Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Το άστρο της Βηθλεέμ


Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στο βιβλίο του αείμνηστου καθηγητή αστρονομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημητρίου Δ. Κωτσάκη. « Το άστρο της Βηθλεέμ».


Ο Σταύρος Πλακίδης και ο Δημήτριος Κωτσάκης στο τηλεσκόπιο "Newall"

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'.

1. Ο Μεγάλος αναμενόμενος
Η ΓΕΝΝΗΣΗ και η παρουσία του Ιησού Χριστού στον κόσμο αποτελεί ένα γεγονός εξαιρετικής σπουδαιότητας και σημασίας. Έγινε το κέντρο της παγκόσμιας ιστορίας. Και αν εμβαθύνουμε περισσότερο στο γεγονός αυτό, θα δούμε ότι η ανθρωπότητα, συνειδητά ή όχι, νοσταλγούσε και ανέμενε μια λύτρωση, μια σωτηρία από κάποιο Μεσσία, απεσταλμένο του Ουρανού. Η έλευση του Ιησού, διαπιστώνει η Ιστορία, αποτελεί βασικό και ουσιώδες ορόσημο: Η Ιστορία της ανθρωπότητας και του πολιτισμού χωρίζεται σε δύο κόσμους· τον προχριστιανικό και τον χριστιανικό, με κεντρικό πρόσωπο και θεμέλιο στο δεύτερο, τη διδασκαλία του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού.
Με το γεγονός της Γεννήσεως του Χρίστου συνδέεται στενά και η εμφάνιση αστέρα εξαιρετικού και εντυπωσιακού, ο οποίος προκάλεσε ιδιαιτέρως την προσοχή των Μάγων, ώστε να επιχειρήσουν το ταξίδι τους μέχρι τα Ιεροσόλυμα και τη Βηθλεέμ. Από τότε σχεδόν άρχισε να παρουσιάζεται το ζήτημα, ποιος ήταν ο αστέρας εκείνος, πού είδαν οι σοφοί της Ανατολής, να δημιουργείται ένα πρόβλημα κοσμολογικό, αφού η πορεία του πολιτισμού του πλανήτη μας συνδέθηκε με την εμφάνιση ενός εξαιρετικού και περίεργου αστρονομικού φαινομένου, με την λάμψη δηλαδή, ενός παράδοξου αστέρα και με κέντρο τον Σωτήρα του κόσμου.
Ο Ιησούς Χριστός ήταν ο μεγάλος αναμενόμενος του ισραηλιτικού λάου. Χιλιάδες χρόνια πριν δίνεται σαν υπόσχεση του Θεού η αποστολή του Σωτήρος. Σε πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης προαναγγέλλεται η έλευση του Μεσσία ώστε ο ισραηλιτικός λαός να τον περιμένει. Καταχωρούμε μερικά σχετικά κείμενα, πού δίνουν ελπίδες, πολυάριθμες προφητείες και επαγγελίες του Θεού προς τον Αβραάμ, αναφέρουμε όσα ελέχθησαν από τον Ιακώβ το 18ο αιώνα π.Χ., και πού αποτελούν το κύκνειο άσμα του, προς τα παιδιά του, στην Αίγυπτο. Ιδού τα προφητικά λόγια σε ερμηνευτική απόδοση. (Γεν. μθ' 8-10).
«Ιούδα θα σε υμνήσουν οι αδερφοί σου, θα σε αναγνωρίσουν ως αρχηγόν των, τα χέρια σου θα είναι ισχυρά επάνω εις την ράχιν των εχθρών σου. Θα σε προσκυνήσουν ως αρχηγόν των οί απόγονοι του πατρός σου. Λιοντάρι, γέννημα λιονταριού, θα εΐσ'άι, ' Ιούδα· από εμέ σαν από βλαστόν εφύτρωοες συ, άλλο βλαστάρι υιέ μου. Έξηπλώθης και έκοιμήθης σαν λιοντάρι, σαν νεαρό εύρωστο λιοντάρι. Ποιος τολμά να τον πλησιάση καί να τον έξυπνήση; δεν θα λείψη άρχων από την φυλήν ' Ιούδα καί αρχηγός από τους απογόνους του, μέχρις ότου έλθη εκείνος, εϊς τα χέρια του οποίου άπόκεινται αίέξουσίαι. Αυτός θα είναι η έλπίς καί η προσμονή των λαών, ο Μεσσίας». «Και αυτός προσδοκία εθνών».
Ο Ιησούς Χριστός, προφητεύει ο Ιακώβ είναι προσδοκία εθνών και λαών.
Και όταν επέστρεψαν οι Ισραηλίτες από την Αίγυπτο - περί τα μέσα του 1500 π.Χ. - ο Βαλαάμ ο μάντης είπε:
«Όμιλεΐ ο Βαλαάμ, ο υιός του Βεώρ· ομιλεί ό άνθρωπος, ό όποιος ακούει τα λόγια του Θεοϋ, πού κατέχει την άληθινήν γνώσιν από τον Θεόν αυτός πού κατά τον ϋπνον του βλέπει οράσεις Θεού καί του οποίου τα μάτια είναι ανοικτά, ώστε να εΐσδύη εις το μέλλον. Θα τον 'ίδω καί θα τον δείξω τον Μεσαίαν, όχι όμως τώρα. Μακαρίζω αυτόν, αλλά δεν είναι πλησίον. ' Αργότερα θα άνατείλη άοτρον από τους απογόνους του Ιακώβ, θα άναδειχθή άνθρωπος από τον ίσραηλιτι-κόν λαόν καί θα σύντριψη τους αρχηγούς των Μωαβιτών» (Αριθμ. κδ' 15-17).
Ο Προφήτης Μιχαίας, εννιακόσια χρόνια προ Χριστού, προσφωνεί τη Βηθλεέμ και με χαρά προαναγγέλλει το χαρμόσυνο γεγονός: «Και συ Βηθλεέμ ή άλλως λεγομένη και οίκος ' Εφραθά, μικρά είσαι μεταξύ των πόλεων του ' Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χίλιους κατοίκους. "Αλλά από σε θα προέλθη εις δόξαν ίδικήν μου ένας άνήρ ό όποιος θα γίνη άρχων του ισραηλιτικού λαού. ' Η αρχή καί η ενέργεια αύτοϋ ξεπερνά την αρχήν των ήμερων της δημιουργίας. Είναι ο Μεσσίας» (Μιχ. ε' 1). Η Βηθλεέμ θα είναι η πόλις πού θα γέννηση τον Λυτρωτήν. «Εκ σου γαρ έξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεΐ τον λαόν μου του Ισραήλ». (Ματθ. β', 6). ' Η μικρή λοιπόν Βηθλεέμ θα δώσει τον μεγάλο Βασιλιά, τον Μεσσία, ο όποιος θα κυβέρνηση, σαν καλός ποιμένας, τον Ισραηλιτικό λαό.
Την προφητεία αυτή του Μιχαία γνώριζαν καλά οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού, όπως φαίνεται από την απάντηση πού έδωσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς στον ' Ηρώδη, όταν αυτός τους ερώτησε που θα γεννιόταν ο Χριστός. «Εν Βηθλεέμ της ' Ιουδαίας» του είπαν. ' Ασφαλώς θα ανέτρεξαν στην προφητεία του Μιχαία.
Λοιπόν «άνατελεϊ άστρον εξ Ιακώβ, άναατήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ» «όστις ποιμανεΐ τον λαόν μου τον Ισραήλ». Αυτός είναι «προσδοκία εθνών». Και πραγματικά υπήρξε η προσδοκία των εθνών.
2. ' Η Προσδοκία των ' Ελλήνων
"Αν ρίξουμε ένα βλέμμα στις παραδόσεις διαφόρων λαών θα διαπιστώσουμε το γεγονός αυτό. "Οτι ήτο «η προσδοκία των εθνών». ΟΙ Έλληνες, οι Αιγύπτιοι, οι Γαλάτες, οι Πέρσες, οι Ινδοί, οι Κινέζοι, οι γηγενείς Αμερικανοί, οι Ευρωπαίοι διατηρούν στις παραδόσεις τους μια τέτοια ελπίδα.
Ο Αισχύλος στην τριλογία του - «Προμηθεύς Πυρφόρος», «Προμηθεύς Δεσμώτης» και «Προμηθεύς Λυόμενος» - παρουσιάζει όλες τις φάσεις του δράματος της ανθρωπότητας στο πρόσωπο του Προμηθέως, πού έβασανίζετο σκληρά, θα είναι ένας απόγονος της παρθένου ' Ιοϋς, ο όποιος θα γεννηθή κατά υπερφυσικό τρόπο. Στο τέλος της τραγωδίας εμφανίζεται ο ' Ερμής, ο όποιος λέγει στον Προμηθέα ότι θα ελευθερωθεί τότε μόνον, όταν κάποιος από τους θεούς τον άντικαταστήοη καί πάθη άντ' αύτοϋ, και αυτός θα κατέλθει και στα σκοτεινά βάθη του "Αδου.Γράφει ο Αισχύλος τα έξης: «Τοιοϋδε μόχθου τέρμα μη τι προσδοκά πριν αν θεός τις όίάόοχος των σων πόνων φανή, θέληση τ' εις άναύγητον μολεϊν
"Αδην, κνεφαία τ' άμφί Ταρτάρου βάθη».
(Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης, στ. 1026-1029). Καί η ερμηνεία:
«Καί μην προσμένεις στο μαρτύριο αυτό σου τέλος,
πρί να βρεθή κανείς θεός, πού θα θέληση
να πάρη επάνω του τα πάθια σου καί πάει
στοΰ άφεγγου τ' "Αδη τ' άραχλα βαθειά σκοτάδια».
(Μεταφ. Ίωάν. Γρυπάρη).
Πολύ επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει ο διάλογος του Σωκράτη με τον Αλκιβιάδη. Ο Σωκράτης κάνει λόγο για κάποιο θρησκευτικό παιδαγωγό πού θα έλθει και θα διδάξει τους ανθρώπους περί των καθηκόντων τους αναμεταξύ τους και προς τους θεούς. Πείθει τον μαθητή του για την έλευση του παιδαγωγού, πού θα έχει μεγάλη αποστολή. Και ο Αλκιβιάδης φλεγόμενος από το πόθο της ελεύσεως έρωτα: Πότε θα έλθει και ποιος θα είναι αυτός ο παιδαγωγός; «Πότε οϋν παρέσται ό χρόνος ούτος, ω Σώκρατες; καί τίς ό παιδεύων; ήδιοτα γαρ αν μοι δοκώ ίδεΐν τον άνθρωπον τούτον τίς εστίν».
Συνεχίζεται ο διάλογος με πολύ ενδιαφέρον, και ο Σωκράτης τονίζει ότι ο παιδαγωγός εκείνος ενδιαφέρεται εξαιρετικά για τον άνθρωπο. Και προσθέτει: «θεοΐς δε... πάντα τα νομιζόμενα δώσομεν, όταν έκείνην την ήμέραν έλθοϋσαν ϊδω."Ηξει δ' ου δια μακρού τούτων θελόντων». Ο Αλκιβιάδης διατρανώνει τον πόθο του να τον γνωρίσει και το συμπέρασμα της συζητήσεως είναι ότι εκείνος: «Δεν θ' άργήοη να έλθη». ("Ηξει δ' ου δια μακρού).
Αξίζει να αναφέρουμε εκείνο, το όποιο τόνισε ο Σωκράτης στην απολογία του, διότι αισθανόταν εσωτερικά το καθήκον να αφυπνίσει ηθικά τους Αθηναίους. Είχε τη συναίσθηση ότι αποστολή του ήταν να κινήσει τους Αθηναίους σε μια πνευματική αφύπνιση, ενώ εκείνοι τον καταδίκαζαν σε θάνατο. Και παραμένει πράγματι, ιστορική, εξαιρετικά ουσιαστική και βασική, η φράση του Σωκράτη: «Καθεύδοντες διατελείτε αν, ει μη τίνα άλλον ο Θεός ύμΐν έπιπέμψειε κηδόμενος υμών» (Πλάτωνος: ' Απολογία Σωκράτους 31 Α).
Ήταν ένα έντονο και ζωηρό σάλπισμα, για να ξυπνήσουν οι Αθηναίοι από τον πνευματικό λήθαργο.
3. Ρωμαίοι και έθνη.
'Αλλά και Ρωμαίοι συγγραφείς εκφράζονται με ανάλογο τρόπο. Επί της εποχής του Κικέρωνα (106-43 π.Χ.) κυκλοφορούσαν σιβυλλικοί χρησμοί, πού σχετίζονταν με την αναμονή «αθανάτου βασιλέως». Θα έλθει «αγνός άναξ» πού θα κράτη τα σκήπτρα όλης της γης. Λέγει ο χρησμός:
«Αύτάρ έπεί Ρώμη καί Αιγύπτου βασιλεύσει, εις εν ιθύνουσα, τότε δη βασιλεία μεγίστη αθανάτου βασιλήος έπ' άνθρώποισι φανεΐται. "Ηξει δ' αγνός άναξ, πάσης γης σκήπτρα κρατήσων εις αιώνας πάντας έπειγομένοιο χρόνοιο». (Oracula Sibyllina Lispiae 1852, Σιβ. χρησ. Λόγος Γ' 46-50).
Ο Κικέρων, ο μεγαλύτερος των ρητόρων της Ρώμης, έχοντας υπόψη του τους στίχους αυτούς, διερωτάται: «in quem hominem, et in quod tempus est;» (σε ποιόν άνθρωπο και σε ποιόν χρόνο αναφέρεται;) [De Divinatione 1, II, LIV]. Με τις λέξεις και φράσεις αυτές διερωτάται ο Κικέρων ποιος θα είναι τούτος ο άναξ, πού ο χρησμός τον αποκαλεί αγνό, και σε ποιο χρόνο θα εμφανιστεί; Το άξιο ιδιαιτέρας σημειώσεως είναι ότι οι επόμενοι σιβυλλικοί στίχοι ομιλούν για τον αστέρα, πού θα φανεί, όταν έλθει κρυφά εκείνος, ο λόγος του Υψίστου, ο όποιος θα φέρει σάρκα όμοια με την των θνητών. Ιδού οι σχετικοί στίχοι:
«Αλλ' οπόταν αστήρ πανείκελος ήελίοιο λαμπρός απ' ούρανόθεν προφανή ένί ήμασι μέσσοις, και τότε δη κρύφιος ήξει Λόγος ύψίστοιο, σαρκοφέρων, θνητοϊσιν όμοίϊον αλλά συν αύτω αυξήσει το κράτος της Ρώμης, κλεινών τε Λατίνων,
Ειρήνη δ' έσται, πολέμων δ' άναπαύσεται "Αρης». (Egloga IV).
Και οι ακόλουθοι στίχοι του Βιργιλίου (70-19 π.Χ. μπορούν να θεωρηθούν ως χρησμολόγοι. Τους παραθέτουμε σε μετάφραση: «"Ήδη νέος γόνος εκ του υψηλού ουρανού πέμπεται, άρτι /ενωμένου παιδός, δια του οποίου η σιδηρά γενεά πρώτον λήγει, και δι' όλον τον κόομον άνίσταται χρυσή γενεά, σύμπραττε (ευνοεί), ώ αγνή Είλέχθυια (το παιδίον τοϋτο).
Τέλος στον Σουίδα αναφέρεται ότι ο Αύγουστος Καίσαρας, αφού προσέφερε θυσία, ερώτησε το Μαντείο των Δελφών ποιος επρόκειτο να βασιλεύσει έπειτα από αυτόν, και η Πυθία έδωσε την έξης απάντηση:
«Παις Εβραίος κέλεταί με θεοϊς μακόρεσιν άνάσσων, τον δε δόμον προλιπεϊν, καί άϊδην αύθις εϊκέσθαι. Λοιπόν άπιθι σιγών εκ βωμών ημετέρων».
«Καί έξελθών εκ του μαντείου ο Αύγουστος, έστησεν εν τω Καπιτωλίω βωμόν, εν ώ έπέγραψε Ρωμαϊκοΐς γράμμασιν ο βωμός ούτος εστί του πρωτογόνου θεοϋ».
Ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος (55-120 μ.Χ.) γράφει σχετικώς ότι: «άπαντες ήσαν πεπεισμένοι εις την πίστιν αρχαίων προφητών, ότι η Ανατολή θα υπερίσχυση καί ότι σύντομα έμελλον να ϊδουν εξερχόμενους εκ της ' Ιουδαίας τους μέλλοντας να ποιμάνουν την οΐκουμένην». Και ο Σουετώνιος (69-125 μ.Χ.), Ρωμαίος και αυτός ιστορικός, εκφράζει ανάλογη γνώμη - την αρχαία και σταθερή πεποίθηση ότι ο Θεός προορίζει την Ιουδαία ως χώρα, από την οποία θα προέλθουν αυτοί πού θα κυβερνήσουν την οικουμένη. Ακόμη ο Σουετώνιος αναφέρει ότι επί αυτοκράτορας Αυγούστου - επί του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός - έγινε δημόσιο θαύμα, πού ανήγγειλε ότι η φύση εγκυμονούσε μεγάλο πρόσωπο το όποιο θα γινόταν ο βασιλεύς των Ρωμαίων. Στη συνέχεια ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών και αυτό απάντησε ότι θα έλθει κάποιος, θα γεννηθεί άνθρωπος χωρίς να φθαρεί η παρθενία της μητρός, πού θα λύση τη φθορά των ανθρώπων από τα αθεράπευτα πάθη, και «αυτόν θα τον φθονήσει άπιστος λαός και θα κρεμαστή ως κακούργος άξιος θανάτου».
Διάφοροι συγγραφείς και ερευνητές πού ασχολήθηκαν ιδιαιτέρως με τους μύθους και τις μυθολογίες των διαφόρων λαών της Ανατολής διέκριναν μεταξύ τούτων ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα σχετικά με την έλευση στον κόσμο ενός μεσίτη η δικαστού μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Μία γενική διαπίστωση είναι «ότι εις τάς παραδόσεις των διαφόρων λαών της Ασίας υπάρχει η πίστη περί «έλευσομένου τινός Μεγάλου Μεσίτου, τελικού Δικαστού, μέλλοντος Σωτήρος Βασιλέως Θεοϋ, κατα-κτητοϋ καί νομοθέτου, όστις ήθελεν επαναφέρει τον χρυσοϋν αιώνα επί της γης καί σώσει τους ανθρώπους από του Κακού».
Στην Κίνα «ο διδάσκαλος (Κομφούκιος - 6ος αιών π.Χ.) είπε: εάν ήρχετο εις θεόπεμπτος βασιλεύς θα έπετυγχάνετο επί μίαν γενεά η επιστροφή των ανθρώπων εις το Αγαθόν». Προβάλλεται από την Κινεζική Γραμματεία συνολική εικόνα περί του νοσταλγούμενου και προσδωκόμενου Θεανθρώπου, περί της Προσωπικότητας και του έργου του. Παρόμοιες δοξασίες συναντούμε στη Βαβυλωνία, στους λαούς των Αρίων, τους Ινδούς κλπ. - όπως αναφέρει ο καθηγητής Λ. Φιλιππίδης.
Πανάρχαιες δηλαδή προφητείες κυκλοφορούσαν ανάμεσα στα προχριστιανικά έθνη. ~Ήσαν εκείνες, πού είχε πει ο Θεός μετά την πτώση στους πρώτους ανθρώπους, στον Αδάμ και την Ευα και κατόπιν στο Νώε. Ο Νώε τις παρέδωσε στα τρία παιδιά του και εκείνα στα δικά τους παιδιά, αυτά στους απογόνους τους, στους τρεις μεγάλους κλάδους των λαών της γης. Το σημιτικό, το χαμιτικό και τον ινδοευρωπαϊκό. Στους διαφόρους λοιπόν λαούς βρίσκουμε, αλλοιωμένες φυσικά σε πολλά σημεία, τις προφητείες για τον ερχομό του Σωτήρος του κόσμου. Περίμεναν ένα θείο Λυτρωτή πού θα γεννιόταν εκ Παρθένου, και αυτός, θα έφερνε την αληθινή χαρά στον κουρασμένο και νοσταλγούντα τη σωτηρία του ανθρώπου.

4. Η έλευση του Σωτήρος
Ο ποιητής Γ. Βερίτης εκφράζει με το δικό του τρόπο τον πανανθρώπινο πόθο για τον ερχομό του Σωτήρος στο ποίημα του: Δεύτε ίδωμεν πιστοί!!
"Ω συ μεγάλε Αναμενόμενε
του δύστυχου πεσμένου ανθρώπου!
Για Σε ψαλμοί κι' ωδές και σίβυλλες,
για σένα οι θρύλοι κάθε τόπου.
Για Σε ό Δαβίδ τη λύρα ανάκρουσε,
κι' ο μεγαλόπνοος Ησαΐας,
πού διασκελίζοντας τα σύνορα
της Ιουδαίας και της Ασίας,
στης γης τα πέρατα το κήρυξε,
πώς θειο Παιδί για μας εδόθη,
π' όλοι θα βρουν σ' Αυτό την πλήρωση
οι πανανθρώπινοι μας πόθοι.
Τον ερχομό Σου, ώ! πώς τον πρόσμενε
του βράχου ό τραγικός Δεσμώτης,
όσο τα σπλάγχνα τ' όρνιο εσπάραζε
της αδαπάνητης του νιότης!
Κι ήρθες! Δεν ήρθες μ' αστροπέλεκα
και με βροντές και καταιγίδα.
Ήρθες σαν αύρα, σαν πνοή, σαν φως,
σαν ορθρινή δροσοσταλίδα.
Ήρθες! Μπροστά σου γονατίζουμε
-Μάγοι φτασμένοι από τα ξένα,
και ταπεινά σε χαιρετίζουμε
τον λατρευτό μας και τον Ένα.
5. Ιστορία και χρόνος
Πολλά ιστορικά γεγονότα, πραγματικά και αναμφισβήτητα, καταγράφηκαν από διάφορους ιστοριογράφους συχνά με πολλές λεπτομέρειες, χωρίς όμως να καθορισθούν αυτά χρονολογικά με τέτοια ακρίβεια, ώστε ό μελετητής και ερευνητής, να πληροφορείται επακριβώς πότε συνέβησαν. Δεν καθορίζουν οι ιστοριογράφοι με ακρίβεια τη χρονολογία, κατά την οποία συνέβησαν τα γεγονότα αυτά. Οι λόγοι αυτής της παραλείψεως είναι ποικίλοι: "Έλλειψη ακριβούς χρονολογικού συστήματος κατά το μακρινό παρελθόν, δυσχέρεια γενικότερα στη χρήση χρονολογικών συστημάτων, θεώρηση του εν λόγω γεγονότος ως πολύ γνωστού μεταξύ των συγχρόνων, ώστε να θεωρείται περιττός ο πληρέστερος χρονολογικός του καθορισμός κλπ.
Σε άλλες περιπτώσεις αναφέρονται πολλά γεγονότα σε συνδυασμό με το έτος της ηγεμονίας διαφόρων αυτοκρατόρων και βασιλέων, οπότε πρέπει να βρεθεί η περίοδος κατά την οποία έζησε και κυβέρνησε ο (ορισμένος ηγεμόνας. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η εξιστόρηση του ευαγγελιστή Λουκά για το πότε άρχισε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος «κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας». Γράφει (Λουκ. β' γ' 1-3): «Εν έτει δε πεντεκαιδεκάτω της ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ηγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου της Ιουδαίας... έπ' άρχιερέως "Αννα καί Καϊάφα, έγένετο ρήμα Θεού επί Ίωάννην τον Ζαχαρίου υίόν...». Οι διάφοροι μελετητές της ιστορίας, όταν ερευνούν τέτοια γεγονότα, πού δεν καθορίζονται χρονολογικά με ακρίβεια, αναζητούν άλλα βοηθητικά συμβάντα για να τα συσχετίσουν μεταξύ τους και να συμπεράνουν, όσο είναι δυνατόν ακριβώς, τη χρονολογία, κατά την οποία έγιναν. Συχνά καταφεύγουν σε (ορισμένα σπουδαία συμβάντα - πολέμους, επαναστάσεις κ.λπ. - και προσπαθούν να τα συσχετίσουν, ώστε να καθορίσουν χρονολογικά τα γεγονότα, πού ερευνούν.
Σημειώνουμε μερικά παραδείγματα καθορισμού τέτοιων ιστορικών γεγονότων με τη βοήθεια εντυπωσιακών αστρονομικών φαινομένων. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-546 π.Χ.), ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, προανήγγειλε την ολική έκλειψη του ' Ηλίου της 28ης Μαΐου του 585 π.Χ. και χάρις στην επαλήθευση της έπαυσε ο πόλεμος μεταξύ Λυδών και Μήδων. ' Εξ άλλου από τη χρονολογία της εκλείψεως της σελήνης, την 27η Αυγούστου του 413 π.Χ., πού θεωρήθηκε από τον ' Αθηναίο στρατηγό Νικία ως κακός οιωνός, μπορούμε να καθορίσουμε χρονολογικά την αποτυχία της εκστρατείας των Αθηναίων στη Σικελία κατά την δευτέρα περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου.
Εξ άλλου έχουμε και αστρονομικά φαινόμενα με περιοδικό χαρακτήρα, πού επαναλαμβάνονται, δηλαδή, κατά κανονικά χρονικά διαστήματα, αυστηρά καθορισμένα, όπως είναι οι εκλείψεις ήλιου και σελήνης, η συνοδός δύο ή περισσοτέρων πλανητών, η εμφάνιση (ορισμένων κομητών κλπ.). ' Επομένως ο χρόνος, κατά τον όποιο συνέβη στο παρελθόν ένα τέτοιο γεγονός, είναι δυνατόν να υπολογισθεί στη βάση των φυσικών νόμων πού κυβερνούν το Σύμπαν. Κατά συνέπεια μπορούμε να καθορίσουμε ορισμένα κοινωνικά ή κοσμικά γεγονότα, πού συνδέονται με τέτοια αστρονομικά φαινόμενα.
6. Το άστρο και οι Μάγοι.
Το γεγονός της γεννήσεως του ' Ιησού Χρίστου συνδέεται με την εμφάνιση αστέρος, τον όποιο είδαν οι Μάγοι στην ' Ανατολή (σχ. 1) και ήλθαν να προσκυνήσουν τον τεχθέντα βασιλέα. Οι Μάγοι, όπως γράφει ο ' Ηρόδοτος, αποτελούσαν τάξη ή φυλή των Μήδων, από την οποία προέρχονταν οι ιερείς και οι ασχολούμενοι με τους αστέρες. Από τους Μήδους οι Μάγοι ήλθαν και στην Περσία. Μάγοι λέγονταν στους Βαβυλώνιους και οι σοφοί ιερείς του Βάαλ, οι οποίοι από το ναό του θεού τούτου παρατηρούσαν τους αστέρες και προσπαθούσαν να διαγνώσουν το μέλλον και τις τύχες των ανθρώπων.
Οι Μάγοι, λοιπόν, ήταν διδάσκαλοι και σοφοί, ανήκαν στην τάξη των Ιερέων και καλλιεργούσαν την αστρολογία. ' Η αστρολογία ήταν τότε όπως και σήμερα ψευδεπιστήμη, η οποία παραδέχεται την επίδραση των σχημάτων ομάδων αστέρων των αντικειμένων ή προσώπων πού μοιάζουν με τους αστερισμούς και των θέσεων στον ουρανό, του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών (σχ. 2) στη ζωή του ανθρώπου. Είναι ουσιαστικά μία πρωτόγονη θρησκεία πού έχει την καταγωγή της από τους αρχαίους Βαβυλώνιους. Οι Μάγοι ασχολούνταν με την αστρολογία πού ήταν ανάμικτη με την αστρονομία και από τις αστρονομικές παρατηρήσεις έβγαζαν συμπέρασμα για το μέλλον των ανθρώπων. Η αστρονομία όμως αναπτύχθηκε και διαμορφώθηκε σαν ανεξάρτητη, πραγματική επιστήμη, στην αρχαία Ελλάδα - 6ο έως 2ο αιώνα π.Χ., - πού μελετούσε τους αστέρες, για να βρει τους νόμους πού τους κυβερνούν. Και εύρισκε - νόμους παγκόσμιους πού κυβερνούν το μεγαλειώδες Σύμπαν.
' Η εμφάνιση, λοιπόν, του άστρου στην Ανατολή υπήρξε η αφορμή να ξεκινήσουν οι σοφοί Μάγοι για το μακρινό ταξίδι στην Παλαιστίνη με σκοπό να προσκυνήσουν τον τεχθέντα Βασιλέα. 'Αλλά τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ; Ήταν πραγματικός αστέρας, πού έλαμπε στον ουρανό και εντυπωσίασε τους Μάγους; Πότε εμφανίσθηκε και ποια άλλα στοιχεία γνωρίζουμε γι’ αυτό;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'.
Αστρονομικά στοιχεία
για τον αστέρα και απίθανες εκδοχές
1. Δεδομένα και διαπιστώσεις.
Για τον αστέρα των Μάγων έχουμε στην πραγματικότητα μια μόνο αυθεντική πληροφορία, του Ευαγγελιστή Ματθαίου. Εμμέσως παρέχει ορισμένα χρονολογικά στοιχεία και ο Ευαγγελιστής Λουκάς. "Ας παρακολουθήσουμε τα γραφόμενα τους.

Ό Ματθαίος ιστορεί:
Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, ιδούμάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα
λέγοντες- που έοτιν ό τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; εϊδο-
μεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή καί ήλθομεν προσκυνή-
σαι αύτω.
Άκούσας δε Ηρώδης ό βασιλεύς έταράχθη καί πάσα Ιερο
σόλυμα μετ' αυτού,
καί συναγαγών πάντας τους αρχιερείς καί γραμματείς του
λαού έπυνθάνετο παρ' αυτών που ό Χριστός γεννάται.
οι δε είπον αύτω· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, ούτω γαρ γέγρα-
πται δια του προφήτου·
Καί συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ήγε-
μόσιν Ίούδα' εκ σου γαρ έξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμα-
νεϊ τον λαόν μου τον Ισραήλ.
Τότε ό Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ήκρίβωσε παρ'
αυτών τον χρόνον του φαινομένου αστέρος,
καί πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε· πορευθέντες ακριβώς
εξετάσατε περί του παιδιού, έπάν δε ευρητε, απαγγείλατε μοι,
όπως κάγώ έλθών προσκυνήσω αύτω.

οί δε άκούσαντες του βασιλέως έπορεύθησαν καί ιδού ό
αστήρ όν ειδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς, έως έλθών έστη
επάνω ου ην το παιδίον
ΐδόντες δε τον αστέρα έχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα,
καί έλθόντες εις την οίκίαν εΐδον το παιδίον μετά Μαρίας της
μητρός αυτού, καί πεσόντες προσεκύνησαν αύτω καί άνοίξαντες
τους θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αύτω δώρα, χρυσόν καί
λίβανον καί σμύρναν
και χρηματισθέντες κατ' όναρ μη άνακάμψαι προς Ήρώδην,
δι' άλλης οδού άνεχώρησαν εις την χωράν αυτών...
16 Τότε Ηρώδης ίδών ότι ένεπέχθη υπό των μάγων, έθυμώθη λίαν,
καί άποστείλας άνείλε πάντας τους παϊδας τους εν Βηθλεέμ καί
εν πάσι τοις όρίοις αυτής από διετούς καί κατωτέρω, κατά τον χρόνον
όν ήκρίβωσε παρά των μάγων».


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2014/11/blog-post_26.html#ixzz3KpfmdO5s

ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΑΣΚΗΝΟΣ - ΕΙΚΟΝΕΣ

 



Επειδή ορισμένοι μας κατηγορούν ότι προσκυνούμε και τιμούμε την εικόνα του Σωτήρα και της Δέσποινάς μας, και ακόμη τις εικόνες των υπολοίπων αγίων και διακόνων του Χριστού, ας μάθουν ότι εξαρχής ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα. Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, προσκυνούμε ο ένας τον άλλο, παρά μόνο διότι έχουμε πλασθεί κατ’ εικόνα Θεού; Διότι, όπως λέει ο θεοφόρος και βαθύς γνώστης των θείων Βασίλειος, «η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο· και πρωτότυπο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, του οποίου γίνεται αντίγραφο. Για ποιό λόγο, ακόμη, ο λαός του Μωϋσή προσκυνούσε γύρω από τη σκηνή, που εικόνιζε και προτύπωνε τα επουράνια ή καλύτερα όλη τη δημιουργία; Λέει μάλιστα ο Θεός στο Μωϋσή: «Πρόσεξε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το πρότυπο που είδες στο Όρος». Και τα Χερουβείμ, επίσης, που έριχναν τη σκιά τους στο θυσιαστήριο, δεν ήταν ανθρώπινα κατασκευάσματα; Τί ήταν πάλι ο περίφημος ναός των Ιεροσολύμων; Δεν ήταν χειροποίητος και κτισμένος με την ανθρώπινη τέχνη; Η Αγία Γραφή όμως κατηγορεί αυτούς που προσκυνούν τα γλυπτά, αλλά και όσους θυσιάζουν στα δαιμόνια. Θυσίαζαν βέβαια οι ειδωλολάτρες, θυσίαζαν όμως και οι Ιουδαίοι· οι ειδωλολάτρες θυσίαζαν στους δαίμονες, ενώ οι Ιουδαίοι στο Θεό. Και η θυσία των ειδωλολατρών ήταν απορριπτέα και κατακριτέα, ενώ των δικαίων ευπρόσδεκτη από το Θεό. «Θυσίασε, δηλαδή, ο Νώε και μύρισε ο Θεός οσμή ευωδίας», καθώς με την ευωδία αποδέχτηκε την καλή προαίρεση και την ευχαριστία (του Νώε) προς αυτόν. Έτσι, τα γλυπτά των ειδωλολατρών, επειδή απεικόνιζαν δαίμονες είναι απορρίψιμα και απαγορευμένα. Επιπλέον, ποιός μπορεί να φτιάξει ομοίωμα του αόρατου, ασώματου, απερίγραπτου και ασχημάτιστου Θεού; Η απεικόνιση του θείου αποτελεί ακραία παραφροσύνη και ασέβεια. Γι’ αυτό η χρήση εικόνων δεν ήταν συνηθισμένη στην Παλαιά Διαθήκη. Αφότου όμως ο Θεός, από την πολλή του αγάπη, έγινε αληθινός άνθρωπος για τη σωτηρία μας, όχι όπως εμφανίσθηκε στον Αβραάμ με μορφή ανθρώπου, ούτε όπως στους προφήτες, αλλά έγινε στην ουσία αληθινά άνθρωπος· έζησε πάνω στη γη «και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», έκανε θαύματα, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και όλα αυτά ήταν αληθινά γεγονότα· οι άνθρωποι τον είδαν και τα έγραψαν αυτά για να τα γνωρίσουμε κι εμείς, και να τα διδαχθούν όσοι δεν έζησαν εκείνη την εποχή, για ν’ αξιωθούμε το μακαρισμό του Κυρίου (που λέει) ότι, αν και δεν είδαμε, ακούσαμε μόνο και πιστέψαμε.
Επειδή όμως δεν γνωρίζουν όλοι γράμματα και ούτε ασχολούνται με τη μελέτη, οι Πατέρες αποφάσισαν ν’ απεικονισθούν αυτά σε εικόνες, όπως απεικονίζονται κάποια ανδραγαθήματα, για σύντομη υπενθύμηση. Διότι, χωρίς αμφιβολία, πολλές φορές, ενώ δεν έχουμε στο νου το πάθος του Κυρίου, βλέποντας την εικόνα της σταυρώσεως του Χριστού, θυμόμαστε το σωτήριο πάθος του και κάνοντας μετάνοια προσκυνούμε όχι την ύλη, αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο· όπως ακριβώς, δεν προσκυνούμε την ύλη του Ευαγγελίου ή του σταυρού αλλά το σχήμα. Διότι, σε τί διαφέρει ο σταυρός που δεν έχει τη μορφή του Κυρίου από εκείνον που την έχει; Το ίδιο και με τη Θεοτόκο· η τιμή, δηλαδή, προς το πρόσωπό της απευθύνεται στο γιό της, που έλαβε σάρκα απ’ αυτήν. Παρόμοια, και τα κατορθώματα των αγίων μας παρακινούν στην ανδρεία, το ζήλο, τη μίμηση της αρετής τους και για τη δόξα του Θεού. Διότι, όπως είπαμε, η τιμή προς τους συνδούλους μας, που αποδείχτηκαν ευγνώμονες, φανερώνει την καλή διάθεση προς τον κοινό δεσπότη· και η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο (πρόσωπο). Υπάρχει ακόμη άγραφη παράδοση, όπως προσκυνούμε στραμένοι στην ανατολή, να προσκυνούμε και το σταυρό· και άλλες πολλές παρόμοιες παραδόσεις. Διηγούνται κι ένα σχετικό περιστατικό. Όταν ο Αύγαρος βασίλευε στην πόλη της Έδεσσας, έστειλε ένα ζωγράφο για να κάνει πανομοιότυπη εικόνα με τη μορφή του Κυρίου. Ο ζωγράφος όμως δεν τα κατάφερε, διότι το πρόσωπο του Κυρίου έλαμπε εκθαμβωτικά. Τότε ο ίδιος Κύριος άγγιξε ένα κομάτι ύφασμα στο θείο και ζωοποιό πρόσωπό του και αποτύπωσε σ’ αυτό τη μορφή του. Έτσι, έστειλε το ύφασμα στον Αύγαρο με την απεικόνιση που τόσο ποθούσε. Επίσης, οι Απόστολοι μας έχουν μεταφέρει πολλές άγραφες παραδόσεις, όπως γράφει ο απόστολος των εθνών Παύλος: «Επομένως, αδελφοί, προσέχετε να διατηρείτε τις παραδόσεις μας, που σας διδάξαμε είτε προφορικά είτε γραπτά. Και τους Κορινθίους (γράφει): «Σας επαινώ, αδέλφια μου, διότι θυμάσθε όλα τα δικά μου, και διατηρείτε τις παραδόσεις που σας μετάδωσα».


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2010/02/blog-post_21.html#ixzz3KpaySpfe

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ.

Ἕνας ἀδελφὸς ἔκανε συνεχῶς αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὸ Θεό:
- Κύριε, δὲν ἔχω φόβο Θεοῦ! Στεῖλε μου λοιπὸν κεραυνὸ ἢ καμιὰν ἄλλη τιμωρία ἢ ἀρρώστια ἢ δαιμόνιο, μήπως κι ἔτσι ἔρθει σὲ φόβο ἡ πωρωμένη μου ψυχή.

***


Ἄλλοτε πάλι παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:
- Ξέρω πὼς ἔχω πολὺ ἁμαρτήσει ἐνώπιόν Σου, Δέσποτα, καὶ πὼς εἶναι ἀναρίθμητα τὰ σφάλματά μου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τολμῶ νὰ Σοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσεις. Ἂν ὅμως εἶναι δυνατόν, συγχώρεσέ με γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία Σου. Ἂν πάλι εἶναι ἀδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ μὴ μὲ κολάσεις στὴν ἄλλη. Κι ἂν εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη ἀδύνατον, στεῖλε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας καὶ ἀλάφρωσέ μου ἐκεῖ τὴν κόλαση. Ἄρχισε μόνο ἀπὸ τώρα νὰ μὲ τιμωρεῖς. Ἀλλὰ τιμώρησέ με σπλαγχνικά, ὄχι μὲ τὴν ὀργή Σου, Δέσποτα.
Ἔτσι λοιπὸν μετανοοῦσε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο κι αὐτὰ ἔλεγε μὲ δάκρυα ἱκετευτικά, ὁλόθερμα καὶ ὁλόψυχα, λιώνοντας καὶ τσακίζοντας σῶμα καὶ ψυχὴ μὲ νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ ἄλλες κακουχίες.
Μιὰ μέρα καθὼς καθόταν καταγῆς, ὅπως συνήθιζε, θρηνώντας καὶ φωνάζοντας σπαραχτικά, ἀπὸ τὴν πολλή του λύπη, νύσταξε κι ἀποκοιμήθηκε.
Καὶ νά! Παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ λέει μὲ φωνὴ γεμάτη ἱλαρότητα:
- Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;
Ὁ ἀδελφὸς Τὸν ἀναγνώρισε καὶ ἀποκρίθηκε ἔντρομος:
- Γιατὶ ἔπεσα, Κύριε!
- Ἔ, σήκω!
- Δὲν μπορῶ, Δέσποτα, ἂν δὲν μοῦ δώσεις τὸ χέρι Σου!
Τότε Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὸ χέρι Του, ἔπιασε τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν σήκωσε.
Μὰ κι ὅταν αὐτὸς σηκώθηκε, συνέχισε νὰ θρηνεῖ.
- Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου; Γιατί εἶσαι λυπημένος; τοῦ ξαναλέει ὁ Κύριος μὲ ἁπαλὴ καὶ ἱλαρὴ πάλι φωνή.
- Δὲν θέλεις, Κύριε, νὰ κλαίω καὶ νὰ λυπᾶμαι, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, ποὺ τόσο πολὺ Σὲ πίκρανα, ἂν καὶ ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθὰ ἀπὸ Σένα;
Ἐκεῖνος ἅπλωσε ξανὰ τὸ χέρι Του, τ᾿ ἀκούμπησε στὸ κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
- Μὴ λυπᾶσαι πιά. Γιατὶ ἂν ἔδωσα τὸ αἷμα μου γιὰ σένα, πολὺ περισσότερο θὰ δώσω συγχώρηση καὶ σὲ σένα καὶ σὲ κάθε ἄλλη ψυχὴ ποὺ γνήσια μετανοεῖ.
Μόλις συνῆλθε ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὴν ὀπτασία, ἔνιωσε τὴν καρδιά του γεμάτη χαρά. Ἔτσι πληροφορήθηκε πὼς ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Κι ἀπὸ τότε ζοῦσε μὲ πολλὴ ταπείνωση, εὐχαριστώντας Τον.

***

Εἶπε ἕνας γέροντας:
Ἂν πέσεις σὲ μία ἁμαρτία καὶ σηκωθεῖς κι ἀρχίσεις νὰ θλίβεσαι καὶ νὰ μετανοεῖς γι᾿ αὐτήν, πρόσεξε νὰ μὴ σταματήσεις τὴ λύπη καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου. Ἀλλιῶς θὰ πέσεις πάλι γρήγορα στὸν ἴδιο βόθρο.
Ἡ κατὰ Θεὸν λύπη εἶναι γιὰ τὴν ψυχὴ χαλινάρι, ποὺ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ πέσει.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

         

Ναυπάκτου Ιερόθεος : "μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία."


Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται μια τάση που παρετηρείτο και παλαιότερα, δηλαδή επικρατεί μια «φρενίτις» μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων και μάλιστα των λειτουργικών ευχών με απρόβλεπτες συνέπειες.

Μια από τις συνέπειες, η χαρακτηριστικότερη, είναι να δημιουργούνται νέες ευχές της θείας Λειτουργίας, με την χρησιμοποίηση ομηρικών λέξεων. Δηλαδή, ενώ μερικές κινήσεις απλοποιούν τις ευχές στην λειτουργική γλώσσα, άλλες τις «εμπλουτίζουν» με ομηρικές λέξεις, πράγμα που δεν έκαναν οι Πατέρες της Εκκλησίας που γνώριζαν πολύ καλά και τον Όμηρο.

Θεωρώ ότι όλη αυτή η νοοτροπία πρέπει να αντιμετωπισθή από την Ιερά Σύνοδο, γιατί οι αυθαιρεσίες πρέπει να σταματήσουν. Στις ημέρες μας επιχειρείται αυτό που δεν γινόταν επί Τουρκοκρατίας, αν και τότε το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλό, ενώ σήμερα υψηλό.

Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθή από πολλούς εναντίον της μεταφράσεως των λειτουργικών ευχών, ακόμη και τότε που ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προσπάθησε να εισαγάγη την παράλληλη ανάγνωση των βιβλικών κειμένων και στην δημοτική γλώσσα και όπως είναι γνωστόν ο ίδιος αντιλήφθηκε την ζημιά που γινόταν στην ενότητα της Εκκλησίας και επανέφερε τα πράγματα στα παραδεδομένα. Πόσον μάλλον θα προκαλέση ζημιά η νέα τάση το να αλλοιώνωνται τα κείμενα της θείας Λειτουργίας, των ιερών Μυστηρίων και άλλων λειτουργικών κειμένων και να εισάγεται η δημοτική γλώσσα όχι παράλληλα με το πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποκλειστικά. Κινδυνεύουμε να δούμε σχίσματα μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας μας.

Παρακάμπτοντας πολλά επιχειρήματα κατά της εισαγωγής της δημοτικής γλώσσας στην

θεία Λατρεία που ήδη έχουν διατυπωθή, θα αρκεσθώ μόνον στο να τονίσω ότι μια τέτοια προσπάθεια συνιστά έλλειμμα αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, για να μην εκφρασθώ πιο σκληρά. Δείχνει ότι δεν υπάρχει η στοιχειώδης ορθόδοξη θεολογία, η μάλλον με
τέτοιες ενέργειες εκφράζεται μια επιφανειακή ορθόδοξη θεολογία, που στηρίζεται στην πρακτική ωφελιμότητα. Η νοοτροπία αυτή ξεκινά από μια ποιμαντική ανάγκη, αλλ' όμως επιλέγεται η πιο εύκολη λύση. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια επιρροή από τον δυτικό σχολαστικισμό.

Ουσιαστικά, αυτή η νοοτροπία συνδέεται με τον «τελευταίο πειρασμό» του Χριστού που αντιμετώπισε επάνω στον Σταυρό από τους παρευρισκομένους εκεί: «σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού... ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν αυτώ» (Μαρκ. ιε , 30-32).

Όπως οι σύγχρονοι του Χριστού Ιουδαίοι, και μάλιστα οι Γραμματείς και οι Αρχιερείς, ήθελαν να κατεβή ο Χριστός από τον Σταυρό για να πιστεύσουν σε Αυτόν ότι είναι υιός του Θεού, ουσιαστικά ενέπαιζαν τον Χριστό, έτσι και τώρα με την πράξη της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, κατά κάποιον τρόπο, θέλουν να κατεβάσουν την γνώση της θείας Λειτουργίας στο λογικό επίπεδο και όχι στην βίωση του μυστηρίου του Σταυρού. Ο Ιγνάτιος Μπραντζιανίνωφ έλεγε: «Ο Σταυρός είναι η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας».

Όμως, όπως ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτό το αίτημα και παρέμεινε στον Σταυρό, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από τον θάνατο, έτσι και εδώ, τηρουμένων των αναλογιών, πρέπει η θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια να παραμείνουν στο ύψος της ορθοδόξου θεολογίας, που είναι εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως, και όχι να κατεβούν στο επίπεδο της νοησιαρχίας, του ορθολογισμού.

Λυπάμαι που κάνω αυτήν την αναφορά, αλλά θα προσπαθήσω να το επεξηγήσω με τα ακόλουθα.

1. Η γλώσσα των συμβόλων

Μέσα στην θεία λατρεία εκτός από την λεκτική γλώσσα υπάρχει και η γλώσσα των συμβόλων, δια της οποίας γίνονται κατανοητά και όσα δεν μπορούν να κατανοηθούν δια της γλωσσικής διατυπώσεως, η οποία ούτως η άλλως δεν είναι αρκετή για την πλήρη κατανόηση των λεγομένων και γιγνομένων.

Η γλώσσα των συμβόλων βιώνεται με το άναμμα του κεριού, τον ασπασμό των ιερών εικόνων, τις κανδήλες που φωτίζουν με το ιλαρό φως τους, τα ιερά σκεύη και όλα τα ευρισκόμενα και τελούμενα στον Ιερό Ναό, με τον τρόπο που γίνεται η Μικρά και η Μεγάλη Είσοδος, με την τυπική διάταξη των ιερών Ακολουθιών, με τις ιερατικές κινήσεις και ευλογίες κ.α.

Αξίζει να σημειωθή ότι ο Ιερεύς προκειμένου να εκφωνήση την αποστολική ευλογία η να ειρηνεύση, συγχρόνως ευλογεί και δια της χειρός τους παρευρισκομένους, οπότε η γλώσσα των λέξεων συμπληρώνεται με την γλώσσα των συμβόλων. Υπάρχει δε περίπτωση κάποιος να δη την Χάρη της ευλογίας, όπως συνέβη με έναν Τούρκο, τον Αχμέτ, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αλλά είδε τον Πατριάρχη να ευλογή και δια της ευλογίας είδε τις ακτίνες της θείας Χάριτος να εκπορεύωνται από την ευλογούσα χείρα του και να κατευθύνωνται στις κεφαλές όλων των παρισταμένων Χριστιανών, εκτός της δικής του, πράγμα που τον έκανε να πιστεύση στον Χριστό, να βαπτισθή και στην συνέχεια να μαρτυρήση.

Μέσα στην θεία Λειτουργία και μόνον με την γλώσσα των συμβόλων μπορεί να συμμετάσχη το μικρό παιδί, ο κωφάλαλος, αλλά και εμείς όταν συμμετέχουμε σε θεία Λειτουργία που γίνεται σε ξένες γλώσσες, τις οποίες δεν κατάνοούμε λογικά. Η ταύτιση της συμμετοχής μας στην θεία Λειτουργία η την λατρεία μόνον με την λεκτική γλώσσα, παραθεωρώντας την σημασία της συμβολικής γλώσσας, ουσιαστικά θεωρεί ότι πολλές κατηγορίες Χριστιανών δεν συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία.

Επομένως, η υποτίμηση της γλώσσας των συμβόλων και η υπερτίμηση της λογικής επεξεργασίας στην μέθεξη της θείας λατρείας αποτελεί σοβαρό θεολογικό πρόβλημα.

2. Η λογικοκρατική θεώρηση της λατρείας

Η μετάφραση ευχών με σκοπό να κατανοηθή η θεία Λειτουργία, αναποδράστως οδηγεί στην άποψη ότι εκλαμβάνεται η λογική ως κέντρο της εκκλησιαστικής και μυστηριακής ζωής, πράγμα που συνιστά την λογικοκρατία και τον ορθολογισμό.

Λέγοντας αυτά, γνωρίζω ότι άλλο είναι ο ορθός λόγος που είναι απαραίτητος για την συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων, για την συγκρότηση και διάρθρωση της σκέψεως σε λογικά σχήματα, σε προτάσεις και την χρησιμοποίηση των λέξεων, και άλλο είναι ο ορθολογισμός που θεωρεί κέντρο όλων των πραγμάτων την λογική και δι' αυτής ερμηνεύει ακόμη και όσα έχουν σχέση με τον Θεό και τον άνθρωπο.

Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει μόνον την λογική ενέργεια, αλλά έχει και άλλες ενέργειες, όπως την νοερά ενέργεια, την φαντασία, την αίσθηση κλπ. Ακόμη, η λογική δεν είναι πηγή της γνώσεως, ακόμη και για τα ανθρώπινα πράγματα. Γι' αυτό και στην επιστήμη αναπτύχθηκε η λεγόμενη «συναισθηματική νοημοσύνη» που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο «δύο μυαλά», ήτοι η λογική και το συναίσθημα και θεωρεί ότι είναι αναπηρία το να απολυτοποιή κανείς μόνον την λογική. Αυτό αποδεικνύεται και από την απεικόνιση του εγκεφάλου.

Επίσης, στις ημέρες μας αναπτύχθηκε και η λεγομένη υπαρξιακή φιλοσοφία και ψυχολογία, που θεωρούν ότι πέρα από την λογική υπάρχουν και άλλες λειτουργίες στο ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται και το λάθος του διαφωτισμού, όπως απέδειξε αργότερα ένα άλλο ρεύμα ο ρομαντισμός, και αργότερα η μετανεωτερικότητα, που κατέρριψε την αυθεντία της λογικής.

Εάν αυτό συμβαίνη στα ανθρώπινα πράγματα, πολύ περισσότερο συμβαίνει στην ορθόδοξη θεολογία. Είναι γνωστόν ότι η άποψη ότι κέντρο της θείας γνώσεως είναι η λογική και η επεξεργασία που γίνεται από αυτήν, δημιούργησε τον σχολαστικισμό και όλο αυτό το σχολαστικό-ορθολογικό σύστημα που συναντούμε στον Θωμά τον Ακινάτη και μάλιστα στο έργο του «Summa Theologica».

Διαποτισμένος και ο Βαρλαάμ από τον δυτικό σχολαστικισμό έφθασε σε έναν αγνωστικισμό και ακόμη υποτιμούσε τις Αποκαλύψεις του Θεού και γι' αυτό θεωρούσε τους αρχαίους Έλληνας φιλοσόφους ανώτερους των Προφητών και των Αποστόλων. Θεωρώντας ότι η λογική είναι το ευγενέστερο στοιχείο του ανθρώπου που δόθηκε από τον Θεό, έθετε σε υποδεέστερη θέση τις οράσεις των Προφητών, που τις θεωρούσε «χείρω της ημετέρας νοήσεως».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κονιορτοποίησε κυριολεκτικά το σημείο αυτό, γιατί, όπως δίδαξε, οι οράσεις των Προφητών, το άκτιστο Φως που είδαν οι Μαθητές στο Όρος Θαβώρ είναι μεγάλη αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού στον άνθρωπο. Οπότε οι αγράμματοι Μαθητές αποδείχθηκαν ανώτεροι από τους φιλοσόφους που είχαν έντονη λογική.

Παρέθεσε μάλιστα πλήθος αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, όπως και το εκπληκτικό χωρίο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ότι οι ορθόδοξοι θεολογούν «αλιευτικώς (όπως οι αγράμματοι Απόστολοι που ήταν αλιείς) και όχι αριστοτελικώς». Είναι δε κλασσικό το απόφθεγμα του ίδιου Αγίου: «θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι (=στοχασθήναι) δε αδυνατώτερον». Δεν μπορεί κανείς με την λογική να κατανοήση τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου και στην συνέχεια η λογική διατυπώνει, όσον είναι δυνατόν, αυτήν την Αποκάλυψη.

Το εκπληκτικό σύγγραμμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Περί των ιερώς ησυχαζόντων», οι λεγόμενες «Τρεις τριάδες», αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό και ουσιαστικά έχει κατοχυρωθεί συνοδικά.

Η άποψη ότι απαιτείται η λογική κατανόηση των λειτουργικών κειμένων για να συμμετέχουμε στην θεία λατρεία και να αποκτήσουμε την γνώση του Θεού αποκλείει τους αγραμμάτους από την λατρεία και την θεογνωσία, στερεί τα βρέφη, τα νήπια και τα παιδιά από την λατρεία και την θεία Κοινωνία.

Ο δυτικός σχολαστικισμός είναι εκείνος που οδήγησε στην πρακτική της αποσυνδέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος από το μυστήριο του Χρίσματος και κατ' επέκταση από το μυστήριο της θείας Κοινωνίας μέχρι την εφηβεία. Η βάση αυτής της πρακτικής είναι ότι για να δεχθή το παιδί το Χρίσμα και να λάβη την θεία Κοινωνία πρέπει να κατανοή με την λογική του τα γινόμενα.

Εμείς χρίουμε τα βρέφη και τα κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, γιατί γνωρίζουμε από την θεολογία μας ότι και τα βρέφη λαμβάνουν την Χάρη του Θεού και πριν αναπτυχθή ο εγκέφαλος και η λογική, αφού και τότε ενεργεί μέσα τους η νοερά ενέργεια. Ακόμη και τα έμβρυα μπορούν να λαμβάνουν το Άγιον Πνεύμα, όπως έγινε με τον Τίμιο Πρόδρομο, που όταν ήταν έμβρυο έξι μηνών έγινε από τότε Προφήτης και κατέστησε και την Μητέρα του Προφήτιδα, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

Αισθάνομαι ότι μια σχολαστική νοοτροπία επιχειρείται να εισαχθή στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων, ότι πρέπει να καταλαβαίνουμε τα κείμενα λογικά για να συμμετέχουμε, πράγμα που ανατρέπει την βασική θεολογική αρχή περί της διπλής μεθοδολογικής γνώσεως, σύμφωνα με την οποία με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την κτιστή αλήθεια και με άλλον τρόπο γνωρίζει κανείς την άκτιστη αλήθεια, τον Θεό, και μετέχει αυτής. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μια ενιαία αλήθεια για τον Θεό και τον κόσμο, και δεν υπάρχει μια ενιαία μέθοδος γνώσεως του Θεού και του κόσμου, όπως υπεστήριζε στην πράξη ο δυτικός σχολαστικισμός.

Επομένως, η λογικοκρατική θεώρηση της θείας Λατρείας εισάγει ένα είδος σχολαστικισμού στην ορθόδοξη θεολογία.

3. Η λογική και νοερά λατρεία

Συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η λατρεία της Εκκλησίας διαιρείται σε λογική λατρεία και νοερά λατρεία και ο άνθρωπος που ζη πραγματικά μέσα στην Εκκλησία μπορεί να μετέχη παράλληλα και στις δύο λατρείες. Αυτή είναι η βάση του ορθοδόξου ησυχασμού, της ορθοδόξου νηπτικής ζωής. Κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ψυχή του ανθρώπου είναι λογική και νοερά. Κατ' επέκταση υπάρχει η λογική λατρεία και η νοερά λατρεία.

Από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι τα βρέφη έχουν νοερά ενέργεια, δια της οποίας μπορούν να βλέπουν αγγέλους και αγίους, ενώ δεν έχει ακόμη αναπτυχθή η λογική λειτουργία του εγκεφάλου, που θα τελειοποιηθή αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγαλώνη.

Έτσι, κατά την θεία Λειτουργία δεν αρκεί μόνον η ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας, αλλά κυρίως η ανάπτυξη της νοεράς λειτουργίας. Δηλαδή, η μετάφραση της αποστολικής ευλογίας στην δημοτική γλώσσα, ως «η Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος να είναι μαζί σας», δεν θα μπορέση ποτέ να δώση στον άνθρωπο να καταλάβη λογικώς τι είναι Χάρη του Κυρίου, η αγάπη του Θεού Πατέρα και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, τι είναι ο Τριαδικός Θεός και πως μπορούμε να μεθέξουμε της Χάριτός Του.

Αυτή η γνώση είναι θέμα νοεράς καρδιακής εμπειρίας. Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο για αρραβώνα που δίνεται στην καρδιά: «Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β Κορ. α , 21-22).

Άλλωστε, ο Χριστός στους μακαρισμούς Του τόνισε την απαραίτητη προϋπόθεση της καθαρής καρδιάς για την όραση του Θεού και όχι την έξαψη της λογικής: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε', 8). Το ίδιο συναντούμε και στις επιστολές των Αποστόλων, όπου γίνεται λόγος για την καρδιά ως προϋπόθεση και βάση της θεοπτίας.

Είναι δε γνωστόν ότι ο Χριστός όταν εμφανίσθηκε στους Μαθητές Του «διήνοιξεν αυτών τον νουν του συνιέναι τας γραφάς» (Λουκ. κδ , 45). Η γνώση του μυστηρίου που εκφράζεται με λέξεις γίνεται στον νου του ανθρώπου δια της Αποκαλύψεως του Θεού. Αυτό το βλέπουμε εμφανώς στην ευχή προ του Ευαγγελίου: «Έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως και τους της διανοίας ημών διάνοιξον οφθαλμούς (τον νου) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν... Συ γαρ ει ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων ημών...».

Ο βασικός σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να κατανοήση λογικώς τις λέξεις, αλλά να εισέλθη στο βάθος του μυστηρίου, να βιώση και να μεθέξη την κένωση του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της αποκαλύψεως του Θεού στην καθαρή καρδιά του. Γι' αυτό και η αποφατική θεολογία είναι «ο Γολγοθάς της ανθρώπινης λογικής».

Αυτό σημαίνει ότι η θεία Λειτουργία, που είναι λογική λατρεία, συνδέεται στενά και με την νοερά λατρεία. Άλλωστε, η Βασιλεία του Θεού για να την οποία κάνουν λόγο πολλοί σύγχρονοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί διδάσκαλοι, που είναι η φανέρωση και η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος του Θεού, δεν είναι υπόθεση λογικής επεξεργασίας, αλλά υπόθεση καθαρού νοός και καθαράς καρδίας.

Τα βρέφη, τα παιδιά και οι Άγιοι συμμετέχουν στην θεία Λειτουργία, κάνοντας νοερά λατρεία μπορεί να βλέπουν υπερκόσμια χοροστασία, για την οποία ομιλούν οι Άγιοι, μπορεί να βλέπουν αγγέλους, ενώ όσοι στηρίζονται στην λογική κατανόηση των λέξεων έχουν πλήρη άγνοια της γνώσεως του Μυστηρίου.

Στην βιογραφία του αγίου παπα-Νικόλα Πλανά διαβάζουμε ότι ένα παιδάκι που είχε ανεπτυγμένη την νοερά ενέργεια έβλεπε τον λειτουργούντα άγιο παπα-Νικόλα να υπερυψούται του εδάφους, και το φώναξε με ενθουσιασμό στην μητέρα του. Θεωρώ ότι το παιδάκι αυτό μετείχε της θείας Λειτουργίας πραγματικά, έστω κι αν δεν καταλάβαινε τις λέξεις, ενώ οι άλλοι που πρόσεχαν με την λογική απλώς παρακολουθούσαν. Η για να εκφρασθώ με άλλον τρόπο, δεν μπορώ να αποκλείσω το παιδάκι αυτό από την μέθεξη της λατρείας, επειδή δεν μπορούσε να κατανοήση τις λέξεις. Μάλλον θεωρώ ότι μετείχε της θείας Λειτουργίας καλύτερα από άλλους εγκρατείς φιλολόγους που γνωρίζουν την ετυμολογία και την έννοια των λέξεων.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «η ικανότης ημών εκ του Θεού, ος και ικάνωσεν ημάς διακόνους καινής διαθήκης, ου γράμματος, αλλά πνεύματος· το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β Κορ. γ , 5-6).

Επομένως, η παραθεώρηση της νοεράς λατρείας συνιστά έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας.

Γενικά, όσοι απλοποιούν τις λέξεις της θείας λατρείας ακόμη και αυτές που έχουν «υψηλό, εννοιολογικό, εικονικό, συμβολικό και βιωματικό επίπεδο» για να γίνουν κατανοητές λογικά αφ' ενός μεν καταστρέφουν τον πολιτισμικό μας πλούτο, αφ' ετέρου δε αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία στην πλήρη έκφρασή της. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική, ορθολογιστική, αλλά αποκαλυπτόμενο μυστήριο. Και το μυστήριο δεν κατανοείται απλώς λογικά.

Έτσι, από το γράμμα προχωρούμε στο πνεύμα μέσα από όλη την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι όσοι ακούνε αναλύσεις των γινομένων και πραττομένων στην θεία Λειτουργία –άλλωστε αυτή είναι η αξία του κηρύγματος– η όσοι μετέχουν τακτικά στην θεία Λειτουργία μπορούν να κατανοήσουν ευχερώς και το γράμμα, κυρίως όμως μπορούν να εισχωρήσουν στο πνεύμα με την καθαρότητα της καρδιάς και την γνώση της συμβολικής γλώσσας της Εκκλησίας.

Οι φιλοκαλικοί Πατέρες του 18ου αιώνος, ενώ έκαναν μεταγλωττίσεις σε διάφορα πατερικά κείμενα, δεν τόλμησαν να μεταγλωττίσουν τις ευχές της θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων, αν και το διανοητικό επίπεδο του λαού ήταν χαμηλό.
Οπότε, όσοι παραμένουν στο επίπεδο της λογικής κατανόησης των λειτουργικών κειμένων δείχνουν ότι αγνοούν την ορθόδοξη θεολογία, γι' αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο «τεχνολογούσι και ου θεολογούσι». Δεν χρειάζεται απλώς η λογική κατανόηση των κειμένων η μετάφρασή τους, αλλά η μύηση στην ζωή της Εκκλησίας και στο μυστήριο της κενώσεως του Χριστού και της θεώσεως του ανθρώπου.

Νομίζω ότι μερικοί σύγχρονοι έχουν έλλειμμα ορθοδόξου θεολογίας και εκφράζουν μια θεολογία, η οποία έχει επηρεασθή από τον παπικό σχολαστικισμό και τον προτεσταντικό ηθικισμό, γι' αυτό και αυτοσχεδιάζουν αυθαίρετα μέσα στην Εκκλησία.

ΡΟΜΦΑΙΑ
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ


ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ: Και άλλοι πατέρες τοποθετήθηκαν βέβαια, αλλά προσωπικά περίμενα την τοποθέτηση του αγίου αυτού και φωτισμένου επισκόπου, με αγωνία. Ωραίος,πολύ ωραίος ο επίσκοπος Ιερόθεος(όπως πάντα άλλωστε).

Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΩΣ ΒΙΩΜΕΝΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ



Κάποτε, μου συνέβη ένα γεγονός με το οποίο θα κλείσω, ήμουνα νεαρός πρεσβύτερος και διακονούσα σε κάποια χωριά έξω από την Θεσσαλονίκη και ταυτόχρονα ήμουνα βοηθός στην θεολογική σχολή ενός πολύ μεγάλου θεολόγου. Αυτό το οποίο ζούσα, γράφοντας και την διδακτορική διατριβή μου στην θεολογική σχολή ταυτόχρονα, ήταν μια φοβερή αντίθεση. Από την μία στην θεολογική σχολή είχα επαφή με τα μεγάλα της θεολογίας και παράδοξα και τα δυσνόητα και τα βαθυνόητα και από την άλλη σαν ένας παπάς σε 10 χωριά που μου είχε αναθέσει ο τότε επίσκοπός μου, τρία-τέσσερα χωριά στα οποία πήγαινα και έκανα τον ιεροκήρυκα, αυτό έκανα τότε. Ένοιωθα φοβερή μοναξιά, διότι δεν με καταλαβαίνανε, ή εγώ ευθυνόμουνα που δεν με καταλαβαίνανε.
Έλεγα λοιπόν 5 πράγματα, έβλεπα ότι ο κόσμος έ, άκουγε ότι άκουγε, γύρναγε έσκυβε το κεφάλι και εντάξει συνέχιζε κανονικά την ζωή του, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Η μοναξιά αυτή ήτανε βαρύ αίσθημα, έλεγα μα τι κάνω εγώ σαν παπάς αυτή την στιγμή, τι νόημα έχει να ξαναπάω την Κυριακή και να ξαναμιλήσω στον τάδε, χωριό αφού πάλι ...; ναι, δεν μπορούσα, δεν λέω ότι είναι εύκολο αλλά, σήμερα σας είπα διάλεξα να μιλήσω δύσκολα, θέλω να πω πιστεύω ότι το ακροατήριο έχει τέτοιες δυνατότητες, αλλά έμαθα πολλά από τότε, πάντως είχα μεγάλη δυσκολία. Λοιπόν κάποια στιγμή μου συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός, με το οποίο ο Θεός σαν να μου έμαθε πολλά πράγματα.
Μια από αυτές τις Κυριακές, τελείωσε η Θεία Λειτουργία, μου λέει ο παπάς, ένας απλός παπάς και δύο απλοί-απλούστατοι επίτροποι, αγράμματοι άνθρωποι, πάμε να πιούμε πάτερ έναν καφέ, προτού φύγεις. Μην φύγεις έτσι, εντάξει. Τελειώνει η Λειτουργία, εγώ πάντα θλιμμένα πολύ μέσα στην μοναξιά κλπ κλπ κλπ. Και πάμε να πιούμε τον καφέ στην πλατεία του χωριού. Εκεί λοιπόν που πίναμε τον καφέ, ξαφνικά γυρίζει ο ένας από τους επιτρόπους, με κοιτάζει και μου λέει:
- Λοιπόν πάτερ (-μου λέει) εγώ με τον κυρ-Γιάννη από εδώ (-κυρ-Γιάννης ήταν ο άλλος ο επίτροπος) είχαμε μία απορία. Ο ναός μας εδώ δεν ήταν καθαγιασμένος - δεν είχαν γίνει, ναι - και είχαμε την απορία, μη όντας καθαγιασμένος από τον επίσκοπο, τα μυστήρια και η Θεία Λειτουργία δεν ήταν κανονικά;
Λέω ωχ, ωχ τι γίνεται εδώ! τέτοια απορία, μου έκανε εντύπωση. Και λέει:
- Ξέρεις τι κάναμε, είπαμε να κάνουμε τρεις εβδομάδες νηστεία, για να μας δείξει ο Θεός. Και κάναμε, και πραγματικά μια Κυριακή προτού έλθει ο Δεσπότης να κάνει τα αυτά, είδαμε την ώρα της Θείας Λειτουργίας ξανά αυτό το φως.
Εγώ άρχισα να θορυβούμαι:
- Ποιο φως, τι φως;
- Εκείνο το φως, το αείφωτο, βλέπεις μετά τον ήλιο και νομίζεις ότι είναι σκοτάδι, ένα φως το οποίο κατεβαίνει και βλέπεις πράγματα, πολλά πράγματα, καταστάσεις, παρόν, παρελθόν, το μέλλον εκεί μέσα κλπ.
Άρχισα να συγκλονίζομαι, είχα να κάνω με ανθρώπους που είχαν την εμπειρία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου και βέβαια και ο άλλος ευλογούσε εκεί και ο απλός ο παπάς έλεγε κι αυτός ναι, ναι, ήτανε όλοι σαν ...; Ήταν συγκλονιστική η εμπειρία αυτή για μένα, βέβαια δεν σταμάτησε εκεί αλλά άρχισα να τον ψάχνω αυτόν τον επίτροπο, αυτόν τον απλό άνθρωπο.
- Πώς ζεις εσύ, (αφού έπαθα το σοκ το οποίο με συνόδευε για χρόνια μετά). Πώς ζεις εσύ;
- Έ πώς ζω εγώ, φτωχά.
- Τι κάνεις, πως ακριβώς περνάς την μέρα σου, τι ακριβώς κάνεις στην διάρκεια της μέρας;
- Δεν κάνω (-λέει) απολύτως τίποτα, δεν έχω (-λέει) κάποια ιδιαίτερη αυτή, αγαπώ τον Θεό αλλά λίγη υπομονή κάνω. Λίγη υπομονή κάνω.
Είχε υπομονή αυτός, ξέρεις τι θα πει υπομονή; Υπομονή σημαίνει αυτός ο σταυρός της ελευθερίας να αγκαλιάζει τους άλλους. Εκεί μέσα αποκαλύπτεται ο Θεός.
Αυτό είναι το μεγαλειώδες δίδαγμα, ο ησυχασμός είναι βιωμένη φυσιολογία, μην νομίζετε ότι ο ησυχασμός, εσείς οι θεολόγοι, είναι ατομική επίδοση όπως κάνουν οι ινδουιστές ή αυτοί οι οποίοι καταργούνε το θέλημα για να δούνε τα θεάματα. Είναι αυτό το άνοιγμα στην κοινωνία, και με τον τρόπο αυτόν γίνονται μεγάλες αποκαλύψεις τις οποίες εγώ φυσικά, ως υποψήφιος διδάκτωρ και μετέπειτα δεν αξιώθηκα, ούτε αξιώθηκα έκτοτε. Ευχαριστώ για την υπομονή σας.

π. Νικόλαος Λουδοβίκος


http://anastasiosk.blogspot.com/

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Γυναίκα πιστή αλλοίωσε τον άσωτο άνδρα της.

Γυναίκα πιστή αλλοίωσε τον άσωτο άνδρα της.
Μία ευλαβέστατη γυναίκα είχε άνδρα άσωτο, βλάσφημο και αυταρχικό.
Ή ίδια δυσκολευόταν ως σύζυγος αλλά έκανε πολλή υπομονή. Δεν ζήτησε σαν διέξοδο τον χωρισμό ούτε ανταπέδιδε όσα της έκανε ό δύστροπος σύζυγος της. Έκανε τάμα στην Παναγία να φορέσει σ' όλη της την ζωή μαύρα, αρκεί να φώτιση τον άνδρα της να έρθει στον δρόμο του Θεού.
Προσευχόταν συνεχώς και νήστευε για την μετάνοια του συζύγου της. Και ό φιλάνθρωπος Κύριος, «ό ποιών τον θέλημα των φοβούμενων Αυτόν και της δεήσεως αυτών επακούων», φώτισε τον άσωτο και έγινε υπόδειγμα καλού χριστιανού.
Μετανόησε, εξομολογήθηκε, έκοψε τα πάθη του και τώρα δεν λείπει από την Εκκλησία. Κάθε χρόνο πηγαίνει για σαράντα ημέρες και εργάζεται χωρίς αμοιβή σε μοναστήρια. Είναι γεμάτος φλόγα και ζήλο για τον Χριστό.
Λέει συχνά: «Τώρα πού γνώρισα τον Χριστό, να μου πουν να βάλω τον κεφάλι μου να μου τον κόψουν για την αγάπη του Χριστού, τον κάνω με όλη μου την καρδιά».
Πηγή: Από το βιβλίο «ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.»

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Περὶ τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν ᾿Αχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων»


Περὶ τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν ᾿Αχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων»

Ποι μαρτματα δν μς μποδζουν


π τν Θεα Κοινωνα*

«Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν,

καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ῎Αρτου ἐσθιέτω

καὶ ἐκ τοῦ Ποτηρίου πινέτω»

(Αʹ Κορινθ. ιαʹ 28)

ΟΙ ΑΓΙΟΙ Μακριος Κορνθου κα Νικδημος Αγιορετης,

ο γνωστο ατο πρμαχοι τς Συνεχος Μεταλψε-

ως τν ᾿Αχρντων το Χριστο Μυστηρων, στ περφημο

σχετικ βιβλο τους ντιμετωπζουν τν νστασι κα πορα

τν καλοπροαιρτων κατ τ λλα κενων Χριστιανν, ο

ποοι διαμαρτρονται κα λγουν γι σους μεταλαμβ-

νουν συχν: ≪Τχα κα ατο ς νθρωποι δν νοχλονται

π τ πθη γαστριμαργαν, κενοδοξαν, γλωτα, ργολογ-

αν κα σα μοια; Πς λοιπν θλουν ν κοινωνον συχν;≫

(Ενστασις Ηʹ).

Ο Αγιοι παντον στν νστασι ατ, πικαλομενοι

να θαυμσιο κεμενο το Αγου ᾿Αναστασου ᾿Αντιοχεας,

τ ποο παραθτουν πρτα ατοσιο κα κατπιν πλοποι-

ημνο γλωσσικς.

Ας προσξουμε διαιτρως τν γνμη ατ το Αγου

᾿Αναστασου, ποα κφρζει μ συντομα μα βαθει

πτυχ τς ᾿Ορθοδξου Πνευματικτητος: δικρισις τν -

μαρτημτων σ ≪εσυγχρητα≫ κα ≪βαρα≫, παρξις ≪δια-

φρων θυσιν≫, πο μς ≪προκαθαρουν≫ γι ν προσλ-

θουμε στ Ιερ Μυστρια κα βωσις τς Συνεχος Μετα-

2

νοας, ς παραιττου προϋποθσεως τς Συν-

εχος Μεταλήψεως.

Ας ντρυφσουμε μως στ ελογημνο

κεμενο το Αγου ᾿Αναστασου.

* * *

ΕΙΝΑΙ πολλο, ο ποοι πειδ κοινωνοσιν

ργ, κρημνζονται ες μαρτας, λλοι δ

πλιν, μεταλαμβνοντες συχντερα, φυλττου-

σιν αυτος πολλκις π πολλ κακ, πειδ

φοβονται π τν Αγαν Μετδοσιν («τὸ κρῖ-

μα τῆς Μεταλήψεως» ).

Λοιπν, νσως σφλλωμεν μ κποια παρα-

μικρ κα συγγνωστ μαρτματα καθ νθρω-

ποι («μικρά τινα καὶ εὐσυγχώρητα» ), λγου χ-

ριν κλεπτμεθα μ τν γλσσαν μ τν

κον μ τος φθαλμος πατμενοι π-

πτομεν ες κενοδοξαν λπην θυμν λλο

τοιοτον, ς κατακρνωμεν τν αυτν μας κα

ς μολογμεν νπιον το Θεο τν μαρτωλτητ μας («κα-

ταμεμφόμενοι ἑαυτοὺς καὶ ἐξομολογούμενοι τῷ Θεῷ» ) κα οτως

ς μεταλαμβνωμεν, πιστεοντες τι Θεα Κοινωνα μς γνε-

ται ες φεσιν μαρτιν κα ποκθαρσιν.

Ε δ κα κμνομεν μαρτματα βαρα τιν πονηρ σαρκικ

κα κθαρτα κα χομεν μ τν δελφν μας μνησικακαν, μ-

χρις ο μετανοσωμεν π τ τοιατα μαρτματα, ς μ τολμ-

σωμεν ν πλησισωμεν ες τ θεα Μυστρια («ἕως ἀξίως μετα-

νοήσωμεν, μηδαμῶς ἐφαψώμεθα» ).

᾿Αλλ᾿ πειδ κα εμεθα νθρωποι σαρκικο κα σθενες κα

μολυνμεθα μ πολλ μαρτματα, δωκεν ες μς Θες δια-

φρους θυσας ες φεσιν τν μαρτιν μας, τς ποας νσως

κα τς προσφρωμεν ες Ατν, μς καθαρζουσι κα μς κ-

μνουσιν πιτηδεους δι ν μεταλβωμεν («προκαθαίρουσιν ἡμᾶς

εἰς τὸ προσελθεῖν τοῖς Μυστηρίοις» ).

Δι τοτο λεημοσνη εναι «θυσία», τις καθαρζει τν

νθρωπον π μαρτας. Εναι καὶἄλλη «θυσία» σωτηριδης ες

φεσιν μαρτιν, δι τν ποαν λγει Προφτης Δαβδ: «θυσί-

α εἰς τὸν Θεὸν εὐάρεστος εἶναι ἡ ταπεινὴ τοῦ ἀνθρώπου προαίρε-

σις καὶ διάθεσις· τὴν καρδίαν τὴν ταπεινὴν καὶ συντετριμμένην

3

μὲ τὴν κατάνυξιν ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν τὴν παραβλέπει».

᾿Ανσως ατς τς «θυσίας» προσφρωμεν ες τν Θεν, στω

κα ν χωμεν μικρ τινα λαττματα ς νθρωποι, θλομεν

δυνηθ ν πλησισωμεν ες τν Αγαν Κοινωναν μ φβον κα

τρμον, κατνυξιν κα μολογαν τς μαρτωλτητς μας, καθς

αμορροοσα πλησασεν ες τν Χριστν κλαουσα κα τρμουσα.

Διτι πρχει μαρτα πρς θνατον («θανάσιμος» ). Κα πρ-

χει μαρτα πρς μετνοιαν («συγγνωστή» ). Κα πρχει μαρτα

πρς μπλαστρον. Η ληθιν μως μετνοια λα δναται ν τ

ατρεσ.

Διτι, λλην συγχρησιν χει κενος, στις μ φβον κα τρ-

μον κα μολογαν τς μαρτωλτητς του κα κατνυξιν πλησι-

ζει ες τ Μυστρια κα μεταλαμβνει· κα λλην τιμωραν χει,

στις μεταλαμβνει χωρς φβον κα μ καταφρνησιν.

Ες κενους, σοι καταφρονητικς κα ναξως μεταλαμβ-

νουσιν, χι μνον δν δδεται φεσις μαρτιν, λλ κα δι-

βολος περισστερον πηδ ναντον των («ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλεῖον ὁ

διάβολος αὐτοῖς ἐπεισπηδᾷ» ).

Οσοι δ μ φβον μεταλαμβνουσιν, χι μνον γιζονται κα

λαμβνουσιν φεσιν μαρτιν, λλ κα τν διβολον δικουσιν

π λγου των («ἀλλὰ καὶ τὸν διάβολον ἐξ ἑαυτῶν διώκουσιν» ).

_

(*) Περιοδ. Αγιος Κυπριανς≫, ἀριθ. 258/᾿Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1994, σελ. 202-203