη αὐτὴν ἐργασία, θὰ λυτρωθῆ ἀπὸ ὅλες τὶς παγίδες τοῦἐχθροῦ.
ι. Εἴτε στέκεσαι εἴτε κάθεσαι εἴτε τρῶς εἴτε ταξιδεύεις εἴτε κάνειςὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἐπαναλάμβανε ἐπίμονα τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ,ἀσκώντας ἰσχυρὴ βία στὸν ἑαυτό σου, διότι αὐτὴ πλήττει τοὺςἀοράτους ἐχθροὺς σὰν ἕνας πολεμιστὴς μὲ φονικὴ λόγχη.
ια. Χάραξε τὴν  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ  στὸν  νοῦ σου καὶ λέγε αὐτὴνμυστικά, χωρὶς δισταγμὸ ἢ συστολή, ἀκόμη καὶ στοὺς χώρους τῆςσωματικῆς ἀνάγκης!
ιβ. ῞Οταν ἡ γλῶσσα καὶ τὰ χείλη σου κουραστοῦν, προσευχήσουμόνο μὲ τὸν  νοῦ·  ὅταν πάλι ὁ  νοῦς κουραστῆ ἀπὸ τὴν ἐπίμονηαὐτοσυγκέντρωσι καὶ ἡ καρδιὰ πονέση, τότε κάνε μία διακοπὴ καὶπιάσε τὴν ψαλμωδία.
ιγ. ᾿Απὸ τὴν προσευχή, ποὺ ἀσκεῖται γιὰ πολὺ καιρὸ μὲ τὴνγλῶσσα, γεννιέται ἡ προσευχὴ τοῦ νοῦ, ἡ νοερὰ προσευχή· καὶ ἀπὸτὴν προσευχὴ τοῦ νοῦ γεννιέται ἡ προσευχὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ καρδιακὴπροσευχή.
–ιδ. Νὰ μὴ λέγης τὴν Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ δυνατὰ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ τὴν ἀκοῦς· καὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰμὴ στρέφης τὴν σκέψι σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, σὲ κοσμικὰ καὶ μάταιαπράγματα, ἀλλὰ νὰ μένης, πολεμώντας τὴν ραθυμία, στὴν μνήμητῆς Εὐχῆς καὶ μόνο. 
ιε. ῾Η προσευχὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσαστὸν ὁρατὸ καὶ τὸν ἀόρατο κόσμο, γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφοσιώνουμετὸν  νοῦ μας σὲ αὐτήν. ῞Οπου στέκεται τὸ σῶμα, ἐκεῖ πρέπει νὰεὑρίσκεται μαζί του καὶ ὁ νοῦς, μὴν ἔχοντας κανένα λογισμὸ ἐκτὸςἀπὸ τὰ λόγια τῆς Εὐχῆς.
ιϛ. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν, ὅτι ἂν κανεὶς προσεύχεται μὲ τὰχείλη, ὁ νοῦς του ὅμως εἶναι ἀπρόσεκτος, κοπιάζει μάταια, ἐπειδὴ ὁΘεὸς προσέχει τὸν νοῦ καὶ ὄχι τὰ πολλὰ λόγια· ἡ νοερὰ προσευχὴδὲν ἀνέχεται νὰ ἔχη ὁ νοῦς καμμία φαντασία ἢ ἀκάθαρτη σκέψι.
ιζ. ῍Αν δὲν ἐθισθῆ κανεὶς στὴν νοερὰ  Εὐχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, δὲν θὰδυνηθῆ νὰ ἀποκτήση τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Λόγος γιά τήν προφορική προσευχή καί τήν ψαλμωδία ( Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ)






Ἀπό τό βιβλίοΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
Τόμος γ΄
Κανένας, ἀπ᾿ ὅσους θέλουν νά κάνουν πρόοδο στή νοερά προσευχή, ἄς μήν τολμήσει νά σκεφθεῖ ἐπιπόλαια πώς προφορική προσευχή καί ψαλμωδία, πού γίνονται μέ προσοχή τοῦ νοῦ, εἶναι πνευματικές ἐργασίες μικρῆς σημασίας καί γι᾿ αὐτό ἀνάξιες σεβασμοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, βέβαια, ὑποστηρίζουν ὅτι προσευχή μέ τά χείλη χωρίς τήν προσοχή τοῦ νοῦ δέν ἀποδίδει καρπούς. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι ἀπορρίπτουν ὑποτιμοῦν τήν προσευχή πού γίνεται μέ τά χείλη, εἴτε προφορικά εἴτε μελωδικά. Κάθε ἄλλο! Τό μόνο πού ἀπαιτοῦν εἶναι ἕνωσή της μέ τήν προσοχή.




προσεκτική προσευχή μέ τά χείλη εἶναι ἀρχή καί αἰτία τῆς νοερᾶς. εἶναι συνάμα καί προσευχή νοερά. Ἄν μάθουμε νά προσευχόμαστε προφορικά καί μελωδικά μέ προσεκτικό τόν νοῦ, τότε εὔκολα θά μάθουμε νά προσευχόμαστε καί μέ τόν νοῦ μόνο, στήν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ.
Τήν προσευχή μέ τά χείλη μᾶς τή συστήνει Ἁγία Γραφή. Παραδείγματα τόσο τῆς προφορικῆς προσευχῆς ὅσο καί τῆς ψαλμωδίας μᾶς παρέδωσαν ἴδιος Κύριος καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι:
εὐαγγελιστής Ματθαῖος γράφει ὅτι στό τέλος τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου Ἰησοῦς καί οἱ μαθητές Του, «ἀφοῦ ἔψαλαν, βγῆκαν γιά νά πᾶνε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν»1. Πρίν ἀναστήσει τόν φίλο Του Λάζαρο, πού βρισκόταν τέσσερις μέρες νεκρός στό μνῆμα, Κύριος προσευχήθηκε τόσο δυνατά, ὥστε ν᾿ ἀκούγεται ἀπ᾿ ὅλους2.


Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Παῦλος καί Σίλας, κλεισμένοι στή φυλακή τῶν Φιλίππων, προσεύχονταν καί ἔψαλαν ὕμνους στόν Θεό μεγαλόφωνα, ἔτσι πού τούς ἄκουγαν οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι. Καί ἦταν ἄμεση θεία ἀπόκριση στούς ὕμνους τους: «Ξαφνικά ἔγινε ἕνας σεισμός τόσο δυνατός, πού σαλεύτηκαν τά θεμέλια τῆς φυλακῆς. Ἀμέσως ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καί τά δεσμά τῶν φυλακισμένων λύθηκαν»3.