Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ;

Συμπορευόμενοι με τους Οικουμενιστές, είμαστε εντός ή εκτός Εκκλησίας; (Τι διδάσκει ο άγ. Μάξιμος)

Ἀπὸ κείμενο τῶν ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ


   …Τους έλεγε ο Άγιος Μάξιμος, δεν μπορεί να υπάρξει φύσις ανενέργητος δηλαδή, ανενεργός. Και άρα λοιπόν, αφού δέχεστε ότι είχε δύο φύσεις, πρέπει να δεχθείτε ότι είχε και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Εάν δεν δέχεστε ότι είχε δύο θελήσεις και δύο ενέργειες δεν μπορείτε να λέτε και να δέχεστε ότι είχε και δύο Φύσεις. Ή δέχεσθε λοιπόν και τα μεν και τα δε, ή μην δεχτείτε τίποτε από τα δύο και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Αυτό όμως, δυστυχώς δεν ήθελαν να το καταλάβουν όλοι οι τότε αρμόδιοι και υπεύθυνοι. Και τι έγινε; Προσέξτε τι έγινε. Μιλάμε τώρα για φοβερά πράγματα, τα οποία ίσως να τα βρούμε μπροστά μας και γι’ αυτό σας τα λέμε αυτά τα πράγματα, γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας και σύντομα και ίσως γι’ αυτό να σας κουράζουμε.

Οι Επίσκοποι εφαρμόζουν σχέδιο φίμωσης όσων αντιδρούν κατά των Οικουμενιστών!


Προωθεῖται τὸ σχέδιο τῆς φίμωσης τῶν πιστῶν, μὲ δεσποτικὲς Ἐντολὲς στοὺς ἱερεῖς νὰ μὴ συζητᾶνε ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν Οἰκουμενισμό!

Μὲ αὐτὴν τὴν ἀνάρτηση:
    1. Δίνουμε τὴν πληροφορία ὅτι σὲ Μητροπόλεις ἐφαρμόζεται ἢ προωθεῖται τὸ σχέδιο τῆς φίμωσης τῶν πιστῶν, μὲ δεσποτικὲς Ἐντολὲς στοὺς ἱερεῖς νὰ μὴ συζητᾶνε ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν Οἰκουμενισμό! Πέρα ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες Ἐντολὲς ὑπάρχει καὶ τὸ ἴδιο τὸ παράδειγμα τῶν Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ ἡ «καθοδήγηση» ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς νὰ μὴ «ἀνακατεύονται»  οἱ πιστοὶ καὶ νὰ μὴ μιλοῦν γιὰ τὰ θέματα τῆς Πίστεως, ἀφοῦ αὐτά …ὑπάγονται(!) στὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν ὁρισμένων θεολόγων!

   Τοῦτο πληροφορηθήκαμε ὅτι συμβαίνει στὴν Μητρόπολη τῆς Βέροιας, ἀφοῦ ἐκεῖ ἔχουν δοθεῖ τέτοιες Ἐντολές, εἶναι γνωστὸ δὲ ὅτι ἤδη ἔχουν «ἐκδιωχθεῖ» δύο ἱερεῖς, ἐπειδὴ ὁμιλοῦσαν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
 Ἐπίσης, κάτι παρόμοιο συμβαίνει στὴν Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ὅπου ὁ μητροπολίτης ἔχει τιμωρήσει καὶ ἀπειλεῖ μὲ μεγαλύτερες τιμωρίες τοὺς πρωτοπρεσβύτερους π. Νικόλαο Μανώλη καὶ π. Θεόδωρο Ζήση.
    Ἐπίσης εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ μητροπολίτης Ἄνθιμος ἔχει δηλώσει -χωρὶς νὰ ντρέπεται- ὅτι οὐδόλως τὸν ἐνδιαφέρει ἂν κυκλοφορεῖ καὶ δηλητηριάζει ἡ Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοὺς πιστοὺς τῆς Μητροπόλεως στὴν ὁποία εἶναι μοιχεποιβάτης καὶ τὴν ὁποία κακοποιμαίνει ὡς μισθωτὸς Ποιμένας! (τουλάχιστον στὸ θέμα τῆς Παναιρέσεως). Διαβάζουμε σὲ Δήλωση τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ποὺ δημοσιεύτηκε μὲ Ἐντολή του:
«Όπως καλώς γνωρίζετε, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος έχει συμπληρώσει 41 χρόνια αρχιερατείας στις Ιερὲς Μητροπόλεις Αλεξανδρουπόλεως και Θεσσαλονίκης και… ουδέποτε ησχολήθη με το θέμα του Οικουμενισμού, ούτε του Αντιοικουμενισμού…»!!! (ἐδῶ)

   2. Στὴ συνέχεια παραθέτουμε λίγα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ παρόμοιων μέτρων ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορες Ζήνωνα, Ἡράκλειο καὶ Κώνστα τὸν Β΄.

Περί Θεολογίας. Έκθεσις συνοπτική των αρχών της Ορθοδόξου Θεολογίας εις κεφάλαια ΙΒ'



Περί Θεολογίας. Έκθεσις συνοπτική των αρχών της Ορθοδόξου Θεολογίας εις κεφάλαια ΙΒ'
Π Ε Ρ Ι
Θ Ε Ο Λ Ο Γ Ι Α Σ 
 Ἤτοι, ἔκθεσις συνοπτικὴ

 τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας

εἰς κεφάλαια ΙΒ΄ (12) πονηθεῖσα ὑπὸ

Μιχαὴλ Κωνσταντίνου Μπερκουτάκη

ἐν ἔτει σωτηρίῳ 2013 


Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΥΤΗ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΤΕΡΑ,

ΤΟΝ  ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ π. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟ ΓΡΑΤΣΙΑ,

ΩΣ ΑΡΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ.
  
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΜΕΡΟΣ 1ο: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ
Κεφάλαιον Α΄: Περὶ τοῦ πρωτείου τῆς ἀγάπης………………..….σελ. 5
Κεφάλαιον Β΄: Περὶ τοῦ εὐσεβισμοῦ (pietismus)……………….….σελ. 7

ΜΕΡΟΣ 2ο: ΖΩΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ
Κεφάλαιον Γ΄: Περὶ τῆς εἰσόδου εἰς τὸ ἀποθετὸν κάλλος…......σελ. 11
Κεφάλαιον Δ΄: Περὶ τῆς κακοδοξίας...………………………….….σελ. 14
Κεφάλαιον Ε΄: Περὶ τῆς Παραδόσεως……………………….….….σελ. 17

ΜΕΡΟΣ 3ο: Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Κεφάλαιον ΣΤ΄: Περὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐν τῇ Παραδόσει……σελ. 21
Κεφάλαιον Ζ΄: Περὶ Θεοπνευστίας καὶ ἀσυνεννοησίας……….σελ. 23
Κεφάλαιον Η΄: Περὶ τοῦ γλωσσομονισμοῦ………..……………...σελ. 25

ΜΕΡΟΣ 4ο: Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Κεφάλαιον Θ΄: Περὶ τῆς Θεογνωσίας……………………….….….σελ. 28
Κεφάλαιον Ι΄: Περὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν………….........σελ. 31
Κεφάλαιον ΙΑ΄: Περὶ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν Θέωσιν………….…….σελ. 70
Κεφάλαιον ΙΒ΄: Περὶ τῆς ψευδωνύμου θεολογίας…………...….σελ. 36
Ἐπιμύθιον: Ἐξομολόγησις ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ βίου.………......σελ. 38
ΜΕΡΟΣ 1ο: ΚΕΦΑΛΑΙΑ Α΄- Β΄
 ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ
«…ὁ­λό­κλη­ρος ἡ πο­ρεί­α τῆς ἐν Θε­ῷ ζω­ῆς μου ὡ­δή­γη­σεν ἐ­μὲ εἰς τὴν πε­ποί­θη­σιν, ὅ­τι ἑ­κά­στη πα­ρέκ­κλι­σις τῆς νο­ε­ρᾶς ἡ­μῶν συ­νει­δή­σε­ως ἀ­πὸ τῆς ὀρ­θῆς κα­τα­νο­ή­σε­ως τῆς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ἀν­τα­να­κλᾶ ἀ­να­πο­φεύ­κτως ἐ­πὶ τῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ πνεύ­μα­τος ἡ­μῶν εἰς τὴν πρά­ξιν τῆς κα­θἡ­μέ­ραν ἡ­μῶν ὑ­πάρ­ξε­ως. Ἄλ­λαις λέ­ξε­σιν: Ἡ ἀ­λη­θῶς δι­καί­α ζω­ὴ προ­ϋ­πο­θέ­τει ὀρ­θὴν ἀν­τίλη­ψην πε­ρὶ τοῦ Θε­οῦ, πε­ρὶ τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος…» (Γέ­ρων Σω­φρό­νιος Σα­χά­ρωφ, «Ὀ­ψό­με­θα τὸν Θε­ὸν κα­θώς ἐ­στι», ἔκδ. 1992, σελ. 14)
 Κεφάλαιον Α΄: Περὶ τοῦ πρωτείου τῆς ἀγάπης.
χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α εἶ­ναι κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ στὰ ἔρ­γα τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ ἀ­σφα­λὴς ὅ­μως γνώ­ση της προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν ἀνάπτυξη ὁ­ρι­σμέ­νων πα­ράλ­λη­λων ζη­τη­μά­των ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ μό­να ἀ­σφα­λῆ θε­μέ­λια τῆς ὀρ­θῆς κα­τα­νό­η­σής της. Τὰ ζη­τή­μα­τα αὐ­τὰ σχε­τί­ζον­ται τόσο μὲ τὸν τρό­πο λει­τουρ­γί­ας τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Θε­ο­λο­γί­ας, ὅσο καὶ μὲ τὴν ὀρθή γλωσ­σι­κή του δι­α­τύ­πω­ση. Αὐ­τὰ τὰ ζη­τή­μα­τα θὰ προ­σπα­θή­σου­με τὸ κα­τὰ δύ­να­μιν νὰ ἀ­να­πτύ­ξου­με συ­νο­πτι­κὰ στὴ συ­νέ­χεια τοῦ λό­γου μας. Ἂς ἀρ­χί­σου­με λοι­πὸν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τῆς σχέ­σης ποὺ ὑ­φί­στα­ται ἀ­νά­με­σα στὸ δόγ­μα καὶ τὸ ἦ­θος, ἀ­νά­με­σα στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴν ὀρ­θο­πρα­ξί­α.

­λοι οἱ με­γά­λοι Πα­τέ­ρες καὶ Δι­δά­σκα­λοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­γω­νί­στη­καν γιὰ τὴν ὀρ­θὴ δι­α­τύ­πω­ση καὶ ἐ­πι­βο­λὴ τῶν ὀρ­θό­δο­ξων δογ­μά­των. Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σιος γιὰ πα­ρά­δειγ­μα καὶ οἱ Καπ­πα­δό­κες Πα­τέ­ρες ἀ­γω­νί­στη­καν γιὰ τὴ δι­α­τύ­πω­ση καὶ ἐ­πι­βο­λὴ τοῦ Τρι­α­δο­λο­γι­κοῦ δόγ­μα­τος, ὁ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καὶ ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ ὁ­μο­λο­γη­τὴς ἀ­γω­νί­στη­καν γιὰ τὴ δι­α­τύ­πω­ση καὶ ἐ­πι­βο­λὴ τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ δόγ­μα­τος κ.ο.κ. Στὸν ἀ­γώ­να αὐ­τὸ γνώ­ρι­σαν δι­ωγ­μούς, φυ­λα­κί­σεις, ἐ­ξο­ρί­ες καὶ μαρ­τύ­ρια, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα σή­κω­σαν τὸ βα­ρὺ σταυ­ρὸ τῆς συ­κο­φαν­τί­ας καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου κα­τα­τρεγ­μοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἔ­μει­ναν μέ­χρι τέ­λους ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τοι στὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦ­σαν τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης καὶ ἀ­γω­νί­στη­καν ἕ­ως θα­νά­του γιὰ τὴν ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ δι­ά­φο­ροι αἱ­ρε­τι­κοί, ποὺ εἶ­χαν κα­τὰ κα­νό­να μὲ τὸ μέ­ρος τους τὴν κο­σμι­κὴ ἐ­ξου­σί­α καὶ ἐ­πε­δί­ω­καν τὶς πο­λι­τεια­κὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ζη­τή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, χρη­σι­μο­ποί­η­σαν κά­θε θε­μι­τὸ καὶ ἀ­θέ­μι­το μέ­σο γιὰ νὰ ἀ­ναγ­κά­σουν τοὺς Πα­τέ­ρες νὰ πα­ρεκ­κλί­νουν ἔ­στω καὶ κατ᾽ ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης. Ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν ὅ­μως πάν­τα τὴ γεν­ναί­α καὶ ἀ­νέν­δο­τη ἀν­τί­στα­σή τους, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζε­ται συνοπτικὰ μὲ τὰ λό­για τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου Ἐ­φέ­σου τοῦ Εὐ­γε­νι­κοῦ: «…οὐ χω­ρεῖ συγ­κα­τά­βα­σις εἰς τὰ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως…».
ἄ­τεγ­κτη στά­ση τους γεν­νᾶ μί­α σει­ρὰ ἀ­πὸ λο­γι­κὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα. Για­τί οἱ Πα­τέ­ρες ἐμ­μέ­νουν στὴν ὀρ­θὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης; Για­τί ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τοι στὸ ζή­τη­μα αὐ­τό; Για­τί ἀ­γω­νί­ζον­ται μέ­χρι θα­νά­του γιὰ τὴν ὀρ­θὴ δι­α­τύ­πω­ση καὶ ἐ­πι­βο­λὴ τῶν ὀρ­θό­δο­ξων δογ­μά­των; Ἂν ἡ στά­ση τους δὲν ἔ­χει κά­ποι­α πρα­κτι­κὴ ἀ­ξί­α, τό­τε πρὸς τί οἱ αἱ­μα­τη­ρὲς δι­α­μά­χες μὲ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς ποὺ γιὰ αἰ­ῶ­νες συν­τά­ρα­ξαν τὴ Ρω­μα­ϊ­κὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α; Δὲν θὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε σω­στό­τε­ρο νὰ φα­νοῦν οἱ Πα­τέ­ρες δι­αλ­λα­κτι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς προ­κλή­σεις τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξουν μί­α εἰ­ρη­νι­κὴ σύν­θε­ση τῶν δι­α­φο­ρῶν ποὺ τοὺς χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ αὐ­τούς, ἀ­πο­βλέ­πον­τας στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς ὁ­μό­νοι­ας καὶ τῆς ἀ­γά­πης με­τα­ξὺ τῶν χρι­στια­νῶν; Για­τί ἀ­που­σιά­ζει παν­τε­λῶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο τους ἡ ἔν­νοι­α τοῦ λε­γό­με­νου «πρω­τείου τῆς ἀ­γά­πης» ποὺ τό­σο ἔν­το­να προ­βάλ­λε­ται σή­με­ρα ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νους θε­ο­λο­γι­κοὺς κύ­κλους; Ἡ κοινή ἀ­πάν­τη­ση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐ­ρω­τη­μά­των βρί­σκε­ται στὴ στε­νό­τα­τη σχέ­ση ποὺ ὑ­φί­στα­ται ἀ­νά­με­σα στὸ δόγ­μα καὶ τὸ ἦ­θος, ἀ­νά­με­σα στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴν ὀρ­θο­πρα­ξί­α. Οἱ Πα­τέ­ρες δὲν ὑ­πο­χω­ροῦν στὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης, για­τί γνω­ρί­ζουν πὼς τὰ δόγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι ἀ­φη­ρη­μέ­νες θε­ω­ρη­τι­κὲς ἀρ­χές, δὲν εἶ­ναι νο­η­σι­αρ­χι­κὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης, τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ χρι­στια­νὸς κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ δι­α­νο­η­τι­κά, ἀλ­λά ἀν­τί­θε­τα ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ὀρ­θὴ γλωσ­σι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση τῆς ὀν­το­λο­γι­κῆς «γνώ­σης» ποὺ προ­σφέ­ρει στὸν κτι­στὸ ἄν­θρω­πο ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ἕ­νω­σή του μὲ τὸν ἄ­κτι­στο Θε­ό. Καὶ μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ «γνώ­ση» καὶ τὴν ὀρ­θὴ γλωσ­σι­κή της δι­α­τύ­πω­ση ὁ­ρί­ζε­ται τὸ ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος, ἡ ἀ­λη­θι­νή δη­λα­δή ζω­ὴ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο στὴν προ­σω­πι­κή του ἕ­νω­ση μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ στὴν πραγ­μά­τω­ση τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας. 
­πο­κα­λυ­πτι­κὸς στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ λό­γος τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀ­γά­θω­να, τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ πα­ρα­θέ­του­με ἀ­πὸ τὸ Γε­ρον­τι­κό: «…Λέ­γα­νε γιὰ τὸν ἀβ­βᾶ Ἀ­γά­θω­να, ὅ­τι κά­ποι­οι πῆ­γαν νὰ τὸν συ­ναν­τή­σουν, για­τὶ ἄ­κου­σαν πὼς εἶ­χε πο­λλὴ δι­ά­κρι­ση. Καὶ θέ­λον­τας νὰ δο­κι­μά­σουν τὸν γέ­ρον­τα, ἂν ὀρ­γί­ζε­ται, τοῦ εἶ­παν:
– Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ Ἀ­γά­θων; Μᾶς εἶ­παν γιὰ σέ­να πὼς εἶ­σαι πόρ­νος καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος.
– Ναί, ἔ­τσι εἶ­ναι. Ἀ­πάν­τη­σε ἀ­τά­ρα­χος ὁ ἀβ­βᾶς Ἀ­γά­θων. Τό­τε τοῦ λέ­νε:
– Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ Ἀ­γά­θων, ὁ φλύ­α­ρος καὶ κα­τά­λα­λος;
– Ναί, ἐ­γὼ εἶ­μαι. Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ πά­λι αὐ­τός. Τό­τε λοι­πόν τοῦ λέ­νε:
– Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ Ἀ­γά­θων, ὁ αἱ­ρε­τι­κός; Καὶ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ γέ­ρον­τας:
– Ὄ­χι, αἱ­ρε­τι­κὸς δὲν εἶ­μαι. Τό­τε οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν, λέ­γον­τας:
– Πές μας, για­τί ὅ­λα ὅ­σα σοῦ εἴ­πα­με τὰ ἀ­πο­δέ­χθη­κες, ἐ­νῶ αὐ­τὸν τὸ λό­γο δὲν μπό­ρε­σες νὰ τὸν βα­στά­ξεις; Καὶ ὁ γέ­ρον­τας ἀ­πάν­τη­σε:

π. Θεόδωρος Ζήσης, Δεν θα προκαλέσουμε σχίσμα


λήψη.jpg

Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις
Μερικά πρόσωπα τά ὁποῖα διαπνέονται ἀπό τήν ἐν Κυρίῳ ἀγάπη πρός ὅσους ἐν τῷ κόσμῳ κληρικούς ἔχουμε παύσει τήν μνημόνευση τῶν οἰκείων ἐπισκόπων, ἀλλά καί ἀπό τόν γενικότερο σεβασμό πρός τούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἰδιαίτερα, μάλιστα, ὅσα πρόσωπα δέν γνώρισαν καλά τόν γράφοντα καί δέν τόν ἔχουν ζήσει, ὥστε νά ἑρμηνεύουν σωστά τήν τελευταία ἐνέργειά του τῆς διακοπῆς τοῦ λειτουργικοῦ μνημοσύνου τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου, ἀνησυχοῦν ἀπό σκοπίμως διαδιδόμενες φῆμες ἤ καί ἀπό ἰδικές των ἐσφαλμένες ἐκτιμήσεις, ὅτι ὁ π. Θεόδωρος θά κάνει σχίσμα. Συνδυάζουν μάλιστα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή καί τά ὅσα λέγουν ἤ πράττουν ἄλλα πρόσωπα μέ τά ὁποῖα συνεργάσθηκε ἤ συνεργάζεται ὁ π. Θεόδωρος, χωρίς ὅμως πράγματι νά συμφωνεῖ ἤ νά συμπράττει σέ ὅλα μαζί τους, καί ἐξ αὐτοῦ βγάζουν λάθος συμπεράσματα.
1. Τί προκύπτει ἀπό τόν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας
Γιά νά διασκεδασθοῦν λοιπόν αὐτές οἱ ἀνησυχίες καί νά ἠσυχάσουν κάποιων οἱ λογισμοί, τῶν καλοπροαιρέτων βέβαια, δίνονται οἱ ἑξῆς ἐξηγήσεις: Ἡ διακοπή μνημοσύνου τοῦ αἱρετικοῦ ἤ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου συνιστᾶται ἀπό τόν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861) τοῦ Μ. Φωτίου, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος δημοσίως κηρύσσει «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», δηλαδή φανερά, ἀπροκάλυπτα, κάποια αἵρεση, καταδικασμένη ἀπό Συνόδους ἤ Ἁγίους Πατέρες[1]. Ἀπό τόν κανόνα προκύπτουν τά ἑξῆς:

(α) Ἡ διακοπή μνημοσύνου ἀφορᾷ τόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο καἴ ὄχι ὅλους τούς ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἕκαστος κληρικός διακόπτει τό μνημόσυνο τοῦ δικοῦ του ἐπισκόπου.
(β) Οὔτε συνιστᾶται οὔτε ἐπιβάλλεται ἡ διακοπή μνημοσύνου νά εἶναι συντεταγμένη, νά γίνει δηλαδή ἀπό πολλούς, νά μήν εἶναι μεμονωμένη. Μπορεῖ καί ἕνας πρεσβύτερος νά προχωρήσει σέ διακοπή μνημοσύνου.

κ. Δημ. Τσελεγγίδης: «Eπιχειρείται θεσμική νομιμοποίηση του συγκρητισμού-οικουμενισμού από την Μεγάλη Σύνοδο»


Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης απέστειλε προς τους ορθοδόξους αρχιερείς τις πρώτες θεολογικές παρατηρήσεις του επί του κειμένου: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ».





     Θεσσαλονίκη 3/2/2016

Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής».
Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.
Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας».
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.
Θεολογική σύγχυση προκαλεί με την ασάφειά του και το άρθρο 20, το οποίο λέγει: «Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως (κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης Οικουμενικών Συνόδων)».
Όμως, οι κανόνες 7 της Β  και 95 της Πενθέκτης κάνουν λόγο για την αναγνώριση του Βαπτίσματος συγκεκριμένων αιρετικών, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για προσχώρηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, από το γράμμα και το πνεύμα του θεολογικώς κρινομένου κειμένου αντιλαμβανόμαστε, ότι δεν γίνεται καθόλου λόγος για επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη και μόνη Εκκλησία. Αντίθετα, στο κείμενο θεωρείται το Βάπτισμα των ετεροδόξων εκ προοιμίου –και χωρίς Πανορθόδοξη επ’ αυτής απόφαση– ως δεδομένο. Με άλλα λόγια το κείμενο υιοθετεί την «βαπτισματική θεολογία». Ταυτόχρονα, αγνοείται σκοπίμως το ιστορικό γεγονός, ότι οι σύγχρονοι ετερόδοξοι της Δύσεως (Ρ/λικοί και Προτεστάντες) έχουν όχι ένα, αλλά σωρεία δογμάτων, που διαφοροποιούνται από την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας (εκτός του filioque, κτιστή χάρη των μυστηρίων, πρωτείο, αλάθητο, άρνηση των εικόνων και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων κ.ά.).
Εύλογα ερωτηματικά εγείρει και το άρθρο 21, όπου σημειώνεται, ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία... εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής (ενν. της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις») εκδοθέντα θεολογικά κείμενα... δια την προσέγγισιν των Εκκλησιών». Εδώ, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι τα κείμενα αυτά δεν κρίθηκαν από τις Ιεραρχίες των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σε­ως καί δι­α­τη­ρή­σε­ως τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος ἐν­τός μας κα­τά τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη


 

Αποτέλεσμα εικόνας για εφραιμ κατουνακιωτηςΔημητρίου Ἰ. Τσε­λεγ­γί­δη
Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης

«ΟΣΑ ΕΙΔΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ
ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΑΥΤΙΑ ΜΑΣ»

Ὑ­πό­τι­τλος:
«Οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σε­ως καί δι­α­τη­ρή­σε­ως
τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος ἐν­τός μας κα­τά τόν μα­κα­ρι­στό
Γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη»
(6/12/1912-27/2/1998)

Ὁ Γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ –στό μέ­τρο πού τόν γνώ­ρι­σα- ὑ­πῆρ­ξε γιά μέ­να ἡ πο­λύ εὐ­χά­ρι­στη ἐ­κεί­νη ἔκ­πλη­ξη, τήν ὁ­ποί­α γεύ­ε­ται ὁ κά­θε πι­στός, ὅ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στά στό ὀν­το­λο­γι­κῶς αὐ­το­νό­η­το τῶν πραγ­μα­τι­κά ζων­τα­νῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ ἄλ­λα λό­για, ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ ἦ­ταν αὐ­τό, πού λί­γο-πο­λύ ὅ­λοι μας ὀ­φεί­λου­με νά εἴ­μα­στε, ὡς ὀρ­γα­νι­κά μέ­λη τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Εἰ­δι­κό­τε­ρα, θε­ω­ρῶ ὡς ξε­χω­ρι­στή εὐ­λο­γί­α τό γε­γο­νός, ὅ­τι εἶ­δα προ­σω­πι­κῶς καί μά­λι­στα διά πολ­λῶν ση­μεί­ων -ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῶν δη­λα­δή τεκ­μη­ρί­ων- ὅ­τι ὁ μα­κα­ρι­στός Γέ­ρον­τας πραγ­μά­τω­σε στόν ἑ­αυ­τό του τό προ­αι­ώ­νιο σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιά τόν ἄν­θρω­πο, γιά τό ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ τό στό­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὅ­ταν γρά­φει πρός τούς Ἐ­φε­σί­ους: «Ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἡ­μᾶς (ἐνν. ὁ Θε­ός καί Πα­τήρ τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ) ἐν αὐ­τῷ πρό κα­τα­βο­λῆς κό­σμου εἶ­ναι ἡ­μᾶς ἁ­γί­ους καί ἀ­μώ­μους κα­τ’ ἐ­νώ­πιον αὐ­τοῦ, ἐν ἀ­γά­πῃ προ­ο­ρί­σας ἡ­μᾶς εἰς υἱ­ο­θε­σί­αν διά Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κα­τά τήν εὐ­δο­κί­αν τοῦ θε­λή­μα­τος αὐ­τοῦ» (Ἐφ. 1,4-5). Δη­λα­δή, μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε πρίν θε­με­λι­ώ­σει τόν κό­σμο, νά γί­νου­με δι­κοί Του διά τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­ψε­γά­δια­στοι στήν τε­λι­κή κρί­ση Του. Μᾶς προ­ό­ρι­σε μέ τήν ἀ­γά­πη Του, νά γί­νου­με παι­διά Του, διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, σύμ­φω­να μέ τό εὐ­ά­ρε­στο γιά μᾶς θέ­λη­μά Του.
Ἀ­κό­μη πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ εἶ­δα φα­νε­ρά καί πεί­στη­κα ἀ­δι­ά­ψευ­στα, ὅ­τι πράγ­μα­τι ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ κλή­ση του ἀ­πό τόν Θε­ό, πού προ­φα­νῶς εἶ­ναι καί ἡ κλή­ση τοῦ κα­θε­νός μας στό πλαί­σιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ ἴ­διος «πλη­ρώ­θη­κε», γέ­μι­σε δη­λα­δή ἡ ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ὕ­παρ­ξή του, μέ τό πλή­ρω­μα τῆς Θε­ό­τη­τος (Κολ. 2,9). Τοῦ­το δέν εἶ­ναι σχῆ­μα λό­γου κα­θ’ ὑ­περ­βο­λήν, ἀ­φοῦ, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ἐ­π’ αὐ­τοῦ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος: «Οὐ­δέν ἔ­λατ­τον ἔ­χε­τε αὐ­τοῦ (ἐνν. τοῦ Χρι­στοῦ), ὥ­σπερ ἐν ἐ­κεί­νῳ ὤ­κη­σεν (ἐνν. ἡ θε­ό­της) οὕ­τω καί ἐν ὑ­μῖν» (ΕΠΕ 22,194). Ἔ­τσι, μπό­ρε­σε νά ζή­σει πραγ­μα­τι­κά «ἀ­ξί­ως τοῦ Θε­οῦ» καί νά γί­νει ἀ­πό τόν πα­ρόν­τα κι­ό­λας κό­σμο μέ­το­χος τῆς ἄ­κτι­στης δό­ξας καί Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Στό σῶ­μα του ἦ­ταν χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρών ὁ Χρι­στός, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί στήν ἁ­γί­α ψυ­χή του. Καί τοῦ­το, για­τί μέ τούς συν­το­νι­σμέ­νους ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες του, πρό­σφε­ρε καί τό σῶ­μα του ὡς κα­θα­ρό να­ό στή λο­γι­κή λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως καί τόν ἐ­ξα­γι­α­σμέ­νο νοῦ του ὡς λο­γι­κό θυ­σι­α­στή­ριο, ἀ­π’ ὅ­που δι­α­βι­βά­ζον­ταν τό­σο στήν ψυ­χή του ὅ­σο καί στό σῶ­μα του οἱ ἄ­κτι­στες χα­ρι­σμα­τι­κές με­το­χές καί ἡ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α τοῦ Χρι­στοῦ.
Νά ποῦ­με ἐ­δῶ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Μιά φο­ρά, σέ ἐ­ρώ­τη­ση συ­νο­μι­λη­τῶν του: Τί εἶ­ναι «εὐ­ω­δί­α Χρι­στοῦ» καί τί ση­μαί­νει ὁ λό­γος τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, ὅ­τι: «Χρι­στοῦ εὐ­ω­δί­α ἐ­σμέν» (Β΄ Κορ. 2,15), ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ δέν ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ἔ­σκυ­ψε τό κε­φά­λι στό στῆ­θος του καί σι­ω­ποῦ­σε. Σέ λί­γο, ἀλ­λε­πάλ­λη­λα κύ­μα­τα ἄρ­ρη­της εὐ­ω­δί­ας, πού ἐκ­πέμ­πον­ταν ἀ­πό τό στῆ­θος του, πε­ρι­έ­λου­σαν τούς συ­νο­μι­λη­τές του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἄ­φω­νοι καί ἔκ­πλη­κτοι ἀ­πε­λάμ­βα­ναν τήν πρω­το­φα­νῆ γι’ αὐ­τούς πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή ἐμ­πει­ρί­α συ­νο­δευ­ό­με­νη μέ ἀ­κα­τά­σχε­τα δά­κρυ­α χα­ρᾶς, βα­θύ­τα­της ψυ­χο­σω­μα­τι­κῆς γα­λή­νης καί κυ­ρί­ως πνευ­μα­τι­κῆς γλυ­κύ­τη­τας, πού ἔ­φτα­νε μέ­χρι μυ­ε­λοῦ τῶν ὀ­στῶν. Οἱ συ­νο­μι­λη­τές του, ὅ­ταν κά­πως συ­νῆλ­θαν, ἀ­πε­χώ­ρη­σαν χω­ρίς ἄλ­λη συ­ζή­τη­ση καί χω­ρίς κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πο­ρί­α στό τε­θέν ἐ­ρώ­τη­μά τους. Ἔ­λα­βαν, κα­τά μο­να­δι­κό γι’ αὐ­τούς τρό­πο, τήν ἀ­πάν­τη­ση μέ ἀ­πό­λυ­τη πλη­ρό­τη­τα, ὄ­χι λε­κτι­κά, ἀλ­λά βι­ω­μα­τι­κά καί ἄ­κρως ὑ­παρ­ξια­κά. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ δι­α­βε­βαί­ω­ση γιά τή γνη­σι­ό­τη­τα αὐ­τῆς τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σε­ως, δό­θη­κε ἀ­πό τόν ἴ­διο τό Χρι­στό, μέ τά ἀ­δι­ά­ψευ­στα τεκ­μή­ρια, πού ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, τήν πνευ­μα­τι­κή δη­λα­δή ἀ­νά­παυ­ση τῶν ψυ­χῶν μας καί τήν ἄρ­ρη­τη πα­ρη­γο­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. [Ὑ­πο­θέ­τω, ὅ­τι ὁ π. Ἐ­φραίμ ζή­τη­σε ἀ­πό τό Χρι­στό νά πλη­ρο­φο­ρή­σει τούς συ­νο­μι­λη­τές του, ὅ­πως Αὐ­τός γνω­ρί­ζει].

Δημήτριος Τσελεγγίδης, Θεολογική ΤριλογίαἩ «Τριλογία» αὐτή ἀναφέρεται στήν «Ὑπεραξία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας», στήν «βάναυση κακοποίηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» καί στήν «ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Διοίκησή της».


Δημήτριος Τσελεγγίδης, Θεολογική Τριλογία με αφορμή την Μεγάλη Σύνοδο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Δημήτριος Τσελεγγίδης
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ

Θεσ­σα­λο­νί­κη 30/8/2016
Πρός
Την Ἱ­ε­ρά ύ­νο­δο
τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος
Ἰ. Γεν­να­δί­ου 14
115 21 Ἀ­θή­να          
Κοι­νο­ποί­η­ση:
Πρός ὅ­λους τούς Ἱ­ε­ράρ­χες
τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος
Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Ἅ­γι­ε Πρό­ε­δρε,
Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς,
Ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, θά ἤθελα νά θέσω ὑπόψη Σας μία μικρή «Τριλογία» μου, ἐπειδή πιστεύω, ὅτι θά μποροῦσενά συμβάλει κάπως στή στήριξη τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ «Τριλογία» αὐτή ἀναφέρεται στήν «Ὑπεραξία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας», στήν «βάναυση κακοποίηση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας» καί στήν «ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Διοίκησή της».
Ἡ λεγόμενη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης συγκλήθηκε, κατά τούς ἐμπνευστές καί διοργανωτές της, γιά νά ἐκφράσει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ὁ λόγος τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, γιά ἀνάδειξη τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἄγνωστος καί ξένος πρός τήν ἱστορία τῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, πού προέκυψαν ἀπό αὐτήν τήν σύγκληση, ὄχι μόνον δέν δικαίωσαν τήν φιλόδοξη στοχοθεσία, ἀλλά ἀνέδειξαν καί τήν κεκαλυμμένη πονηρία τῶν διοργανωτῶν της. Ἄς δοῦμε, ὅμως, ποιά εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καθεαυτήν, καί μέ ποιόν τρόπο τήν «διακήρυξε» ἡ συγκεκριμένη αὐτή «Σύνοδος».
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, εἶναι δεδομένη ἀπό τήν ἴδια τήν φύση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά στόν Ὅρο - Ἀπόφαση τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν, ὅμως, ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία» –κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας- τότε, δέν μποροῦν, κατά κυριολεξία, νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες-αἱρετικές Ἐκκλησίες.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἰδιότητα τοῦ ἑνός σώματος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένη ἀπό τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ αὐτήν ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή.
Κατ’ ἀρχήν, πρέπει νά ποῦμε, ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μεταξύ τους –πού συνιστᾶ καί τόν ὑπέρτατο βαθμό ἑνότητας τῶν ἀνθρώπων- εἶναι ὁ κύριος καί οὐσιαστικός σκοπός τῆς ὅλης Θείας Οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐκφράστηκε διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί εἰδικότερα διά τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας Του.
Ἡ Ἐκκλησία, ὡς μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν, ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές καί ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί, ὡς ὀργανικά μέλη Του. Τήν ἀδιάπτωτη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐγγυᾶται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς θεανθρώπινη Κεφαλή της.