(Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)
Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μια μεγάλη μορφή του
μοναχισμού που έζησε μερικά χρόνια στο Άγιον Όρος και εκφράσθηκε στις
σλαβικές χώρες, και κυρίως στην Ουκρανία, την Μολδαβία και την Βλαχία,
αλλά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, της Ρωσίας και σε άλλες
περιοχές.
Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του
μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και
της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε
αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν
εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της
Δύσεως.
Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του
οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό
διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των
αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση
της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την
θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία». Δεν
αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά
κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να
προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την
ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος
πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.
Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης
Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, που δίδαξε για χρόνια την ιστορία των
Σλαβικών και λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την
ησυχαστική παράδοση στα Βαλκάνια και την Ρωσία, αφού η διδακτορική του
διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις του ησυχασμού εις την εκκλησιαστικήν
πολιτικήν εν Ρωσία, και ακόμη ασχολήθηκε με τον όσιο Παΐσιο
Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο "Ο Παΐσιος
Βελιτσκόφσκι και η ασκητικοφιλολογική Σχολή του". Αυτές και άλλες
μελέτες του απεκάλυψαν την ζωή και το έργο του μεγάλου αυτού Ουκρανού
ασκητού.
Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο
"Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι", έκδοση του Uniνersity Studio Press. Το
βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σε άλλες γλώσσες, με την αυτοβιογραφία
και την βιογραφία του μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού και με
την έκδοση αυτή μεταφράσθηκε και στην ελληνική γλώσσα.
Συγκεκριμένα το βιβλίο αυτό, το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται
σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία του οσίου
Παϊσίου Βελιτσκόφσκι που τελειώνει μέχρι την εποχή εκείνη που μετέβη στο
Άγιον Όρος. Στο δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία του οσίου
Παϊσίου που γράφηκε από τον μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από το
σημείο εκείνο που διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι την κοίμηση του
μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Και στο τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η
αφήγηση του ιδίου του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στον ηγούμενο Θεοδόσιο
του ερημητηρίου του Αγίου Σωφρονίου στην Ρωσία για την ανακάλυψη στο
Άγιον Όρος των συγγραμμάτων των νηπτικών Πατέρων και την μετάφρασή τους
στην ρωσοσλαβονική γλώσσα.
Στην εισαγωγή, που προηγείται του όλου έργου, ο Καθηγητής
Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, με επιστημονική ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση,
κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στα κείμενα που ακολουθούν, και κυρίως
στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι την οποία ανακάλυψε
στην Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν και μετέφρασε ο
Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, που διευκολύνουν τον
αναγνώστη, καταγράφονται στις υποσημειώσεις που παρατίθενται στα
κείμενα. Η καταγραφή της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου δείχνει την
μεγάλη προσφορά του οσίου Παϊσίου.
Πρόκειται για ένα έργο πολύ σημαντικό και πρέπει να διαβασθή από όλους
όσοι ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, γιατί συνδέεται με την αναγέννηση
του μοναχισμού στην Μολδαβία, την Ρουμανία, την Ρωσία, αλλά και στην
ευρύτερη περιοχή. Είναι δε γνωστόν ότι η μετάφραση των σημαντικών αυτών
νηπτικών κειμένων στην ρωσοσλαβωνική γλώσσα, που έγινε από τον όσιο
Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και από εκεί στην Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε
πολλούς μοναχούς που έζησαν αυτήν την ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δε
αυτήν την Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στο περίφημο βιβλίο
Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.
Στην συνέχεια θα εντοπισθούν πέντε σημεία από την ζωή του μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού και ησυχαστού αγίου της Εκκλησίας.
1. Η πορεία του προς τον μοναχισμό
Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος και γεννήθηκε στην Πολτάβα της
Ουκρανίας, της Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, το έτος 1722.
Έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 4 ετών. Στην ηλικία των δέκα χρόνων
διάβαζε την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, το βιβλίο Μαργαρίτης του ιερού
Χρυσοστόμου, τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τον αββά Δωρόθεο και άλλα βιβλία.
Με την ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό.
Όταν σπούδαζε στο Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο για τα πνευματικά
ζητήματα, παρά για τα σχολαστικά μαθήματα που διδάσκονταν τότε στην
Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο με
τον Σχολάρχη του που δείχνει τον πρώϊμο ζήλο του για την πατερική
ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν την σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου και
εμπνεόμενος από την μοναχική ζωή και από την άσκηση των μοναχών
αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό και μάλιστα για την
ερημική ζωή, με την πλήρη ξενιτεία.
Διαβάζοντας κανείς την αφήγησή του παρατηρεί τον μεγάλο ζήλο του για τον
ησυχαστικό μοναχισμό που αναπτύχθηκε στην εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν
μερικές φράσεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί στην αυτοβιογραφία του και
δείχνουν την αγάπη του για τον μοναχισμό και μάλιστα τον ησυχαστικό
μοναχισμό που κυρίευσε την ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:
«Η αγάπη για τον μοναχισμό υπερίσχυε στην ψυχή μου, και δεν με έσπρωχνε
πια στο να φοιτώ στα μαθήματα, παρά με εξωθούσε στο να απαρνηθώ τον
κόσμο και όσο το δυνατό γρηγορότερα να γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τα
βράδια, και μη γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τη
νύχτα είτε κάπου στην πλησιέστερη σπηλιά κοντά στην εκκλησία, είτε στο
μεγάλο μοναστήρι κοντά στο μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου να
σημάνει για τον Κανόνα». «Μακάριζα την τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο
έκαιγε στην ψυχή μου η επιθυμία για ένα πράγμα που ήταν ακατόρθωτο,
ώστε, αν ήταν δυνατόν, δεν θα ήθελα με κανέναν τρόπο να φύγω από εκείνα
τα ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, να τελειώσω μέσα σ’ αυτά τη
ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τα ιερά εκείνα
σπήλαια με θλίψη και στεναγμό».
Με συμμαθητές του στην Σχολή που είχαν τον ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Να
ξενιτευθούμε από την πατρίδα μας σε κάποιον έρημο και ήσυχο τόπο, και
αφού βρούμε για τις ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, να παραδοθούμε στην
υπακοή του και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή να λάβουμε από αυτόν τη
μοναχική κουρά». Αποφάσισαν να ζήσουν «έως την τελευταία μας (τους) πνοή
μέσα στη μοναχική πτωχεία», «μέσα στην κακοπάθεια».
Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες και ωφελείτο από την παρουσία τους
και τα λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους
και μου φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».
Για την ικανοποίηση του μεγάλου του πόθου να μονάση μέσα σε ξενιτεία,
ησυχία και κακοπάθεια εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Κίεβο, καθώς
επίσης αποχωρίσθηκε την μητέρα του, μέσα σε μια συγκινητικότατη και
συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ' ενός μεν ο
ζήλος του για την μοναχική ζωή, αφ' ετέρου δε η ισχυρή του θέληση για
την εκπλήρωση του πόθου του.
Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τις ταλαιπωρίες του για την αναζήτηση
ενός κατάλληλου τόπου, την επίσκεψή του σε διάφορα μοναστικά κέντρα και
την συνάντησή του με ερημίτες στους οποίους ήθελε να κάνη υπακοή για την
σωτηρία του, χαρακτηριστική δε περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος.
Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, με πολλές δυσκολίες, με αφάνταστες και
απερίγραπτες ταλαιπωρίες.
Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος του
πρότεινε να φορέση, αν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο
ίδιος: «Εγώ του έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο
κελλί μου, έβγαλα τα κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά
που μου έδωσε ο ηγούμενος, που τα φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι
το ιερό. Και τα φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και
ευχαριστούσα τον Θεό, που αντί για τα κοσμικά ρούχα που φορούσα έως
τώρα, αξιώθηκα αυτά που έπρεπε, τα μοναστηριακά».
Στην αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου
που βρίσκεται στον ποταμό Τιασμίνα και ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου
και έλαβε το μικρό μοναχικό σχήμα και ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός,
όμως, που ξέσπασε εναντίον της Μονής, αφού οι αξιωματούχοι της περιοχής
τους πίεζαν να προσχωρήσουν στην Ουνία, τον εξανάγκασε να επιστρέψη στην
Σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου.
Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από την παρουσία μεγάλων ασκητών
Πατέρων, που διακρίνονταν για την άσκησή τους και τις αρετές τους. Ο
ίδιος δηγείται για κάποιον μοναχό: «Και από μόνη τη θέα του η ταλαίπωρη
ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σε μεγάλους ασκητές διηγείται:
«Αυτά βλέποντας και σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη για τον
άγιο αυτόν τόπο και απ' όλη την ψυχή μου ευχαρίστησα τον Θεό, γιατί με
αξίωσε και εμένα τον ανάξιο να βρεθώ σε τέτοια άγια Λαύρα».
Οι ασκητές, όμως, αυτοί δεν δέχονταν συνήθως να καθοδηγήσουν άλλους, ενώ
εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό για την πνευματική του ζωή. Γι’
αυτό αναζήτησε αυτόν τον πνευματικό καθοδηγό στην Μολδαβία, περνώντας
διάφορα μέρη μέσα στο χιόνι που έφθανε μέχρι το γόνατο, αντιμετωπίζοντας
απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τα σύνορα με άλλους συνοδοιπόρους
του. Στην πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές που ζούσαν με
βαθειά και μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί με τον
γέροντα στον ίδιο τόπο και συζητούσαν έως τα μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς
καθόμουν και εγώ ο έσχατος και, ακούοντας προσεκτικά τα λεγόμενα,
χαιρόμουν χαρά ανείπωτη και δόξαζα τον Θεό με δάκρυα, διότι με αξίωσε
στη νεότητά μου να ακούσω από το στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου
παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, που για όλη μου τη ζωή μου ήταν
οδηγός».
Στην σκήτη Κίρνουλ συνάντησε ασκητές, ερημίτες πατέρες που ζούσαν την
ησυχαστική παράδοση. Εκεί διδάχθηκε ο όσιος Παΐσιος «τι είναι εργασία
και θεωρία και αληθινή νοερά ησυχία. Εκεί, όχι μόνο έμαθε την νήψη και
προσοχή που τελείται στην καρδιά δια του νοός και τη νοερά προσευχή,
αλλά και απήλαυσε στην καρδιά τη θεία ενέργεια που κινείται από αυτήν».
Η θεία, όμως, Πρόνοια ήθελε τον όσιο Παΐσιο στο Άγιον Όρος «ώστε να
επαυξήσει τον θησαυρό και να δώσει αφθόνως σε όλους που ζητούν από αυτόν
ωφέλεια από την πνευματική διδασκαλία». Αναζητούσε εκεί «κάποιον
πεπειραμένο πνευματικό πατέρα, που θα ζούσε στην ησυχία, για να
παραδοθεί στην υπακοή του με το σώμα και την ψυχή, και για να μάθει από
αυτόν τον τρόπο της πνευματικής ζωής».
Έφθασε στην Μεγίστη Λαύρα, εόρτασε με τους Πατέρες την πανήγυρη του
οσίου Αθανασίου και από εκεί πήγε στην Σκήτη της Μονής Παντοκράτορος.
Εγκαταστάθηκε σε μια καλύβη και αναζητούσε τον κατάλληλο πνευματικό
οδηγό. Ζούσε με μεγάλη άσκηση, μετάνοιες, εγκράτεια, απόλυτη ακτημοσύνη,
πτωχεία, σκληραγωγία, ακόμη και στο κρεβάτι, συντριβή της καρδιάς,
αδιάλειπτη προσευχή, αγάπη στον Θεό και τον πλησίον, μνήμη θανάτου,
ψαλμωδία, ανάγνωση των Αγίων Γραφών, αλλά και συνεχή δάκρυα, γιατί δεν
βρήκε ησυχαστή Πνευματικό Πατέρα για να του κάνη υπακοή. Με τον τρόπο
αυτής της ασκήσεως «ανερχόταν από μια δύναμη πνευματική σε άλλη,
πραγματοποιώντας στην καρδιά του ανάβαση. Φλεγόμενος έτσι από θείο ζήλο
για μεγάλους άθλους, απόλαυσε την ησυχία επί δυόμισι χρόνια».
Την εποχή αυτή έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα περί το έτος 1750. Ήταν τότε
σε ηλικία 28 ετών και μετονομάσθηκε από Πλάτων σε Παΐσιο. Και αφού δεν
είχε κατάλληλο πνευματικό οδηγό, ακολουθούσε την διδασκαλία των αγίων
Πατέρων της Εκκλησίας που διάβαζε στα συγγράμματά τους.
Έτσι, ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, που αναπτύχθηκε από την μικρή
του ηλικία, ικανοποιήθηκε με την δωρεά του μεγάλου μοναχικού σχήματος,
και την αγάπη του για την ιερά ησυχία και την μοναχική ζωή.



