Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Μακαριστοῦ ὁσίου Γέροντος Ἐλπιδίου Χασάπη: Τριαδολογικὲς προοπτικὲς τοῦ Μοναχισμοῦ


Γέροντας Ἐλπιδίος Χασάπη (1913-1983) Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ δακτυλογραφημένη ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ ὁσίου Γέροντος Ἐλπιδίου Χασάπη (1913-1983), αὐταδέλφου τοῦ ἁγίου νέου ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Κυπρίου, τὴν ὁποία παρέδωσε στὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Μόρφου ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Γέροντος κ. Αἰμίλιος Χατζηπαυλῆς, ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῶν καταλοίπων τοῦ Γέροντος, τὸ ὁποῖο περιῆλθε σ᾽ αὐτόν. Τὴ δακτυλογράφηση εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας. Τὸ ἐκδιδόμενο γιὰ πρώτη φορὰ κείμενο αὐτὸ ἀποτελεῖ ὁμιλία ποὺ ἔκανε ὁ Γέροντας Ἐλπίδιος σὲ σύναξη πρὸς ἀδελφὲς Γυναικείας Μονῆς, τῶν ὁποίων, ὅπως συμπεραίνεται, εἶχε τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση.
Ἡ ὁμιλία αὐτὴ ἔγινε πρὶν τὸ 1976, ὁπόταν ὁ Γέροντας ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου καὶ διῆλθε τὸ ἐπίλοιπον τῆς ἁγίας ζωῆς του. Ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστες μικρὲς διορθώσεις, ἐκδίδουμε τὸ κείμενο ὅπως εἶχε στὴν πρωτότυπη δακτυλογραφημένη του μορφή, καθὼς εἶναι ἐκφραστικὸ τῆς θεολογικῆς καὶ λοιπῆς μόρφωσης ἀλλὰ καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τοῦ Γέροντος
Γιὰ βιογραφικὰ καὶ ἄλλα στοιχεῖα περὶ τοῦ Γέροντος Ἐλπιδίου παραπέμπουμε τοὺς φιλευσεβεῖς ἀναγνῶστες στὴν ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ὀρούντης τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Μητροπόλεως Μόρφου, Ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Φιλούμενος ὁ Κύπριος, Ὀροῦντα-Κύπρος 2013, ἰδιαίτ. σσ. 191-207. Σημειώνουμε προσέτι ὅτι ἡ αὐτὴ Ἱερὰ Μονὴ ἑτοιμάζει εἰδικὴ ἔκδοση γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Γέροντος Ἐλπιδίου, μὲ πληρέστερα στοιχεῖα.
*******
Τριαδολογικὲς προοπτικὲς τοῦ Μοναχισμοῦ
 
Μακαριστοῦ ὁσίου Γέροντος Ἀρχιμανδρίτου Ἐλπιδίου Χασάπη (1913-1983)
Ὁ ἅγιος Φιλούμενος καὶ ὁ δίδυμος ἀδελφός του Ἐλπίδιος Θεωρῶ ἰδιαίτερα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀγρυπνία μας πραγματοποιήθηκε κατὰ τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, μετὰ τὴν ἔκχυσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μετὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἑβδομὰς αὐτὴ εἶναι περιεκτικὴ καὶ προφητικὴ γιὰ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴ ζωὴ τὴ δική μας, τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι δεύτερο βάπτισμα. Γέμισμα μὲ Πνεῦμα Ἅγιο καὶ πύρωμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Γιὰ μᾶς τοὺς μοναχοὺς ἀνοίγει τὶς προοπτικὲς τῶν μοναχικῶν μας ἐπιδιώξεων καὶ τοῦ μοναχικοῦ μας ἀγῶνος.
Ἐὰν ὁ μοναχισμός μας ἔχη ἕνα νόημα, τὸ νόημα αὐτὸ τὸ βρίσκει στὴν προσήλωσι στὴν Ἁγία Τριάδα. Κι ἂν ἔχουμε ἕναν ἀγῶνα νὰ κάνουμε, αὐτὸς εἶναι νὰ ξεπεράσουμε τὸν ἀτομοκεντρισμό μας καὶ νὰ φθάσωμε σ᾿ ἕνα γνήσιο Θεοκεντρισμό, νὰ βάλουμε δηλαδὴ σὰν κέντρο τῆς ζωῆς μας ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Τριάδα.
Θὰ ἤθελα μὲ λίγες λέξεις νὰ σᾶς ἐξηγήσω αὐτὴ τὴν ἄποψι.
Εἶναι δυνατὸν ἀφιερώνοντας τὸν ἑαυτόν μας στὸν Θεὸ καὶ πηγαίνοντας σ᾿ ἕνα Μοναστήρι, ν᾿ ἀναζητήσουμε τὴν προσωπική μας γαλήνη καὶ τὴν προσωπική μας ἔστω πνευματικὴ ἄνεσι. Ἡ σκέψι, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ κυριαρχῇ μέσα μας, εἶναι ὅτι ἐὰν θὰ πάω στὸ Μοναστήρι θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὶς φροντίδες τοῦ κόσμου, θὰ ἔχω τὴν ἡσυχία, θὰ μπορῶ νὰ λατρεύω τὸν Θεὸ καὶ δὲν θὰ ἔχω ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐνοχλήσεις τὶς ὁποῖες ἔχουν οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅλους ἐκείνους τοὺς πειρασμοὺς τοὺς ὁποίους ὁ διάβολος βάζει στὸ δρόμο τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν μείνουμε σ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν προοπτική, νομίζω ὅτι βρισκόμαστε θρονιασμένοι στὸ χῶρο τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ. Βάζουμε σὰν κέντρο τῆς ζωῆς μας τὸν ἑαυτόν μας. Βάζουμε σὰν στόχο μιὰ ἄλλου εἴδους ἄνεσι, ποὺ καταλήγει κι αὐτὴ στὸ τέλος νὰ εἶναι κοσμικὴ ἐπιδίωξι. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ λάθος, ἀστοχία. Ἡ ζωή μας ἡ ἀφιερωμένη, ἡ ζωή μας στὸ Μοναστήρι ἔχει νόημα, ὅταν προσηλώνεται στὴν Ἁγία Τριάδα, στὰ τρία Πρόσωπα τῆς Θεότητος, μὲ μιὰ προσήλωσι τελεία, ὁλόκαρδη, μιὰ προσήλωσι ἡ ὁποία φθάνει μέχρι τὴ θυσία σὲ ἔντασι καὶ σὲ μῆκος μέχρι τὸ θάνατο.

Δόγμα και Ηθική. H εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως


Εισήγηση στην Α΄ συνάντηση (23.11.2016) του Επιμορφωτικού Σεμιναρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου Ε΄ Ακαδημαϊκού Έτους  (2016-2017)    
Εισηγητής: Πρεσβύτερος Νεκτάριος Χατζημιχαήλ
Από το έργο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου Βλάχου, «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη» (τόμος Α´, 2η έκδοση: σελ. 102-269)
 
Πανιερώτατε,
Σας ευχαριστώ που μου εμπιστευτήκατε την παρουσίαση των θεμάτων ‘‘Δόγμα και Ηθική. Η εμπειρία της αποκαλύψεως. Οι φορείς της αποκαλύψεως’’. Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως, γιατί μου δώσατε το έναυσμα να μελετήσω το βιβλίο του Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου Βλάχου, Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις Προφορικές παραδόσεις του Π. Ιωάννου Ρωμανίδη και να έλθω σε μία πρώτη επαφή και γνωριμία με την Θεολογία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη.
Αγαπητοί εν Χριστώ πατέρες και αδελφοί,
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ευτυχώς, αρνείται πεισματικά να διαχωρίσει την Θεολογία από τον ποιμαντικό ρόλο που έχει στην Εκκλησία, εν αντιθέσει προς την πλειοψηφία των ακαδημαϊκών διδασκάλων των Θεολογικών Σχολών.
Οι άγιοι Πατέρες, όταν διδάσκουν τους πιστούς περί Αγίας Τριάδος χρησιμοποιούν τις Θεοφάνειες, δηλαδή τις αποκαλύψεις του Θεού στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή διαθήκη. Η δογματική ορολογία ‘τρεις υποστάσεις’, ‘μία ουσία’, ‘ομοούσιος’ κ.λπ. χρησιμοποιούνται όταν εμφανίζονται οι αιρέσεις και με τη διδασκαλία τους αλλοιώνουν την αποκαλυπτική αλήθεια. Τότε συνέρχονται οι άγιοι Πατέρες σε Συνόδους και οριοθετούν την Ορθόδοξη Πίστη, διατυπώνουν δηλαδή την αποκαλυμμένη αλήθεια. Μάλιστα, δεν έκαναν αφηρημένες φιλοσοφικές συζητήσεις περί της Αγίας Τριάδος, αλλά κεντρικό Πρόσωπο για το οποίο συζητούσαν ήταν ο Χριστός, ο Οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες και αποκαλύπτει μέσα στον εαυτό Του τον Πατέρα εν Αγίω Πνεύματι. Τα δόγματα δείχνουν τον αποκαλυπτόμενο εν δόξη Χριστό. Τα δόγματα δεν είναι μόνιμη κατάσταση: ο θεούμενος τα υπερβαίνει, αφού βλέπει τον Χριστό εν δόξη.
Είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ δόγματος και μυστηρίου, αφού άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, που βιώνεται όσο είναι δυνατόν από τον θεούμενο άνθρωπο, αλλά είναι αδύνατο να διατυπωθεί ή να κατανοηθεί, και άλλο είναι το δόγμα, δηλαδή η διατύπωση περί του μυστηρίου της Αγίας Τριάδας. Ακόμα και όταν αποκαλύπτεται ο Θεός στον άνθρωπο παραμένει μυστήριο. Το δόγμα είναι η έκφραση του μυστηρίου, αλλά σίγουρα δεν είναι κατανόηση του μυστηρίου. Γιατί, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι αδυνατότερον». 
Το δόγμα, αφενός αποτελεί διατύπωση της εμπειρίας της Θεώσεως που είχαν οι Θεόπτες Πατέρες -και επειδή είχαν την ίδια αποκάλυψη γι᾽ αυτό κι όταν συναντήθηκαν σε Οικουμενικές Συνόδους συμφώνησαν και στη διατύπωση του δόγματος-, αφετέρου δε οδηγεί στη Θέωση-Αγιασμό αυτούς που το αποδέχονται και γίνεται βίωμά τους. Διότι δεν αρκεί να αποδεχθούμε το δόγμα εξωτερικά, αλλά αφού το αποδεχθούμε να γίνει βίωμά μας, δηλαδή δι’  αυτού να φτάσουμε στη Θέωση-Αγιασμό και να έχουμε την ίδια εμπειρία-αποκάλυψη που είχαν οι άγιοι.

Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος Γέροντας Γεώργιος Καψάνης


Με την ευκαιρία της αυριανής εορτής μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της Εκκλησίας και του Γένους, αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα παλαιότερο άρθρο του Πανοσιολ. Αρχιμ. Γεωργίου (Καψάνη), Καθηγουμένου της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, σχετικά με το φιλοκαλικό κίνημα, το οποίο ζωογόνησε η πάλλουσα προσωπικότητα του αγ. Νικοδήμου.
Η αγάπη του Θεού εχάρισε στην Εκκλησία αγιασμένους πατέρες, οι οποίοι εσφράγισαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα με την φωτεινή παρουσία τους, την ορθόδοξη θεολογία τους, την αυστηρή ασκητική τους ζωή, τα θεοφώτιστα συγγράμματά τους και τις παραδοσιακές μοναστικές τους αρχές. Οι πατέρες μας αυτοί άφησαν ανεξίτηλη την σφραγίδα τους στην εκκλησιαστική ζωή μέχρι τις ημέρες μας. Ονομάσθηκαν σκωπτικα «κολλυβάδες» και η πνευματική τους δραστηριότητα «κολλυβαδικό κίνημα», επειδή την αφορμή για την εμφάνισί της έδωσε το γεγονός ότι οι μοναχοί της Ιερας Σκήτης της Αγίας Άννης τελούσαν τα «μετα κολλύβων» μνημόσυνα των κτιτόρων του ανακαινιζομένου τότε καθολικού ναού (Κυριακού) της Σκήτης κατα την ημέρα της Κυριακής αντί του Σαββάτου. Στην συνείδησι της Εκκλησίας όμως οι «κολλυβάδες» θα παραμείνουν ως «οι Φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνος» και το πολύπλευρο έργο τους ως «Φιλοκαλικη Αναγέννησις», όπως εύστοχα τους ονομάζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος[1]. Οι επιφανέστεροι και γνωστότεροι από αυτούς τους πατέρες είναι ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.
Λόγω της θεολογικης τους μαρτυρίας, οι αοίδιμοι «Φιλοκαλικοί πατέρες» υπέστησαν διωγμούς και εξορίες από το Άγιον Όρος. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μάλιστα αδίκως αφορίσθηκε. Εν τούτοις η ακούσια διασπορά τους, στα νησιά του Αιγαίου κυρίως, δημιούγησε μία θαυμάσια πνευματική κίνησι με πολλούς και εύχυμους καρπούς. Τα χαρακτηριστικά αυτής της Φιλοκαλικής Αναγεννήσεως είναι επιγραμματικως τα εξής[2]:
α) Ανανέωσαν την αυθεντική Ορθόδοξη πνευματική ζωή, καθώς οι ίδιοι, ασκηταί και θεολόγοι ταυτόχρονα, την εβίωσαν και την εδίδαξαν με τα θεόσοφα συγγράμματά τους.
β) Αντιστάθηκαν στην αλλοτρίωσι που προκαλούσε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός μεταξύ των Ορθοδόξων[3].
γ) Στήριξαν στην Πίστι τους Ορθοδόξους λαούς. Ισχυρό ανάχωμα έναντι της λατινικής προπαγάνδας και του προτεσταντικού προσηλυτισμού υπήρξε το θεολογικό έργο των προκρίτων και μεγάλων «κολλυβάδων» θεολόγων, με το οποίο η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία εύρισκε την απαραίτητη για την εποχή και τα προβλήματά της θεολογική κατοχύρωσι.
δ) Ανεπτέρωσαν το ηθικό των υποδούλων Ορθοδόξων καλλιεργούντες μαρτυρικό ήθος[4]. Ύπηρξαν αλείπται πολλών νεομαρτύρων.
ε) Έδειξαν ότι με την πιστότητά τους στην Ορθόδοξο Παράδοσι δεν καλλιεργούσαν την μισαλλοδοξία και τον σκοταδισμό, όπως εκατηγορούντο, αλλα επιβεβαίωναν την διαχρονικότητα του ευαγγελικου μηνύματος.

Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟΥ



ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΖΕΤΑΙ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΧΟΜΕΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΘΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΟΙ ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝΕ' ΑΙ. ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: ΔΡΑΜΑ, ΕΚΚΥΚΛΗΜΑ, ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ, ΘΕΑΤΡΟ, ΘΥΜΕΛΗ, ΚΩΜΩΔΙΑ, ΜΙΜΟΣ, ΟΡΧΗΣΙΣ, ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ, ΣΚΗΝΗ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ, ΥΠΟΚΡΙΣΙΣ. ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ: 1) ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗΟΡΟΛΟΓΙΑ ΟΤΑΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΥΝ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΣ ΘΕΑΤΡΙΚΑ Η ΠΑΡΑΘΕΑΤΡΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ. 2) ΟΙ ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΙΜΕ ΗΘΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ. ΒΑΣΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ ΕΧΕΙ ΠΑΙΞΕΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ. Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΘΕΑΜΑΤΩΝ ΕΠΙΤΕΙΝΕΤΑΙ ΑΠ'ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΟΨΙΜΑ ΡΩΜΑΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ. 3) ΜΙΑ ΔΕΣΜΗ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΘΕΑΤΡΟΥ. 4) ΟΙ ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΜΕΣΑ ΑΠ'ΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΤΑΧΘΟΥΝ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ.

Ἑλληνική φιλοσοφία καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου σέ Διεπιστημονικό Συνέδριο στήν Φιλοσοφική Σχολή Ἀθηνῶν πού διοργάνωσε ἡ Διεθνής Ἐπιστημονική Ἑταιρεία Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καί ἡ Ἕνωση Ἑλλήνων Φυσικῶν.

Εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση νά παραστῶ καί νά ὁμιλήσω στό παρόν Συνέδριο ἀνακοινώνοντας τό θέμα: «Ἑλληνική φιλοσοφία καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας».

Ἐπειδή τό θέμα αὐτό εἶναι πολυσύνθετο καί πολυεπίπεδο καί ὁ χρόνος τῆς ἀνακοινώσεως εἶναι στενώτατος, γι’ αὐτό θά τό περιορίσω. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική θά κάνω μερικές ἀπαραίτητες διευκρινήσεις.
Εἰσαγωγικές διεκρινήσεις

Ἡ πρώτη διευκρίνηση εἶναι ὅτι θά γίνη ἀναφορά στούς Πατέρες πού ἔζησαν κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτῆς πού ὀνομάσθηκε Βυζάντιο μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή τήν περίοδο ἐκείνη πού συναντῶνταν δύο μεγάλα θεολογικά καί πολιτιστικά ρεύματα, ἤτοι ἡ ἰουδαϊκή-χριστιανική παράδοση καί ἡ ἑλληνική σκέψη καί ὁπωσδήποτε ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση. Ἔτσι, ἔγινε μιά θαυμαστή σύνθεση μέ τήν ἔννοια ὅτι ἄλλο εἶναι τά ἄκτιστα ρήματα τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας καί ἄλλο εἶναι τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα πού εἶναι τῆς διατυπώσεως τῆς ἐμπειρίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Ἡ δεύτερη διευκρίνηση εἶναι ὅτι ἡ συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τήν ἑλληνική φιλοσοφία ἔγινε πρῶτα ἀπό μερικούς ἀνατολικούς φιλοσοφικούς θεολόγους, ὅπως τόν Παῦλο Σαμοσατέα, τόν Λουκιανό, τόν Ἄρειο καί ἄλλους μεταγενέστερους, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσαν μέ τούς Ἀριστοτελικούς φιλοσόφους πάνω σέ ὀντολογικά καί κοσμολογικά θέματα, ἐκφράζοντας ἔτσι τόν λεγόμενον ἀπό τόν Χάρνακ «ἐξελληνισμένο Χριστιανισμό», μέ ἀποτέλεσμα νά περιπέσουν σέ θεολογικές πλάνες. Ἀντίθετα, οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, γνωρίζοντας τήν φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς τους, κυρίως τήν Πλατωνική, τήν Ἀριστοτελική καί τήν Νεοπλατωνική, γιά νά ἀπαντήσουν στούς φιλοσοφοῦντας Χριστιανούς θεολόγους, προσέλαβαν τήν φιλοσοφική ὁρολογία ὡς ἔνδυμα, τήν ὁποία ἀποφόρτισαν ἀπό τό νόημα πού εἶχε καί ἔδωσαν σέ αὐτήν ἄλλο νόημα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπαρτισθῆ αὐτό πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ «ἐκχριστιανισμένος ἑλληνισμός». Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν λεγομένη συνάντηση Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ, θεολογίας καί φιλοσοφίας.

Καί ἡ τρίτη διευκρίνηση εἶναι ὅτι ἐπειδή τό θέμα πού θά σᾶς ἀνακοινώσω εἶναι μεγάλο, προκειμένου νά τό τιθασεύσω ὥστε νά γίνη μιά σύντομη ἀνακοίνωση, θά περιορίσω τόν λόγο στήν παρουσίαση τῶν βασικῶν θέσεων τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, πού προέρχονται κυρίως ἀπό προφορικές ὁμιλίες του στόν Πανεπιστημιακό χῶρο, ἰδιαιτέρως σέ μάθημα πρός τούς φοιτητές καί μεταπτυχιακούς. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό ὑλικό πού θά παρουσιασθῆ ἐδῶ εἶναι κατά βάση ἀνέκδοτο καί πρωτότυπο. Ἔτσι, θά καλυφθῆ ἡ ἔννοια τῆς ἀνακοίνωσης.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν πρωτίστως πρωτότυπος ἐρευνητής. Μεγάλωσε στήν Ἀμερική καί σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, ἔπειτα στό Πανεπιστήμιο τοῦ Γέϊλ, στό Ρωσικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου στήν Νέα Ὑόρκη, ἕνα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα καί στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τῆς Νέας Ὑόρκης, στήν συνέχεια ἐργάσθηκε ἐρευνητικά στό Ρωσικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι, ὅπου ἐκπόνησε τίς πρῶτες σημαντικές προδιδακτορικές μελέτες του, στό Μόναχο, στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅπου κατέθεσε πρωτότυπη διδακτορική διατριβή, ἡ ὁποία προκάλεσε θεολογικές ἀναταράξεις στό ὅλο κλῖμα τῆς θεολογίας στήν Ἑλλάδα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στό Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ, ὅπου ἐκπόνησε σημαντικές μεταδιδακτορικές ἐργασίες, κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ διάσημου Καθηγητοῦ τοῦ Χάρβαρντ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Μετέπειτα ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐξελέγη Καθηγητής στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης καί Καθηγητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, δίδαξε δέ καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή στό Βόρειο Λίβανο.

Ἐπειδή ἀσχολήθηκα πολύ μέ τό πρόσωπό του καί τό ἔργο του, γι’ αὐτό ἐπισημαίνω ἰδιαίτερα τό ἐρευνητικό του χάρισμα.

Στίς προδιδακτορικές του μελέτες ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων μετέφεραν τήν Χριστιανική διδασκαλία στόν ἐθνικό κόσμο, ὅπου ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική σκέψη. Στήν διδακτορική του διατριβή μελετώντας τό προπα-τορικό ἁμάρτημα ἀντιμετώπισε ἰδιαιτέρως τήν διαφορά μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Στίς μετέπειτα μεταδιδακτορικές μελέτες του ἀφιερώθηκε κυρίως στήν μελέτη τῆς σκέψεως τῶν Ἀπολογητῶν Πατέρων καί τήν ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας σέ αὐτούς, ὅπως καί τίς διαφορετικές προϋποθέσεις μεταξύ τους. Ἔτσι, οἱ μελέτες του πάνω στόν ἅγιο Ἰουστῖνο τόν Μάρτυρα καί φιλόσοφο, ἡ κριτική πού ἀσκεῖ στίς ἀπόψεις τοῦ Wolfson σέ σχέση μέ τήν διδασκαλία τοῦ Φίλωνος τοῦ Ἰουδαίου καί τῶν Πατέρων, ἡ ἀνάλυση τῶν ἀπόψεων τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, παρουσιάζουν τόν τρόπο σκέψεως τῶν πρώτων φιλοσοφούντων θεολόγων πάνω σέ Χριστολογικά θέματα. Ἀλλά καί ἡ μελέτη του γιά τήν σύγκρουση πού ἔγινε τόν 14ο αἰώνα μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἐκφραζόταν μέ τίς ἀπόψεις τοῦ νεοπλατωνικοῦ Αὐγουστίνου Ἐπισκόπου Ἱππῶνος, τόν κατέστησαν σοβαρό μελετητή καί γνώστη τῆς σχέσεως καί τῆς διαφορᾶς μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν 14ο αἰώνα καί μετέπειτα.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔκανε σημαντική καί πρωτότυπη ἔρευνα στίς πηγές κατά τόν 3ο καί 4ο αἰώνα καί ἀπέκτησε καθαρή καί βασική σκέψη πάνω στήν συνάντηση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως, τῆς ἰουδαϊκῆς παραδόσεως καί χριστιανικῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας. Δέν ἀντέγραφε ἄλλους μελετητές, οὔτε ἔκανε ἐπιπόλαιες σκέψεις πάνω στά θέματα αὐτά οὔτε μετέφερε ἐρευνητικές ἐργασίες ἄλλων, ἀλλά ὅ,τι δίδασκε ἦταν προϊόν δικῆς του σοβαρῆς καί ἐξαντλητικῆς ἔρευνας. Ἔτσι, μπορεῖ νά προστεθῆ ὅτι τά ὅσα δίδασκε ἦταν πρωτότυπες κριτικές ἀπόψεις προερχόμενες ἀπό ἐξαντλητικές ἔρευνες στίς πηγές. Μέ αὐτές τίς σκέψεις στήν συνέχεια θά ἐκτεθοῦν τά συμπεράσματα τῶν προσωπικῶν του ἐρευνῶν στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ.

Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν τρία σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τήν διαφορά μεταξύ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῆς κλασσικῆς φιλοσοφίας.
1. Φιλοσοφία καί θεολογία

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 4ου αἰῶνος εἶχαν σπουδάσει τήν φιλοσοφία καί τήν γνώριζαν, ἀλλά δέν ἦταν φιλόσοφοι, οὔτε ἀνέπτυξαν ἕνα ἰδιαίτερο φιλοσοφικό σύστημα. Ἄλλωστε, σέ ὅλη τήν περίοδο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Βυζάντιο) διδασκόταν ἡ φιλοσοφία, ἀλλά ἔκαναν διάκριση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ φιλοσοφία καί ἄλλο εἶναι ἡ θεολογία, ἀφοῦ διακρίνονταν ἀπό τήν διαφορετική μεθοδολογία τους. Οἱ Ρωμηοί δέν εἶχαν πέσει στόν μεγάλο πειρασμό τῆς δυτικῆς σχολαστικῆς θεολογίας, πού ταύτιζαν τήν φιλοσοφία μέ τήν θεολογία. Μάλιστα, ὅταν οἱ αἱρετικοί τοῦ 3ου καί 4ου αἰῶνος συνέδεαν τήν φιλοσοφία μέ τήν θεολογία, τότε οἱ Πατέρες ἦταν ἐπικριτικοί καί πρός τούς φιλοσοφοῦντας θεολόγους καί πρός τήν ἴδια τήν φιλοσοφία.

Ἀκόμη καί τόν 14ο αἰώνα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γνώριζε τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία, χρησιμοποιοῦσε μερικές φορές τούς ὅρους της, ἀλλά διαφωνοῦσε στίς βασικές φιλοσοφικές ἀρχές. Γράφει κάπου: «Κἄν ἐξετάσῃς ἴδοις ἄν πάσας ἤ τάς πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τάς ἀρχάς».
2. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀντιμεταφυσικοί

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἐγνώριζαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ἐν τούτοις δέν ἀποδέχονται τήν μεταφυσική τῆς φιλοσοφίας.

Θά ἀναφερθοῦν μερικά παραδείγματα, πού στηρίζουν αὐτήν τήν θέση.

Πρῶτον. Βασική ἀρχή τῆς μεταφυσικῆς εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀντικείμενο τοῦ στοχασμοῦ. Ὁ φιλόσοφος Πλάτων ἰσχυριζόταν τό «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον», δηλαδή εἶναι δύσκολο νά στοχαστοῦμε τόν Θεό, ἀλλά ἀδύνατον νά τόν ἐκφράσουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Πλάτων δέν ἀπέκλειε τόν στοχασμό γιά τόν Θεό, ἀφοῦ αὐτός ὁ ἴδιος δημιούργησε τήν θεωρία τῶν ἰδεῶν, ἀλλά ἔλεγε ὅτι εἶναι δύσκολο αὐτό τό ἔργο γιά τόν καθένα.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν δεύτερο θεολογικό του λόγο, ἀφοῦ μνημονεύει αὐτήν τήν ἀρχή τοῦ Πλάτωνος, στήν συνέχεια ἀντιστρέφει τόν λόγο του. Γράφει ὅτι ὁ Πλάτων μέ τήν φράση «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον» ἤθελε νά πῆ ὅτι μπορεῖ κανείς νά στοχαστῆ ἄν καί εἶναι δύσκολο, ἀλλά εἶναι ἀδύνατο νά τό ἐκφράση. Ὅμως, στήν χριστιανική θεολογία ἰσχύει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ὁμιλήση κανείς γιά τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἀδυνατότερο νά στοχασθῆ γι' Αὐτόν.

Ὁπότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀντιστρέφει τό ρητό τοῦ Πλάτωνος «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον» καί λέγει ὅτι τόν Θεόν «φράσαι μέν ἀδύνατον, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον».

Στήν συνέχεια ἐξηγεῖ ὅτι αὐτό πού νοεῖται (ὁ Θεός) ἴσως ὁ λόγος θά μποροῦσε νά τό δηλώση, ἔστω καί μή μετρίως, ἀλλά ἀμυδρῶς, σέ ἐκεῖνο στόν ὁποῖο δέν ἔχουν καταστραφῆ τά αὐτιά του καί δέν εἶναι νωθρός στήν διάνοια. Ἀλλά τό νά περιλάβη κανείς ἕνα τέτοιο πράγμα στήν διάνοια εἶναι παντελῶς ἀδύνατο καί ἀκατόρθωτο ὄχι μόνον στούς ἀποβλακωμένους καί ὑλόφρονες, ἀλλά καί στούς πιό ὑψηλούς στήν σκέψη καί στούς φιλοθέους. Καθώς ἐπίσης εἶναι παντελῶς ἀδύνατο καί ἀκατόρθωτο καί σέ κάθε κτιστή φύση καί σέ ἐκείνους στούς ὁποίους ὁ ζόφος - τό σκοτάδι παρεμποδίζει στό παχύ αὐτό σαρκίο στήν κατανόηση τῆς ἀλήθειας.

Ἑπομένως, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι τόν Θεόν «φράσαι μέν ἀδύνατον, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον» ἀνατρέπει τήν φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος πού ἐκφράζεται στήν φράση «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον», καί ἔτσι καταρρίπτεται ἡ μεταφυσική πού προσπαθεῖ μέ τόν στοχασμό καί τήν φαντασία νά ἐννοήση τόν Θεό.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης θεωρεῖ ὅτι αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἶναι βασικότατο καί δείχνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική, γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι ὁ θεόπτης ὅταν φθάση στήν θέωση βλέπει καί ἀκούει ἄκτιστα ρήματα, καί στήν συνέχεια καταγράφει ὅσον εἶναι δυνατόν αὐτήν τήν ἄκτιστη ἐμπειρία μέ κτιστά ρήματα ("φράσαι") καί κτιστά νοήματα ("νοῆσαι") τί εἶναι ὁ Θεός.

Ἔτσι, τό χωρίο αὐτό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μέ τό ὁποῖο διορθώνεται ὁ Πλάτων, δείχνει ὅτι ἡ Θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική.

Δεύτερον. Ἄλλη βασική ἀρχή τῆς μεταφυσικῆς εἶναι ὅτι ὅλα τά περί Θεοῦ ἐρευνῶνται μέ τήν λογική, πού εἶναι τό εὐγενέστερο στοιχεῖο τῆς ψυχῆς ἡ ὁποία εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, ἀνῆκε στόν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, κατά τόν Πλάτωνα.

Κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «οἱ Πατέρες δέν δέχονται τούς κανόνες τῆς λογικῆς, ὅταν ἀσχολοῦνται μέ τά θεολογικά θέματα. Γιατί; Διότι οἱ κανόνες τῆς λογικῆς ἰσχύουν μόνον, ὅσο ἰσχύουν, γιά τά κτίσματα. Γιά τόν Θεό δέν ἰσχύουν οἱ κανόνες τῆς λογικῆς ἤ τῆς φιλοσοφίας.

Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοστῆ στόν Θεό. Καί ὅσοι νομίζουν ὅτι διά τῆς καθαρᾶς μαθηματικῆς μποροῦν νά βαδίζουν πρός τόν Θεό, γιά τούς Πατέρες εἶναι ἀφελέστατοι. Γιατί; Διότι ἁπλούστατα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ δέν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότητα. Αὐτά πού φαινομενικά ἰσχύουν γιά τά κτιστά, δέν ἰσχύουν γιά τά ἄκτιστα. Διότι δέν ὑπάρχουν κανόνες τῶν κτισμάτων πού ἐφαρμόζονται στό ἄκτιστο. Καί αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση».

Ἔτσι ἡ ψυχή δέν εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, δέν ἀνῆκε στόν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλά εἶναι κτιστή καί κατά χάρη ἀθάνατη. Γι' αὐτό δέν κάνουμε διάκριση μεταξύ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καί φύσει θνητοῦ σώματος. Ἐπίσης δέν κάνουμε διάκριση μεταξύ ποιητικῆς καί παθητικῆς ψυχῆς, ὅπως ἔκανε ὁ Ἀριστοτέλης.

Τρίτον. Βασική ἀρχή τῆς γνώσεως στόν Ἀριστοτέλη εἶναι ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων, πού σημαίνει ὅτι «δέν μποροῦμε νά ἀποδώσουμε σέ αὐτό τό ἴδιο πράγμα ἀντιθέσεις. Δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως ἄσπρο καί μαῦρο, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως μεγάλο καί μικρό, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως λογικό καί παράλογο, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως ὑπαρκτό καί ἀνύπαρκτο». Αὐτός ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων «εἶναι τό θεμέλιο τοῦ λογικοῦ συστήματος τοῦ Ἀριστοτέλη».

Κατά τούς Πατέρας, ὅμως, ὁ Θεός εἶναι ὄν καί μή ὄν, εἶναι γνωστός καί ἄγνωστος, καταληπτός καί ἀκατάληπτος, μεθεκτός καί ἀμέθεκτος, ὁρατός καί ἀόρατος, ἔχει οὐσία, ἡ ὁποία εἶναι ὑπερούσια. Καί αὐτό συμβαίνει γιατί οἱ θεούμενοι βλέπουν τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τήν οὐσία Του, ὁπότε βλέπουν ἀοράτως, μετέχουν ἀμεθέκτως, ἀκοῦνε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ ἀνηκούστως κλπ.

Τέταρτον. Ἄλλη βασική ἀρχή τῆς γνώσεως τοῦ Ἀριστοτέλη εἶναι ὁ νόμος μεταξύ διαφορᾶς καί ὁμοιότητας. Παρατηρώντας τήν διαφορά καί τήν ὁμοιότητα μεταξύ δύο πραγμάτων, γίνεται ἡ περιγραφή καί παράγεται ἡ γνώση. Ὅμως, ὅταν φθάση κανείς στήν θέωση καί δῆ τόν Θεό «κάνει τήν διαφοροποίηση, ἀλλά δέν μπορεῖ νά κάνη τήν ὁμοιότητα». Δηλαδή, στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως «ὑπάρχει διαφοροποίηση», ἀλλά «δέν ὑπάρχει ὁμοιότητα».

Η εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για το Άγιο Πνεύμα