Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Τρείς γίγαντες της ορθοδόξου ανθρωπολογίας Από Άγιος Κωνσταντίνος Χαλκίδα


Μέγας Βασίλειος. Ο Πατέρας των Πατέρων. Ασκητική αρχοντιά, πρότυπο παιδαγωγού, ελεήμων και φιλάνθρωπος μέχρι θυσίας εσχάτης,κατήγορος του πλούτου, κρουνός θεολογίας, χάρακας της ορθόδοξης πατερικής παράδοσης,λειτουργός ισάγγελος και προφήτης θεηγόρος των οραμάτων του Θεού, ζωντανή εικόνα του ευαγγελίου του Χριστού, δεύτερος Αδελφόθεος και Μωυσής της Χάριτος.

Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο ευαίσθητος και ατσαλένιος ταυτόχρονα. Ποιητής και ησυχαστικός και μαζί δραστήριος πρόμαχος της ορθοδοξίας και πατέρας της δοκιμαζόμενης εκκλησίας. Αετός υψιπετής της θεολογίας. Ζωντανό και πλήρες δοχείο του αγίου πνεύματος. Εικόνα ζωντανή της Ειρήνης του Θεού.Ο κανόνας της Εκκλησίας και δεύτερος επιστήθιος Ιωάννης.

Ιερός Χρυσόστομος. Ο ασυμβίβαστος γίγαντας. Ο φιλάσθενος και αδαμάντινος στύλος της εκκλησίας. Ο έλεγχος και ο διδάσκαλος. Ο δεύτερος Πρόδρομος και υπερασπιστής των αδικημένων. Ο πατέρας των απλών και καταπονημένων. Ο κανόνας της εγκρατείας και πηγή της αστείρευτης φιλανθρωπίας.Ο χρυσός ποταμός της ευαγγελικής ερμηνείας,ο άλλος Παύλος, ο δέκατος τρίτος Απόστολος!

Πηγή: yiorgosthalassis.blogspot.com

ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΤΟΥ ΕΣΣΕΧ -

 


Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων.

Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου.

Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες.

Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα.

Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θεού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6).

Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού. Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα.

Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».
Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν.

Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημά της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε.

Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού. Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, καιτο πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο· χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10· Ιωάν. 13,13-15). Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τούτων δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Εβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τι δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό «σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».

[Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ. 174-179. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ]

Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Από τα μεσάνυχτα μέχρι τις 3 το πρωί ο ουρανός είναι ανοιχτός – Η ώρα της προσευχής Από Newsroom -




Προσευχή: Θα έρθουν οι καιροί, που όλα θα δηλητηριαστούν. Αλλά εάν πορεύεστε με πίστη, θα ζήσετε. Και ο άλλος που θα πιει ή θα φάει το ίδιο πράγμα, χωρίς να έχει πίστη – θα πεθάνει…

«Ρωτήστε τον Παντοδύναμο, μην τον ξεχνάτε μέρα και νύχτα .» Είναι καλύτερο να προσεύχεστε νωρίς το πρωί και τη νύχτα. Η πιο ήσυχη ώρα. Ξυπνήστε, σηκωθείτε πλυθείτε και μιλήστε με το Θεό, πείτε Του τα πάντα.


Ο Κύριος αγαπάει να του μιλάμε. Και θα βρει τρόπους, θα σας σώσει και θα σας βοηθήσει. Αν ο Κύριος δίνει πόνο, δίνει υπομονή και ενισχύσει από το Άγιο Πνεύμα.


– Από τα μεσάνυχτα μέχρι τις τρεις το πρωί ο ουρανός είναι ανοιχτός. Είναι πολύ πολύτιμη η προσευχή κατά τη διάρκεια αυτών των ωρών. Μετά τα μεσάνυχτα, είναι καλό να βάλουμε τρεις μεγάλες μετάνοιες με προσευχή στον Σωτήρα, τη Θεοτόκο και τον Άγγελο τον Άγγελο φύλακα μας..


Η γερόντισσα Αντωνία ευλόγησε τα πνευματικά της παιδιά να διδάξουν στη μνήμη τούς τις προσευχές: «ΤΟ ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ «, «ΘΕΟΤΟΚΕ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΕ», «Το Σύμβολο της Πίστης», 50ος και 90ος Ψαλμό


Με συμβούλεψε να διαβάζουμε τον κανόνα σύντομης προσευχής στον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και τη προσευχή: «Κύριε, διαφώτισε το μυαλό μου, ηρέμησε την καρδιά μου, βοήθησε με στη ζωή, γλίτωσε με από το κακό» …


– Εάν τα παιδιά είναι άρρωστα, πρέπει να διαβάσετε τον 90ο Ψαλμό και τον «Πάτερ ημών » επτά φορές. Εάν είναι κάτι σοβαρό, πρέπει να το διαβάσετε δώδεκα φορές … Εάν δυστυχία συνέβη σε ένα άτομο, θα πρέπει να διαβάσετε τον Ψαλμό 90 …


Όταν υπάρχουν ακάθαρτες σκέψεις, απελπισία, μελαγχολία – πολλές φορές διαβάστε την προσευχή «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ». Ο Κύριος θα δώσει ειρήνη στην ψυχή για τις προσευχές στην Μητέρα του Θεού …


«Απλά πρέπει πριν φάτε φαγητό να κάνετε τον σταυρός σας». Θα έρθουν οι καιροί, που όλα θα δηλητηριαστούν. Αλλά εάν πορεύεστε με πίστη, θα ζήσετε. Και ο άλλος που θα πιει ή θα φάει το ίδιο πράγμα, χωρίς να έχει πίστη – θα πεθάνει.


«Κλείστε το στόμα σας καλύτερα, με τις επτά κλειδαριές, όπως λένε οι άγιοι πατέρες.


Δημιουργήστε μια προσευχή του Ιησού, διότι φέρνει πολύ πόσο καλό στη ζωή». Η σιωπή είναι μια αγγελική προσευχή. Δεν μπορεί να συγκριθεί με την ανθρώπινη προσευχή μας. Μείνετε ήσυχοι και ακούστε περισσότερο, γιατί από αυτήν (αγγελική προσευχή) θα βοηθηθητε σε όλα!


Η γλώσσα μου είναι εχθρός μου, έτσι είναι . Πόσο κακό και απογοήτευση φέρνει στη ζωή …


Αν καταδικάσουμε τον γείτονα για κάποια αμαρτία, τότε ζει ακόμα σε μας η αμαρτία. . Εάν ένα άτομο μετανοήσει, τότε αυτή η αμαρτία δεν τον αφορά. Όταν η ψυχή είναι καθαρή, δεν θα καταδικαστεί ποτέ. Γιατί «Μην κρίνετε, ώστε να μην κριθείτε» (Ματθαίος 7: 1). »


– Η Γερόντισσα ΑΝΤΩΝΙΑ συμβουλεύει καθημερινά να διαβάζουμε το 17 κάθισμα των ψαλμών είπε: «Στις δυσκολίες ο17 κάθισμα θα είναι ήδη άμυνα για σας».


Ο γερόντισσα πίστευε ότι τα κεριά του Πάσχα δίνουν μια ιδιαίτερη χάρη, και συγκεκριμένα είπε: «Όταν επισκέπτεστε ένα άρρωστο άτομο, διαβάστε μια προσευχή για τους πόνους και ανάψτε κεράκι από το Πάσχα (κόκκινο)».


Ο Λόγος του Θεού είναι τροφή για την ψυχή και το σώμα. Το καθήκον ενός χριστιανού είναι ότι δεν θα πάει να κοιμηθεί αν δεν διαβάσει ένα κεφάλαιο του Ευαγγελίου δύο κεφάλαια των Επιστολών, ξεκινώντας από τις Πράξεις των Αποστόλων και τελειώνοντας με την Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, μερικούς Ψαλμούς από το ψαλτήρι..


Και έτσι θα διαβάσουμε σταδιακά ολόκληρη τη Καινή Διαθήκη και το ψαλτήρι, που είναι αυτό που χρειαζόμαστε. … Πρέπει να φτιάξουμε τρεις σελιδοδείκτες και να διαβάσουμε στη σειρά, και όταν διαβάσουμε όλα πάλι από την αρχή σε όλη την διάρκεια τη ζωής μας.


– Πολλοί από εκείνους που ήρθαν στη μητέρα του συμβούλευαν: «Ότι σε κάθε σπίτι να υπάρχουν εικόνες της Μητέρας του Θεού»! Στο σπίτι πρέπει να υπάρχει μια άγια γωνία: για ιερές εικόνες, αγιασμό, αντίδωρο, καντήλι ευχέλαιο. Μπορεί να υπάρχει ναός χωρίς βωμό ή σπίτι χωρίς στέγη;


– Έτσι, η οικογένεια δεν πρέπει να ζει χωρίς μια άγια γωνία. Κατά τη διάρκεια της προσευχής ή στις αργίες, το κανδήλι πρέπει να καίει και είναι καλό να ανάβουμε ένα κερί. Στο σπίτι, όπου αυτό συμβαίνει η χάρη του Θεού πέφτει στο σπίτι αυτό. «.


– «Να είστε πίστη, δώστε όλες τις αμαρτίες σας στον Θεό. Όλες οι ασθένειες, όλες οι θλίψεις, όλες οι φροντίδες να τις αναθέτετε στον Θεό. Και να είναι εύκολο, να ελευθερώσετε τον εαυτό σας.


Ο Θεός ξέρει για σένα. Κάθε πρόσωπο έρχεται στη ζωή να εκτελέσει ένα ρόλο: θα το εκτελέσει – και θα πάει στη ζωή αιώνια Δεν είμαστε εδώ για πάντα, είμαστε εδώ για μια επίσκεψη. Και θα πάμε σπίτι εγκαίρως, όλοι θα πάμε σπίτι.


Ο Κύριος στη γη δεν θα αφήσει κανένα, θα πάρει τον καθένα μας . Η ψυχή δεν πεθαίνει. Το σώμα είναι κοστούμι, είναι ναός της ψυχής. »


ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΣΧΗΜΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΚΑVESHNIKOVA (1904-1996)

Συκοφαντία: Από τα χειρότερα πάθη που δεν ανέχεται ο Θεός!



: Πώς θα αντιμετωπίσουμε τους άλλους όταν είμαστε θύματα της συκοφαντίας τους;

Η συκοφαντία είναι ψευδής κατηγορία… Είναι, διαβολή. Το να σηκώσει ο άνθρωπος τη συκοφαντία είναι μεγάλος άθλος.

Και τον σηκώνει μόνο εκείνος που προσβλέπει προς τον Κύριο Ιησού, ο οποίος όταν «ενηνθρώπησε» και ήλθε στη γη, σήκωσε τον Σταυρό της συκοφαντίας και οδηγήθηκε ως τον ατιμωτικό θάνατο.

Ο αββάς Ησαΐας λέει ότι «αυτός που κατηγορεί και εξουθενώνει τον αδελφό του, αποξενώνει τον εαυτό του από το έλεος που απολαμβάνουν οι Άγιοι».

Και ο Νικήτας Στηθάτος μας υπογραμμίζει ότι η εγκατάλειψη της Χάρης έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση ή σε παράπτωμα σαρκικό ή σε παράπτωμα γλώσσας ή λογισμού.

Και η πτώση αυτή, αν δεν επέλθει η μετάνοια, ώστε να αποκατασταθεί η σχέση με τον Θεό και τον αδελφό, «είναι θάνατος της ψυχής», δηλαδή βίωμα κόλασης πριν από την επικείμενη κόλαση.

Οι Άγιοι σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον, για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας.Η συκοφαντία είναι μέγα άλγος για τον συκοφαντούμενο και φοβερή δοκιμασία για την πνευματική του υπόσταση.

«Ουκ έστιν», μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ουδέν αφορητότερον τοις οδυνωμένοις λόγον δυνάμενον δακείν ψυχήν». Δεν υπάρχει δηλαδή τίποτε πιο αφόρητο για όσους υφίστανται την οδύνη της συκοφαντίας, γιατί η συκοφαντία είναι πραγματικά δάγκωμα για την ψυχή.

Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαβίδ έλεγε προς τον Κύριο: «Λύτρωσέ με από τις συκοφαντίες των ανθρώπων και θα φυλάξω τις εντολές σου».Τί είναι όμως εκείνο που κινεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να λέει ψέματα εναντίον του;

Η ασκητική εμπειρία μας έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη συνήθως είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη.

Μας λέει ο όσιος Θαλάσσιος: «Η ψυχή του κακόγλωσσου και του συκοφάντη έχει πολύ κακή γλώσσα. Ένας τέτοιος άνθρωπος βλάπτει τον εαυτό του, αυτόν που τον ακούει και καμιά φορά και αυτόν που συκοφαντεί».

Αυτός που εξευτελίζει και συκοφαντεί τον πλησίον του εξοργίζει τον Θεό και οι συνέπειες για τη στάση του αυτή είναι πολύ βαριές, διότι έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Θεού.

Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο τρεπτή είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτία.

Συνήθως βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι δεν κακολογούν και δεν συκοφαντούν κανέναν, αλλά ότι εκείνοι υφίστανται κατηγορίες και συκοφαντίες από το περιβάλλον τους.

Όμως και οι ανακρίβειες, οι υπερβολές, οι εύκολες κρίσεις και κατακρίσεις, που τόσο πολύ ασύστολα σήμερα διατυπώνονται από μερικούς από μας για οποιονδήποτε ήθελε πέσει στην κριτική μας, είναι συχνά δυσφημιστικές και συκοφαντικές για το πρόσωπο του πλησίον.

Όλοι έχουμε δοκιμάσει την πικρότητα και το φαρμάκι της συκοφαντίας. Κι αυτό γιατί άλλα κίνητρα είχαμε εμείς σε κάποια κίνηση μας και άλλα κίνητρα μας απέδωσαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας.

Και συχνά μπορεί αυτοί να είναι και φίλοι μας ή συγγενείς μας ή και πνευματικοί αδελφοί μας, οπότε ο πόνος μας γίνεται μεγαλύτερος και περισσότερο απαράκλητος. Ας προσέχουμε λοιπόν να μην έχουμε στο στόμα μας δολιότητα για τον αδελφό μας.

Γιατί η συκοφαντία είναι εξουθενωτική για τον κάθε άνθρωπο, «ακόμη και τον πιο συνετό τον κάνει να παραφέρεται και να χάσει την ευγένειά του»

Εκτός όμως απ” αυτά η πείρα έχει δείξει ότι ο Κύριος «ταπεινώνει τον συκοφάντη» ο οποίος με τη μοχθηρία του αυξάνει πάρα πολύ τις συμφορές του και πέφτει τελικά στο λάκκο που ανοίγει για τον πλησίον του.

Η κακολογία και η συκοφαντία δείχνουν ότι ο άνθρωπος που τις έχει εγκολπωθεί νοσεί και χρειάζεται θεραπεία η ψυχή του. Και η θεραπεία επέρχεται με το να «έλθουμε στον εαυτό μας», να δούμε τα δικά μας πάθη και να θεωρήσουμε ότι όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για τις αμαρτίες και τα λάθη που γίνονται στο χώρο μας και ανάμεσά μας.

Θα πρέπει να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας, διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Τα αισθητήριά μας συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου, γι” αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του.

Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεού.

Και σε τελευταία ανάλυση, τί ωφελεί το να συκοφαντήσουμε τον συνάνθρωπό μας ή το να παρουσιάσουμε το τυχόν σφάλμα του, έστω κι αν ακόμη είναι αληθινό; Αν το σκεφθούμε ώριμα, θα δούμε ότι αυτή η ενέργειά μας εξυπηρετεί μόνο την εμπάθειά μας.

Πώς όμως θα αντιμετωπίσουμε τους άλλους όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε θύματα της συκοφαντίας τους;

Ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να διατηρήσει αλώβητη τη σχέση του με τον Κύριο Ιησού και τον αδελφό, που είναι απαραίτητα στοιχεία για να μη χάσει το πρόσωπό του, αφενός μεν φροντίζει να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί.

Εκείνο δε που τον παρηγορεί και τον κάνει να πάρει δύναμη είναι το ότι έχει ως στόχο του την Κρίση του Πανάγιου και Δικαιοκρίτη Θεού, καθώς το λέει και ο Μ. Βασίλειος προς τη Σιμπλικία, μια αιρετική γυναίκα που τον κατηγόρησε και τον συκοφάντησε πολύ προκλητικά:

«Προτιμώ», της λέει, «από τους γήινους δικαστές, να περιμένω τον Ουράνιο Δικαστή, ο Οποίος ξέρει να υπερασπίζεται κάθε είδους αδικία καλύτερα από τον καθένα».

Άλλωστε αυτός που μας συκοφαντεί γίνεται αίτιος να λάβουμε μεγάλη Χάρη. Μας το παραγγέλλει κι ο Κύριός μας, όταν λέει:

«Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι… και σας χλευάσουν και δυσφημήσουν το όνομά σας εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου. Να χαίρεσθε και να αγάλλεσθε όταν συμβεί αυτό, γιατί θα είναι μεγάλος ο μισθός σας, μεγάλη δη λαδή η Χάρη, που θα λάβετε στον Ουρανό» Στον μεγάλο αυτό άθλο της υπέρβασης της συκοφαντίας, που πολύ λίγοι βέβαια μπορούν να τον σηκώσουν με χρηστότητα, αναφέρεται το μικρό τούτο τευχίδιο με τον τίτλο: «Το πάθος της συκοφαντίας».

Για να γνωρίσουμε το φοβερό αυτό πάθος της συκοφαντίας, διαλέξαμε και μεταφράσαμε ένα λόγο του Αντιόχου του μοναχού που αναφέρεται στη συκοφαντία και ένα λόγο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου από το βιβλίο του «Χρηστοήθεια».

Επίσης προσθέσαμε και μερικές ωφέλιμες ιστορίες από την Αγία Γραφή και τη ζωή των ασκητών της ερήμου, οι οποίες μας μαλακώνουν την ψυχή και μας βοηθούν να είμαστε πιο ευαίσθητοι στο θέμα της κακολογίας και της συκοφαντίας προς τους αδελφούς μας.

Ή, αν είμαστε στη δυσμενή θέση του συκοφαντημένου, να σηκώσουμε τον πόνο της συκοφαντίας με καρτερικότητα και, όσο γίνεται, με ειρήνη ψυχής, για να επιδοθούμε με περισσότερη θέρμη στο έργο της εν Χριστώ τελειώσεως και οικοδομής μας.

Γεροντικό, 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Ἀντίρρηση στήν «Θεολογική ἀπάντηση σέ σύγχρονους προβληματισμούς»


Ὑπό τοῦ μοναχοῦ Παϊσίου Καρεώτου
Εἰσαγωγικά
Στίς 4-8-2019 δημοσιεύθηκε μία συνέντευξη πού πῆρε ὁ κ. Δημήτριος Κυριακόπουλος ἀπό τόν ἀρχιμ. π. Ἀντώνιο Φραγκάκη. Μέσα ἀπό τά πολλά θέματα πού ἐκεῖ ἀναλύονται, ἡ ὅλη προσπάθεια εἶναι νά στηρίξει ὁ π. Ἀντώνιος τό ἔγκυρον κάποιων δηλώσεων τοῦ Μητροπολίτου Μόρφου.
 Ὁ μέν Μητροπολίτης καταπιάνεται μέ ἕνα θέμα, σέ ἐπίπεδο ἐκλαϊκευμένης ἐπιστήμης μέ γνωστικίζουσες ἀποκλίσεις. Ὁ δέ π. Ἀντώνιος, στήν προσπάθειά του νά δώσει μίαν θεολογική ἀπάντηση, ἀνοίγει ἕνα εὐρύ φάσμα θεολογικῶν προβληματισμῶν, καί δημιουργεῖ περαιτέρω προβλήματα πάνω στήν κατανόηση τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
Καὶ οἱ δύο ἐπικαλοῦνται ὅτι τὰ ἄκουσαν ὡς διδασκαλία ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πορφύριο. Εἴτε πράγματι συμβαίνει αὐτὸ, εἴτε ὄχι, ἡ διδασκαλία ποὺ μεταφέρεται πρὸς τὸν λαὸ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν παραδεδομένη. Ἐπειδὴ ὁ ὑπογράφων εἶναι ὁ π. Ἀντώνιος, στρέφουμε τὸν λόγο πρὸς αὐτὸν, ὑποδεικνύοντας τὶς συνέπειες τῶν λόγων του, ἀλλὰ καὶ τὶ λέει ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ἀντίρρησή μας θά ἐπικεντρωθεῖ σέ ἕνα σημεῖο Τριαδολογικό, πού θίγει στήν ἀρχή τῆς συνεντεύξεως, καί στή συνέχεια στὰ σημεῖα ποὺ διαστρεβλώνουν τήν διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
Περί τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων
Στό δημοσίευμα λοιπόν αὐτό, ὁ ἀρθογράφος ὑπερασπίζεται τήν ἄποψη ὅτι τά ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλ. ἡ πατρότης, ἡ υἱότης καί τό ἐκπορευτόν, τά ἀποδίδουμε ἐμεῖς «μέ ὅσα ξέρουμε ἀπό τήν γήϊνη – κτιστή πραγματικότητα», «μέ βάση τήν ἐμπειρία μας». Ἔτσι τίς προσωπικές σχέσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, τίς ἀνάγει στήν Συμβολική Θεολογία. Οἱ σχέσεις κατ’ αὐτὸν εἶναι σύμβολα, δηλαδὴ εἶναι συμβολικά φανερούμενες στόν ἄνθρωπο καί δὲν εἶναι πραγματικές. Μέ ἄλλα λόγια, στήν πραγματικότητα ὁ Πατήρ, δέν εἶναι Πατήρ, καί ὁ Υἱός δέν εἶναι Υἱός. Τά ὀνόματα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος λαμβάνονται ἐκ τῶν «καθ΄ἡμᾶς». Λέει συγκεκριμένα, «βρίσκουμε σύμβολα γιά νά ἀποδώσουμε τήν δική του ἀποκάλυψη στό κτιστό ἀνθρώπινο εἶναι».
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὅμως εἶναι ἀντίθετος σέ αὐτή τήν ἄποψη. «Πρέπει νά γνωρίζουμε – λέει – ὅτι τό ὄνομα τῆς πατρότητος καί τῆς υἱότητος καί τῆς ἐκπορεύσεως δέν μεταφέρθηκαν ἀπό ἐμᾶς στήν μακαρία Θεότητα, ἀλλά ἀντίθετα ἔχει μεταδοθεῖ σέ μᾶς ἀπό ἐκεῖ, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος:
«Διά τοῦτο κάμπτω τά γόνατά μου πρός τόν Πατέρα, ἐξ΄οὗ πᾶσα πατριά ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ἐφ’. 3, 14-15). (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἔκδ. «ΠΟΥΡΝΑΡΑ» Θεσ/νικη 1989, σελ. 56).
Ἐπικαλεῖται ὁ π. Ἀντώνιος τον Ἅγιο Μάξιμο ὅτι λέει: «ὁ Θεός οὔτε Πατέρας εἶναι, οὔτε Υἱός, οὔτε Ἀγάπη, οὔτε φῶς, οὔτε…». Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ σὲ σχέση μὲ τὰ προηγούμενα λόγια τοῦ π. Ἀντωνίου, δίδει τὴν εἰκόνα, ὅτι τελικὰ ὁ Πατήρ, καὶ εἶναι Πατήρ, καὶ δὲν εἶναι Πατήρ. Παρόμοια καὶ ὁ Υἱός. Πρέπει νὰ διασαφηνισθεῖ ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι πάντοτε Πατήρ. Δὲν εἶναι Πατήρ – ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Μάξιμος – καθὼς οἱ πατέρες οἱ δικοὶ μάς, δηλαδὴ ἄλλοτε δὲν εἶναι, καὶ ἄλλοτε εἶναι, ὅπως καὶ οἱ υἱοί, ποὺ ἀργότερα γίνονται πατέρες. Εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς οἱ ἰδιότητες αὐτὲς εἶναι τρεπτὲς καὶ ἀλλοιούμενες, ἐνῶ εἰς τὴν Ἁγία Τριάδα, ὁ Πατήρ εἶναι πάντοτε Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός εἶναι πάντοτε Υἱός, χωρίς τροπή.
Οἱ θέσεις τοῦ π. Ἀντωνίου
Στή συνέχεια τῆς συνεντεύξεώς του ἀναφέρεται σέ ἐπίμαχο θέμα τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας. Ἐκ πρώτης ὄψεως δημιουργεῖ σύγχυση, διότι ἐνῶ λέει ὀρθῶς ὅτι «ἡ ψυχή δέν προέρχεται ἀπό τούς γονεῖς, ἀλλά καθαρά ἀπό τόν Θεό» καί ὅτι «ἡ ψυχή δέν ἔχει κληρονομικότητα, ἀλλά ἔχει τελειότητα», σέ ἄλλο σημεῖο τῆς συνεντεύξεως λέει τά ἀντίθετα.
«Ὑπάρχουν – λέει – γονιδιακά κληροδοτήματα πού ἐπηρεάζουν καθοριστικά τήν λειτουργία τῆς ψυχῆς». «Ὑπάρχουν κληρονομικές συμπεριφορές». «Κληροδοτεῖται τό πνευματικό γονιδίωμα, δηλαδὴ τό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς τῶν γονιῶν, οἱ πράξεις καί οἱ συνήθειες τους, πού ἐπηρεάζουν τήν διαμόρφωση τῆς προσωπικότητος».
Δηλαδή τό ἔμβρυο παραλαμβάνει μία ἀρρωστημένη φύση, ἡ ὁποία τοῦ καθορίζει τήν πορεία τῆς ψυχῆς του καί τῆς συμπεριφορᾶς του. Μιλάει μέ σαφήνεια γιά κληρονομικές συμπεριφορές, καί ἀναφέρει ὅτι κάθε παιδί «παίρνει ἀπό τούς γονεῖς καί τούς προπάτορες μέσω DNA τίς συνήθειες τους, τίς ἐνάρετες καί τίς ἁμαρτωλές».
Τό ἐκπληκτικό καί τό ἀπορίας ἄξιον, εἶναι ὅτι στή συνέχεια ἀναφέρεται στόν περσοναλισμό καί στήν μεταπατερική Θεολογία τοῦ προσώπου, καί κατηγορεῖ – πολύ σωστά – τήν θέση τους, πού συνδέουν τήν φύση μέ τήν ἀνάγκη καί ὅτι λάθος πιστεύουν πώς «δέν εὐθύνονται γιά τόν σεξουαλικό τους προσανατολισμό, γιατί εἶναι ἡ ἀναγκαιότητα τῆς φύσεώς τους».
Ἀλλά, αὐτή τήν ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως τήν ἔχει ὁ ἴδιος ὑποστηρίξει, ἀλλά καί ἑρμηνεύσει, πιό πρίν στήν συνεντεύξή του. Τελικά, ποιά εἶναι ἡ θέση του; Δέν γνωρίζει ὅτι ὀρθοδόξως ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας εἶναι στήν προαίρεση καί ὄχι στήν φύση; Ὅλο τό δράμα τοῦ ἀνθρώπου ἀναφέρεται στό ἐπίπεδο τῆς προαίρεσης καί τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, καί ἡ σωτηρία εἶναι νά μπορέσει σύν Θεῶ ἡ φύση νά ὁδεύσει κατὰ προαίρεση πρός τό οἰκεῖον τέλος, πού εἶναι ὁ Θεός.
Ὁ π. Ἀντώνιος θά πρέπει σοβαρά νά ἀναλογισθεῖ ποιές εἶναι οἱ σωτηριολογικές συνέπειες τῶν θεωρήσεων πού ἐκφράζει. Διότι σέ θεολογικό ἐπίπεδο μᾶς λέει, ὅτι τό γνωμικό θέλημα τῆς μητέρας, δηλ. ἡ ἐπιθυμία καί ἡ πράξη τῆς ἁμαρτίας, καθίσταται φυσικό θέλημα καί οὐσιώδης ποιότης τοῦ παιδιοῦ. Ἡ σύγχυσις τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων καὶ τῶν φυσικῶν, εἶναι ἡ κοινή ὁδός πολλῶν αἱρέσεων. Ἄν ἡ ἁμαρτία ἔγκειται στό φυσικό θέλημα, τότε αἴτιος τοῦ κακοῦ γίνεται ὁ Θεός. Στήν συνέντευξη αὐτή γίνεται σύγχυση τοῦ «θέλειν» τῆς φύσεως, μέ τό «πῶς θέλειν» τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, δηλαδή τό «πῶς θέλειν» τῆς μητέρας ὁρίζει τό «θέλειν» τοῦ παιδιοῦ. Γίνεται ἐπίσης σύγχυση μεταξύ τῆς «ἐνέργειας» πού εἶναι δραστική καί οὐσιώδης κίνηση τῆς φύσεως, μέ τό ἐνέργημα καί τόν ἐνεργοῦντα. Ἀκόμη, μέ τίς θέσεις αὐτές, καταστρέφεται ἡ ἔννοια τοῦ αὐτεξουσίου, διότι ἀπό τήν στιγμή πού ἔχω μία ἀρρωστημένα προκαθορισμένη φύση, τότε πού ἑδράζεται τό αὐτεξούσιον;
Στὴν συνέντευξή του, ὁ π. Ἀντώνιος λέει χαρακτηριστικὰ, «Προσλαμβάνει (ἡ ψυχή) τὰ ζωντανὰ σημάδια ποὺ ἄφησαν πάνω στὸ βιολογικὸ γονιδίωμα οἱ ψυχές πού ζωοποίησαν καὶ δραστηριοποίησαν τὰ σώματα τῶν γονιῶν καὶ τῶν παππούδων μας. Αὐτά κολλᾶνε πάνω στὴν ἀρτιγέννητη ψυχὴ κάθε ἐμβρύου κατὰ 30% καὶ ἀποτελοῦν βασικὸ γνώμονα στὴν ἐξέλιξή της». «Ὅταν δὲν ὑπάρχει Θεία Χάρις τότε τὸ 30% ζυμώνει τὸ 70%». Δηλαδὴ τὸ 30%, μπορεῖ νὰ εἶναι ἐφάμαρτο, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἁγιασμένο, κατὰ τὸν π. Ἀντώνιο. Πάντως, εἶναι τοῦ DNA, εἶναι ἀπὸ γονεῖς καὶ προγόνους, καὶ κληρονομεῖται, εἴτε εἶναι ἁμαρτωλό, εἴτε ἁγιασμένο. Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ 30% εἶναι ἀπὸ τὶς προσωπικὲς ἐπιλογὲς τῶν γονέων, ἐνῶ τὸ «ὑπόλοιπο» 70%, εἴτε θὰ ἀκολουθήσει, εἴτε θὰ ἀντισταθεῖ. Τὸ 70% ποὺ ἀναφέρει, εἶναι ἡ ἐκ Θεοῦ δοθεῖσα ψυχὴ «ποὺ ἔχει τελειότητα».
Ἡ θέση αὐτή, τὴν ὁποία ὑποστηρίζει καὶ ὑπογράφει ὁ π. Ἀντώνιος, εἶναι δομημένη στὴν νεοπατερικὴ περσοναλιστικὴ θεολογία. Παρουσιάζεται μὶα «διπλή» ἀλλά καὶ σύνθετη ψυχή. Ἕνα 30%, ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, καὶ ἕνα 70% ποὺ εἶναι ἐκ Θεοῦ. Εἶναι μὶα «μέση ὁδός», διότι δὲν τὰ ἀποδίδει ὅλα στὶς ἐπιλογές τοῦ προσώπου, ἀλλὰ ἀφήνει καὶ ἕνα 70% γιὰ τὸν Θεό, τὸ ὁποῖον ὅμως μπορεῖ καὶ νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὸ 30%. Ἄν λάβουμε ὑπ’ ὅψη ὅτι στὴν μετανεωτερικὴ ἀντίληψη, φύση εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιλέγει τὸ πρόσωπο, τότε ὁ π. Ἀντώνιος κατὰ 30% εἶναι μετανεωτερικὸς θεολόγος.
Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξο διδασκαλία ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι μὶα. Κανεὶς Πατέρας δὲν τὴν χωρίζει σὲ 30% καὶ 70%. Ἄν, ὑποθετικά, ποῦμε ὅτι ὑπάρχει αὐτός ὁ χωρισμός, τότε ὁ Χριστός ποιὸ ἀπὸ τὰ δὺο προσέναβε ὡς ἀνθρώπινη φύση; Ποιὸ ἀπὸ τὰ δὺο ἔσωσε; Ἄν φέρει ἀντίρρηση ὁ π. Ἀντώνιος, καὶ πεῖ, ὅτι οἱ Πατέρες τὴν μεταπτωτικὴ ἀνθρώπινη φύση τὴν χαρακτηρίζουν ὡς «πονηρά», τότε μὲ βάση αὐτὸ τὸν λόγο, ὁ Χριστὸς ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔγινε «πονηρός»;
Ἀπὸ ὅσα ἀναφέρθηκαν, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ὑπάρχει μὶα σύγχυση, μὶα θολὴ κατανόηση, ἕνα παραστράτημα ἀπὸ ὅσα διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία της. Γι’ αὐτὸ κρίνεται ἀναγκαῖο νὰ γίνουν ἀρκετές διευκρινίσεις.
Ἀναφορά στήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου
«Ἐποίησε δὲ αὐτὸν (τὸν ἄνθρωπον) φύσιν ἀναμάρτητον καὶ θέλησιν αὐτεξούσιον. Ἀναμάρτητον δὲ φημι οὐχ ὡς μὴ ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν…ἀλλ’ οὐκ ἐν τῇ φύσει τὸ ἁμαρτάνειν ἔχοντα, ἐν τῇ προαιρέσει δὲ μᾶλλον…» (Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὅπ. παρ. σ. 152).
Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής μᾶς λέει ὅτι στήν πτώση τοῦ Ἀδάμ συνέβησαν τρία πράγματα καί ὄχι ἕνα. Τό πρῶτο εἶναι ἡ προσβολή τοῦ πονηροῦ κατ΄οἰκονομίαν Θεοῦ, τό δεύτερο εἶναι ἡ παράβαση τοῦ Ἀδάμ λόγω προσωπικῆς ἀπιστίας καί τό τρίτο εἶναι ἡ ἐπικράτηση τοῦ θανάτου καί τῆς φθορᾶς, λόγω τῆς παραβάσεως ἀπὸ ἀπιστία (Ἁγ. Μάρκου Ἀσκητοῦ, Τό Ἅγιον Βάπτισμα, ἐκδ. «παλίμψηστον», 2012, σ. 189 – 191). Ἐμεῖς, λοιπόν, κληρονομήσαμε τίς συνέπειες, δηλαδὴ μόνον τήν φθορά καί τόν θάνατο. Δέν κληρονομήσαμε τήν προσωπική ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Ἐπειδή προδώσαμε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐγκαταλειφθήκαμε καί γίναμε ὑπόδουλοι τῆς ἁμαρτίας. Τί σημαίνει αὐτό; Ὁ Κύριος ἔχει βάλει ὅρια στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Ἡ μόνη ἐξουσία πού τοῦ παραχωρήθηκε εἶναι νά ὑποδεικνύει στό νοῦ, μέ ἕνα ἁπλό λογισμό, ὁ ὁποῖος δέν ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ ἁμαρτία, τά πονηρά πράγματα, μέ σκοπό νά δοκιμάσει τήν προαίρεσή μας πρός τά πού κλίνει, στήν ὑποβολή ἐκείνου ἤ στήν ἐντολή τοῦ Κυρίου. Τό γνωμικό θέλημα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐξ᾽ αὐτοῦ προαίρεση, ἐπιλέγει τό τί θά πράξει. (Ἁγ. Μάρκου, ὅπ. παρ. σελ. 75, 153 – 155).
«…Ὁ γάρ τοῦ παντός τήν ἐξουσίαν ἔχων δι᾽ ὑπερβολήν τῆς εἰς τόν ἄνθρωπον τιμῆς ἀφῆκέ τι καὶ ὑπό τήν ἡμετέραν ἐξουσίαν εἶναι, οὗ μόνος ἕκαστός ἐστιν κύριος. Τοῦτο δὲ ἐστιν ἡ προαίρεσις, ἀδούλωτόν τι χρῆμα καὶ αὐτεξούσιον ἐν τῇ ἐλευθερία τῆς διανοίας κείμενον». (Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος κατηχητικός § 30, 3 / ἔκδ. ΕΠΕ, τομ. 1, σ. 494).
Ἄν ἐπιλέξει λοιπόν τήν ἐντολή, τότε ἐνεργεῖ κατὰ τό φυσικό θέλημα, δηλαδὴ τήν ἀρετή καί ὁδεύει ἡ ἀνθρώπινη φύση πρός τό «οἰκεῖον τέλος» της, πού εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό. Ἄν ἐπιλέξει νά ἀκολουθήσει τήν προσβολή τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, τότε ἀστοχεῖ καί κατευθύνει τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ἀπώλεια τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Ὁπότε, μετά τήν παράβαση οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων, ἀπόδημοι τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί μέ μία ἀπέραντη ἀπάτη καί «προπαγάνδα» τοῦ διαβόλου, τά γνωμικά θελήματά τους, ἀδύναμα ὑπέκυπταν στίς προσβολές του. Μέχρις ὅτου, ἦλθε ὁ Χριστός καί ἐζωοποίησε πάντας τούς πιστεύοντας σέ Αὐτόν, καταργώντας τόν ζυγό τῆς δουλείας στήν ἁμαρτία, νικώντας τόν θάνατο καί προσφέροντας καί πάλι τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ὀρθῶς πιστεύοντας. Παρέμεινε ἡ ἁπλή καί ἀναμάρτητη προσβολή τῶν πονηρῶν ἐνθυμημάτων, ἀλλά ἀδύναμη καί ἄνευρη. Ἑπομένως, ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ ἦταν προαιρετική, καί οὐδέποτε κανείς ἄνθρωπος τήν κληρονόμησε καὶ μάλιστα ἀναγκαστικά. Τόν θάνατο ὅμως πού προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία του καί ἦταν ἀναγκαστικός, τόν κληρονομήσαμε ὅλοι. Δέν φθάνουμε, λοιπόν, στήν ἁμαρτία πιεζόμενοι ἀπό μία φυσική κληρονομική ἀνάγκη (Ἁγ. Μάρκου, ὅπ. παρ. σ. 162).
Τὸ φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς τονίζει ὅτι οἱ ἀρετές εἶναι φυσικές καί ὅτι φυσικῶς ὑπάρχουν σέ ὅλους, (Ἁγ. Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, ὅπ. παρ. σελ. 270). Θά λέγαμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύσις, «φύσει» εἶναι ἐνάρετη, ἐκ φύσεως θέλει τήν ἀρετή. Γι΄αὐτό διευκρινίζει ὅτι οἱ κόποι τῆς ἀσκήσεως δέν ἐπινοήθηκαν γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς «ἔξωθεν», σάν νά ἦταν αὐτή ἐπείσακτος, ἀλλά γιά νά ἀποβληθεῖ ἡ κακία πού εἶναι παρείσακτη καί παρά φύσιν, (Ἁγ. Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, ὅπ. παρ. σ. 272). Τό φυσικό θέλημα εἶναι ἐνάρετον καί οὐδέποτε ἠναγκασμένον.
«Οὐ μόνον ἡ Θεία καὶ ἄκτιστος φύσις οὐδὲν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή» (Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολ. P.G. 91, 293 Β).
Ἡ κάθε φύση ἔχει θέλημα φυσικόν. Στὰ κτιστὰ ὄντα ἐπειδὴ εἶναι τρεπτά, ὑπάρχει ἡ προαίρεση.
«Ἰστέον, γάρ, ὡς οὐ ταὐτόν ἐστι, θέλειν καί πῶς θέλειν∙τό μέν γάρ θέλειν φύσεως…τό δέ πῶς θέλειν οὐ φύσεως, ἀλλά τῆς ἡμετέρας γνώμης» (Ἁγ. Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, ὅπ. παρ. σ. 260).
Τό γνωμικό θέλημα εἶναι πάντοτε ὑποστατικόν, οὐδέποτε φυσικόν. Τό δέ φυσικό θέλημα, δέν εἶναι ποτέ ἀποτέλεσμα τῆς προαιρέσεως, τοῦ γνωμικοῦ θελήματος. Ὅ,τι εἶναι φυσικόν ἐνθεωρείται σέ ὅλες τίς ὑποστάσεις, σέ ὅλα τά ἄτομα τῆς φύσεως. Τό γνωμικό θέλημα προϋποθέτει πάντα χωριστή ὑπόσταση, πρόσωπον. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐπιλογή τοῦ προσώπου, εἶναι αὐστηρά προσωπική, εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ γνωμικοῦ θελήματος. Ἡ ἁμαρτία δέν ἔγκειται στό φυσικό θέλημα, γιατί τότε αἴτιος τοῦ κακοῦ θά ἦταν ὁ Θεός, πού δημιουργεῖ τήν φύση. Γι΄αὐτό δέν πρέπει νά συγχέονται τά φυσικά μέ τά ὑποστατικά ἰδιώματα.
Τό νά ὑποταχθεῖ τό γνωμικό θέλημα στό φυσικό εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀρετή, διότι οἱ ἀρετές εἶναι φυσικές, ἡ ἀρετή εἶναι «φύσις» στόν ἄνθρωπο. Δέν γεννιέται ὁ ἄνθρωπος «tabula raza». Τό ἔργο τῆς σωτηρίας εἶναι νά ξαναγυρίσει ὁ ἄνθρωπος στίς πηγές, δηλαδὴ στό κατά φύση. Σωτηρία εἶναι νά ἀποκαλυφθοῦν οἱ καθαρές πηγές τοῦ ἀνθρωπίνου «εἶναι» δηλ. οἱ ἀρετές, πού εἶναι φυσικές. Ἡ γνώμη εἶναι ὁ ὑποστατικός (=προσωπικός) τρόπος διαχειρίσεως τῆς φύσεως καὶ τῶν δυνάμεων αὐτῆς. Εἶναι ἀδιανόητη ἡ φύση χωρίς γνώμη, καὶ ἡ γνώμη χωρὶς φύση, ὅπως εἶναι ἀδιανόητο, μὲ ἄλλες λέξεις, ἡ οὐσία χωρίς πρόσωπο καὶ ἕνα πρόσωπο ἀνούσιο. Ἐπίσης ἡ γνώμη μὲ τὴν προαίρεση διακρίνονται στὸ ὅτι ἡ γνώμη εἶναι μὶα διάθεση, καὶ ἡ προαίρεση εἶναι ἡ κίνηση αὐτῆς τῆς διαθέσεως. Ἡ προαίρεση ὁρίζεται ὡς κίνηση ἐπιλογῆς τῆς ὑποστάσεως. Ὅλα τὰ κτιστὰ λογικὰ ὄντα, ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι, ὡς κτιστὰ εἶναι καὶ τρεπτά, ἡ δὲ τρεπτότης συνεπάγεται τὴν προαίρεση. Ἡ γνώμη καὶ ἡ προαίρεση δὲν ταυτίζεται πάντα μὲ τὴν πτωτικὴ ἁμαρτωλὴ κατάσταση. Ὅπως ὑπάρχει ἡ γνωμικὴ παράχρηση τῆς φύσεως, ποὺ ἀποτελεῖ ἁμαρτία, ὑπάρχει ὡστόσο καὶ ἡ χάριτι γνωμικὴ ἀτρεψία πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία καὶ παραπέμπει στὸν τρόπο τὴς ἁγιότητος, (P.G. 91, 1145 A). «Φύσει ἀγαθός μόνος ὁ Θεός, καὶ γνώμη ἀγαθὸς μόνος ὁ θεομίμητος» (P.G. 90, 1069 C).
Τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κάνει τήν ἑξῆς ἐρώτηση «ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι αἴτιος καί ἀρχή τῆς κάθε πράξεώς του, τότε σέ ποιό θά ὑπαγάγουμε τά γινόμενα ὑπό αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;» καί ἀπαριθμεῖ μιά σειρά αἰτιῶν: τόν Θεό, τήν ἀνάγκη, τήν εἰμαρμένη, τήν φύση, τήν τύχη καί τό αὐτόματο. Ἀναιρώντας τό κάθε ἕνα ξεχωριστά, καταλήγει, «κατά συνέπεια, ἀπομένει νά εἶναι ἀρχή τῶν δικῶν του ἔργων καί αὐτεξούσιος ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος πού πράττει καί δημιουργεῖ…διότι τί τήν χρειάζεται τήν «βουλή», ἄν δέν εἶναι κύριος τῶν πράξεων του;». (Ἁγ. Ἰωάν. Δαμασκ. ὅπ. παρ. σελ. 188-190).
Τό αὐτεξούσιον ἀναφέρεται μόνον στά λογικά καί νοερά ὄντα, (ὅπ. παρ. σελ. 262 – 264). Ἡ φύση, πού εἶναι ἐνάρετη, εἶναι τό θεμέλιον τοῦ αὐτεξουσίου. Ἑπομένως, ἡ ἐρώτηση πού τίθεται πρός τόν π. Ἀντώνιο, ἀπό τήν στιγμή πού ὑποστηρίζει ἀντιπατερικῶς, ὅτι τό παιδί φέρει ἀκούσια μία διεστραμμένη φύση, εἶναι τὸ ποὺ ἑδράζεται δι’ αὐτὸν τό αὐτεξούσιόν του; Τελικά ὁ Χριστός ἀπό τί μᾶς ἔσωσε; Ἀπό μία διεστραμμένη καί δαιμονική φύση; Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι τό γνωμικό θέλημα εἶναι ὑποστατικόν, δέν κληρονομεῖται. Οὐδέποτε γίνεται τό γνωμικό θέλημα, δηλαδὴ ἡ ἁμαρτία τῶν γονέων, φυσικόν θέλημα μιᾶς διεστραμμένης φύσεως στό παιδί, μία ἀρνητική κληρονομιά ἀπό τήν πρώτη ἡμέρα πού βλέπει τό φῶς τοῦ ἡλίου. Δέν καταλαβαίνει ὁ π. Ἀντώνιος μέ τήν θέση του αὐτή, ὅτι κάνει τόν διάβολο, θεόν; Διότι ἔτσι ὁ διάβολος μέσω μιᾶς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, γίνεται δημιουργός κακῆς φύσεως. Εἶναι αὐτό ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία;
Λέγει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὅτι «ἐνέργεια μέν οὖν ἐστιν ἡ δραστική καί οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις» (ὅπ. παρ. σελ. 272). Ἑπομένως, σύμφωνα μέ τόν π. Ἀντώνιο, γιά τό παιδί ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι οὐσιώδης ποιότης, ἐφ΄ὅσον δέν ἀναφέρεται στό γνωμικό θέλημα τοῦ παιδίου. Ὅταν λοιπόν θά ἐκδηλώνει αὐτή τήν συμπεριφορά, θά εἶναι σύμφωνος μέ τήν φύση του διότι θά ὁδηγεῖται ἀπό αὐτήν. Ἄρα καί ἀκατηγόρητος. Δέν θά εἶναι ἐπιλογή του. Δέν θά εἶναι καρπός τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ἀλλά οὐσιώδης ποιότης τῆς φύσεως του. Ἄν τυχόν ὑποστηρίξει ὁ π. Ἀντώνιος, ὅτι, ὄχι δέν εἶναι ἔτσι, ἀλλά τό γνωμικό θέλημα τῆς μητέρας, ἐπιδρᾶ φυσικῶς στό γνωμικό θέλημα τοῦ ἐμβρύου, τότε θά τοῦ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τό γνωμικόν θέλημα εἶναι ὑποστατικόν, δηλ.προσωπική ἐπιλογή. Ἐπίσης δέν γνωρίζει ὁ π. Ἀντώνιος ὅτι ἡ θέση του αὐτή, εἶναι βασική θέση τῆς μετανεωτερικότητος, τήν ὁποία καί κατηγορεῖ; Ὑποστηρίζει καί αὐτή ὅτι τά πάντα εἶναι ἀποτέλεσμα φύσεως, ἄρα καί ἀκατηγόρητα.
Δερμάτινοι χιτώνες, ἀδιάβλητα πάθη.
Ἴσως στὴν ἀντίρρησὴ του ὁ π.Ἀντώνιος, μᾶς ὑποδείξει ἕναν λόγο τοῦ Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, ποὺ λέει: «διὰ τοῦτο ἀκόλουθον ἦν καὶ τὴν ἑκάστου ψυχὴν τῆς τοῦ πρώτου Ἀδάμ κληρονομῆσαι κακίας, ἀπὸ μὲν τῆς ψυχῆς ἐκείνου πρὸς τὸ σῶμα δοθείσης, ἀπὸ δὲ τοῦ σώματος τοῖς ἐξ ἐκείνου σώμασιν, ἀπὸ δ’ αὖ τῶν σωμάτων ἐπὶ τὰς ψυχάς ἐρχομένης» (Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς, Λόγος Β, 40, ἔκδ. ‘Σουρωτῆς’, 2012, σελ. 106).
Ἐδῶ μιλάει ὁ Ἅγιος γιὰ τὴν «κακία» τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ποὺ κληρονομήθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα αὐτοῦ, εἰς τὰ σώματα τῶν ἀπογόνων καὶ αὐτὰ στὶς ψυχὲς αὐτῶν. Στὸ ὅλον ἔργον του αὐτό, ὁ Ἅγιος Νικόλαος δὲν προβαίνει σὲ λεπτομερὴ ἔκθεση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός. Λέγοντας γιὰ τὴν «κακία» τοῦ πρώτου Ἀδάμ ποὺ κληρονομήθηκε, εἶναι μέσα στὴν συμφωνία τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, διότι ἐννοεῖ τοὺς «δερματίνους χιτῶνας» (Γεν. 3, 21), τὰ ἀδιάβλητα πάθη ποὺ ἀναφέρουν οἱ Πατέρες, τὰ ὁποῖα καὶ κληρονομοῦνται, τὰ ὁποῖα καὶ ἀνέλαβε ὁ Χριστός ἐκουσίως μέχρι τὴν Σταύρωσή Του.
Τὰ ἀδιάβλητα πάθη, δηλαδὴ πείνα, δίψα, κόπος, πόνος, δάκρυον,φθορά, δειλία, ἀγωνία κ.τ.λ. «ἅτινα πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις φυσικῶς ἐνυπάρχουσι» (Ἁγ. Ἰωάν. Δαμασκηνοῦ, ὅπ. παρ. σελ. 308) αὐτὰ δὲν ἀλλοιώνουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν δοθεῖσα ἐκ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἔνδυμα ποὺ περιβάλλει τὴν φύση, καὶ μὲ τὸν θάνατο ἀποβάλλεται. Ἡ φύση, ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός εἶναι ἀναλλοίωτη. Μὲ τὴν πτώση, ἐνδύθηκε τοὺς «δερματίνους χιτῶνας», οἱ ὁποῖοι καὶ κληρονομοῦνται στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐκουσίως προσέλαβε ὁ Χριστός.
Τὰ ἀδιάβλητα πάθη κινοῦνται στὸ πλέγμα τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ὀδύνης. Ὁ ἄνθρωπος τῆς πτώσεως, ὅταν δὲν ἐλπίζει στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, δίνει τὴν ἐλπίδα του στὴν ἡδονὴ τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων, ἔτσι τὴν ἀδιάβλητη ἡδονὴ τὴν κάνει διαβλητή καὶ ἐφάμαρτη. Ἡ τροπὴ αὐτή, εἶναι ὑποστατική, προσωπική, καὶ δὲν κληρονομεῖται.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς πτώσεως, λοιπόν, δίνει τὴν ἐλπίδα του στὶς αἰσθητικὲς ἡδονὲς καὶ στέκεται ἔντρομος, μὲ φόβο, ἐνώπιον τῆς ὀδύνης, ποὺ εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος τῆς ἡδονῆς. Ἡ στάση αὐτὴ δημιουργεῖ ἀνάλογες ψυχικὲς συμπεριφορές, στὸ κάθε πρόσωπο, ἀνάλογα μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνει αὐτό. Οἱ ἐπιλογὲς αὐτὲς καὶ οἱ ψυχικὲς συμπεριφορὲς τοῦ προσώπου, εἶναι ὑποστατικές, δὲν κληρονομοῦνται. Μποροῦν νὰ μεταδοθοῦν ὡς γονεϊκὴ ἀγωγὴ καὶ παιδεία, ἀπὸ νήπιο, ἤ καὶ ἔμβρυο ἀκόμη, ὄχι ὅμως ὡς φυσικὴ κληρονομιὰ. Ἡ προαίρεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἕνα μυστήριο. Βλέπουμε τὴν προαίρεση τοῦ Τιμίου Προδρόμου ποὺ ὡς ἔμβρυον, ἐσκίρτησε μὲ ἀγαλλίαση ἐνώπιον τῆς κυοφορούσης Θεοτόκου.
Ὁ ἀπόλυτος προορισμός
Μία ἀκόμη ἀντίφασις εἶναι ὅτι ἐνῶ κατηγορεῖ ρητά τόν ἀπόλυτο προορισμό, οἱ συνέπειες τῶν θέσεών του ὁδηγοῦν πρός τά ἐκεῖ, ἐφ΄ὅσον τό ἔμβρυον δέχεται τό γνωμικόν θέλημα τῆς μητέρας ὡς φυσικόν, δηλ. δέχεται μία κακοποιό καί διεστραμμένη φύση ὡς ἀπαρχή, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία τῶν γονέων. Ἐφ΄ὅσον λοιπόν, τό ἔμβρυο δέχεται ἐξ΄ἀρχῆς μία φύση ἁμαρτωλή καί μάλιστα ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό της, ἀπό τόν ἄμεσο ή ἔμμεσο πρόγονο τό ἔμβρυο κατόπιν ἀκούσια καί προκαθορισμένα θὰ ἀναπτύξει συγκεκριμένες συμπεριφορές πού ἡ ἴδια του ἡ φύση θὰ τὸ ὁδηγήσει σέ συγκεκριμένη δράση, ἑπομένως γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ἡ σκέψη καί ἡ θέση τοῦ π. Ἀντωνίου ἑδράζεται στήν αὐγουστίνειο θεώρηση περί τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ. Ὁ Αὐγουστίνος κατά λογική συνέπεια ἐπειδή θεωροῦσε ὅτι μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ καταστράφηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καί ἡ θέληση αὐτῆς, τότε κατέληξε στόν ἀπόλυτο προορισμό, ὁπότε ὅλα ρυθμίζονται «ἄνωθεν» κατά τήν ἀνεξερεύνητη βουλή τοῦ Θεοῦ, πού σώζει ὅποιον θέλει, γιατί ἁπλῶς τό θέλει. Ἔτσι ὅλος ὁ κόσμος γίνεται ἕνα ἀπέραντο «κουκλοθέατρο». Ὁ καθένας, χωρίς νά τό ξέρει, εἶναι ἤ γιά τόν παράδεισο, ἤ γιά τήν κόλαση. Ὅπως εἴπαμε ἦταν λογική καί συνεπής ἡ θέση τοῦ Αὐγουστίνου, σύμφωνα μὲ τὴν δικὴ του ἀντίληψη περὶ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, διότι ἀναρωτιόταν «πὼς μπορεῖ νά μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν στιγμή πού εἶναι κατεστραμμένη ἡ φύση του, κατεστραμμένη καί ἡ θέλησή του, γιά ποιά ἐλευθερία τότε μιλᾶμε, ἐφ’ ὅσον δέν ἔχουμε ἐλεύθερη βούληση;»
Ἡ μέν σκέψη τοῦ Αὐγουστίνου εἶναι συνεπής καθ’ ἑαυτήν, ἡ δέ σκέψη τοῦ π. Ἀντωνίου ὅμως διακρίνεται ἀπὸ ἀσυνέπεια. Ναί μέν ρητά λέει: «δέν ἔχουμε ἀπόλυτο προορισμό», ἀλλά τά συμπεράσματά του ὁδηγοῦν πρός τά ἐκεῖ. Λέγει ἀκόμη ὅτι ἡ προαίρεση, τό γνωμικόν θέλημα, «μπορεῖ νά τά ἀλλάξει αὐτά, γιατί δέν εἴμαστε καταδικασμένοι καί ὅμηροι τῆς κληρονομικότητάς μας…ἡ προαίρεση δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν σκέψη, μέ τήν λειτουργία τοῦ ἐγκεφάλου, εἶναι κίνηση τῆς ψυχῆς πού ὅταν φωτισθεῖ ἀπό τόν Θεό, προτιμᾶ τό ἀγαθό…».
Δημιουργεῖται ἔτσι διπλή ἀπορία. Ἡ πρώτη ἀπορία εἶναι τὸ τὶ συμβαίνει στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἄνθρωπος δέχεται τήν θεία χάρη, ἡ δεύτερη ἀπορία εἶναι στὴν περίπτωση πού δέν θέλει νά δεχθεῖ τήν θεία χάρη.
Ἐάν γίνει ἀποδοχή τῆς Θείας Χάριτος
Στήν πρώτη περίπτωση, δέν δίνει διευκρινήσεις, διότι – κατ΄αὐτόν – τό ἔμβρυο γεννιέται μέ τήν ἀρρωστημένη φύση, ὁπότε τό θέμα τῆς Θ. Χάριτος, μᾶλλον τό ἀνάγει γιά μετά τό βάπτισμα. Τὸ νήπιο δηλαδὴ ἀφοῦ βαπτισθεῖ καὶ «φωτισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό», αὐξάνοντας στὴν ἡλικία ἀρχίζει νὰ «προτιμᾶ τὸ ἀγαθό». Ὁ ἐξαγιασμός πού προσφέρει τό βάπτισμα, ἔχει νά κάνει μέ τό ζήτημα τῆς προαιρέσεως καί ὄχι τῆς φύσεως. Ἄν ἦταν στό ἐπίπεδο τῆς φύσεως, τότε μέ τό βάπτισμα θά γινόμασταν ἄφθαρτοι. Ὅποια ἐλαττώματα θά εἶχε ἡ φύση θά διορθωνόντουσαν μέ τό βάπτισμα, ἀλλά ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι αὐτό δέν γίνεται. Εἰσέρχεσαι ἀνάπηρος στήν κολυμβήθρα καί ἀνάπηρος βγαίνεις, ἀλλά μέ ἁγιασμένη τήν προαίρεση, λόγω τῆς ἀδιστάκτου πίστεως. Ἑπομένως τό βρέφος τοῦ π. Ἀντωνίου, ἐφ’ ὅσον ἐκ φύσεως ἔχει τήν ὁμοφυλοφιλική συμπεριφορά, ὅπως εἰσέλθει στήν κολυμβήθρα, τό ἴδιο καί θά ἐξέλθει, διότι εἶναι ἀρρωστημένη ἡ φύση του, τό φυσικό θέλημα του, ἀκουσίως καί ἐξ΄ἀνάγκης θά ὁδηγηθεῖ στήν συγκεκριμένη συμπεριφορά. Ἄν, λοιπόν, ὁ  π. Ἀντώνιος ἐπιμένει ὅτι ἡ Θεία Χάρις ἐπεμβαίνει στά θέματα τῆς φύσεως τότε φέρει σέ ἀντίθεση τήν φύση μέ τήν Θεία Χάρη. Ὁπότε, ἤ ὁ Θεός εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ τῆς φύσεως, ἤ ὁ διάβολος, μέσω τῆς ἁμαρτίας τῆς μητέρας γίνεται δημιουργός μιᾶς κακῆς φύσεως. Ἐπίσης, θά πρέπει, νά μᾶς ἐξηγήσει, τό πῶς ἡ Θεία Χάρις διά μέσου τοῦ γνωμικοῦ θελήματος τοῦ βαπτισμένου, πού ἀποδέχεται αὐτή καί μετανοεῖ, θά δημιουργήσει ἕνα νέο φυσικό θέλημα σέ αὐτόν; Διότι, ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι ἡ θεία Χάρις ὁδηγεῖ τὴν προαίρεση στήν ἐλεύθερη ἀποδοχή τοῦ Θείου θελήματος.
Λέγει, δε σέ ἄλλο σημεῖο ὅτι: «ἡ μετάνοια…ἀφανίζει ἀπό τήν κυτταρική μνήμη ὅλα τά ἀρνητικά βιώματα καί τίς παραστάσεις πού ἀφομοιώσαμε ἀπό τό γενετικό ὑλικό τῶν γονέων καί τῶν ἄμεσων προγόνων μας, μέχρι 7ης γενεᾶς περίπου». Ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ π. Ἀντώνιος ἀποκαλύπτει, μία βαθειά ὑλιστική θεώρηση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας. Ἔχουμε μία βιοθεολογία τῆς μετανοίας. Ἀπό τήν μία μᾶς λέει ὅτι τό DNA ἀφορᾶ στό σῶμα, στήν σάρκα, καί ἀρχικῶς δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ψυχή. Ἄρα τό σῶμα τρόπον τινὰ ὑπάρχει χωριστὰ τῆς ψυχῆς, κατ΄αὐτόν. Μετά μᾶς λέει ὅτι ἡ ψυχή ἑνώνεται μέ τό σῶμα «ἐξ ἄκρας συλλήψεως». Στήν συνέχεια μᾶς μιλάει γιά μιά κυτταρική μνήμη, πού περιέχει ἡθικές συμπεριφορές θετικές καί ἀρνητικές καί ἕνα ψυχικό ὑλικό τῶν γονέων καί τῶν προγόνων. Δέν ἀναφέρεται στά ἀδιάβλητα πάθη, σωματικούς χαρακτῆρες καί ἀσθένειες, πού εἶναι ἡ κληρονομικότητά. Ἕνα ἁπλό ἐρώτημα πού γεννιέται εἶναι: ἡ μνήμη ἀνήκει στήν ψυχή, ἤ στό σώμα; Ἡ μνήμη εἶναι ψυχική ἐνέργεια ἤ σωματική; Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐπιστήμη γενικῶς, λέγοντας ψυχή, ἐννοεῖ τίς ἐγκεφαλικές λειτουργίες ποὺ ἀποτελοῦν ἐκδήλωση τῶν βιοχημικῶν ἑνώσεων. Δέν ἀποδέχεται τήν ψυχή ὡς ἄϋλη ὀντότητα, ξεχωριστή τοῦ σώματος, μέ δικές της οὐσιώδεις ἐνέργειες διαφορετικὲς ἀπὸ τίς σωματικές ἐνέργειες. Ἄλλο, λοιπόν, τὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας ψυχῆς στὴν ἐπιστήμη, καὶ ἄλλο στὴν θεολογία. Γιατὶ τὰ ἀνακατεύετε π.Ἀντώνιε; Μὴν προσπαθεῖτε νὰ κάνετε θεολογία ἐκ τῆς ἐπιστήμης. Τὸ DNA δὲν καλύπτει τὴν ἀνθρώπινη φύση. Τὸ «τὶ ἔστι ἄνθρωπος», δὲν θὰ μᾶς τὸ πεῖ ποτὲ τὸ DNA, οὔτε ἡ ὑποτιθέμενη κυτταρικὴ μνήμη.
Ἐάν δὲν γίνει ἀποδοχή τῆς Θείας Χάριτος
Ἐρχόμαστε τώρα, στήν δεύτερη περίπτωση, κατά τήν ὁποία τό τέκνο ἔχοντας τήν ἀρνητική κληρονομιά, δέν ἀποδέχεται τὴν ἐπίδραση τῆς Θ. Χάριτος. Δέν θέλει, λοιπόν, νά ἀποδεχθεῖ τήν ἀπελευθέρωση πού προσφέρει ἡ Θ. Χάρις στήν ἀρρωστημένη φύση του. Σοῦ λέει: «αὐτή εἶναι ἡ φύση μου», καί δέν εἶναι ὑπεύθυνος καί ἔνοχος γι΄αὐτή τήν ἀρρωστημένη κληρονομιά. Κινεῖται καί δρᾶ ἐνστικτωδῶς, ὅπως τὰ ἄλογα ζῶα. Γιατί, λοιπόν, νά πρέπει νὰ καταδικασθεῖ καί νά κολασθεῖ ἀπό τήν στιγμή πού ἔχει ἀκούσια μία τέτοια φύση, ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ σέ μία συγκεκριμένη συμπεριφορά, ἡ ὁποία κρίνεται ὡς ἁμαρτία; Καί γιατί νά εἶναι ἁμαρτία; Ἡ ἁμαρτία εἶναι στό ἐπίπεδο τῆς προαιρέσεως, στό «πῶς θέλειν» τῆς φύσεως, καί ὄχι στό «θέλειν». Ἐδῶ ὁ π. Ἀντώνιος, μᾶς λέει ὅτι τό «πῶς θέλειν» τό ἔχει ἐκ φύσεως, ἔτσι μᾶς παρουσιάζει τήν ἁμαρτία ὡς «οὐσιώδη ποιότητα» τῆς φύσεως. Πιστεύουμε, ὅτι γίνεται κατανοητὸ ὅτι αὐτά εἶναι ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Περὶ κληρονομικῆς ἁγιότητος
Στήν συνέχεια τῶν λόγων του ἀναφέρει ὅτι «ἅγιοι γεννοῦσαν συνεχῶς ἁγίους μέσα στήν ἐναλλαγή τῶν αἰώνων. Ἡ κληρονομική αὐτή μετάδοση τῆς χάριτος στούς μηχανισμούς παραγωγῆς της». Μιλάει γιά μία ἀλληλοδιάδοχο ἐπαύξηση «δίκην χιονοστιβάδος» τῆς κληρονομικῆς ἁγιότητος «μέχρι πού φθάσαμε στήν Θεομητορική ἐμφάνεια».
Ἐπειδή ἀναφέρεται στούς προγόνους τῆς Θεοτόκου, ὑπενθυμίζουμε ὅτι μεγάλος ἀριθμός τῶν προγόνων, ὄχι μόνον δέν ἦσαν ἡγιασμένοι, ἀλλά τούς κατηγορεῖ ἡ Ἁγία Γραφή γιά ἐπαίσχυντες πράξεις, ὅπως ὁ Σολομών, ὁ  Δαυίδ, ὁ πατριάρχης Ἰούδας, ὁ βασιλιάς Μανασσῆς κλπ. Ἑπομένως ἡ «χιονοστιβάδα» τοῦ π. Ἀντωνίου παρουσιάζει κενά.
Ἡ Ἐκκλησία μας χρησιμοποιεῖ γιά πολλούς ἁγίους τήν φράση «ἐκ κοιλίας μητρός ἡγιασμένος». Δέν ἐννοεῖ ὅμως οὐδέποτε αὐτό πού περιγράφει ὁ π. Ἀντώνιος, περί κληρονομικῆς ἁγιότητος. Ὁ Ἀπόστολος λέγει «οὕς ὁ Θεός προέγνω, τούτους καί προώρισε» (Ρωμ. 8, 29). Ἐδῶ δέν ἔχουμε μεμονωμένα τόν προορισμό, ὅπως στόν Αὐγουστίνο. Ἡ Ὀρθοδοξία κινεῖται στό σχῆμα «πρόγνωσις–προορισμός». Ὁ Θεός προορίζει κατά πρόγνωση. Προγνωρίζοντας ὁ Θεός τήν προαίρεση ἑνός ἀνθρώπου, ὅτι θά εἶναι εἰς ἄκρον φιλόθεος, τόν προορίζει σέ ἐξαίρετες ὑπηρεσίες τῆς Θείας Προνοίας. Δέν τοῦ δίνεται κληρονομικά, ἐκ φύσεως κάποια χάρις ἰδιαίτερη. Οὔτε ἡ χάρις κληρονομεῖται, οὔτε ἡ ἁμαρτία. Οἱ λόγοι πού ἀναφέραμε ἐκ τῶν Πατέρων, γιά τήν περίπτωση τῆς ἁμαρτίας, ἰσχύουν καί γιά τήν ἁγιότητα. Θά προσθέταμε, μάλιστα, ὅτι στήν κληρονομικότητα τῆς ἁγιότητος, ἡ βλασφημία εἶναι μεγαλύτερη. Διότι, γιά νά μπορεῖ νά κληρονομηθεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι γίνεται κτῆμα καί γι΄αὐτό μπορεῖ νά δοθεῖ. Δηλ. ἡ μητέρα γιά νά τό δώσει στό παιδί, σημαίνει ὅτι ἡ χάρις γίνεται κάτι τό φυσικό, κάτι τό κτιστό. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ὅτι στά λεγόμενα τοῦ π. Ἀντωνίου, παρεισάγεται ἡ ἔννοια τῆς «κτιστῆς χάριτος». Παρεισάγεται ἔτσι μὶα ἐκ τῶν κετρικῶν πλανῶν τοῦ παπισμοῦ, αὐτὴ τῆς κτιστῆς χάριτος.
Ἀπό ἁγίους γονεῖς, δέν γεννιέται πάντα ἅγιο παιδί, διότι ὅλα βασίζονται στήν προαίρεση τῆς ὑποστάσεως. Οἱ ἅγιοι γονεῖς μποροῦν νά παιδαγωγήσουν ἁγίως τό παιδί τους, δέν μποροῦν ὅμως νά γεννήσουν ἅγιο ἄνθρωπο. Τί θά ἔλεγε ὁ π. Ἀντώνιος γιά τίς περιπτώσεις, πού πόρνες γυναῖκες γέννησαν ἀνθρώπους μέ ἐξαίρετον ἁγιότητα, ὅπως γιά παράδειγμα ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Συκεώτης (22 Ἀπρ.);
Ἡ ἀστοχία τῆς ἁμαρτίας
Μᾶς λέγει, σέ ἄλλο σημεῖο, ὅτι «ἡ ἁμαρτία δεν εἶναι μία ἀστοχία».
Κατά τούς Πατέρες ὅμως, ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀστοχία. Μία ἀστοχία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ποὺ ἀπομακρύνει τὴν φύση ἀπὸ τὸ οἰκείον τέλος της. Διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση, καθό τρεπτή ἔχοντας ἀρχὴ πορεύεται σ΄ἕνα «τέλος», καί τό τέλος αὐτό εἶναι ὁ Θεός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἀστόχησε πρός αὐτή τήν κατεύθυνση, τότε δίκην παρυπόστασης διαμορφώθηκε ἕνα ἄλλο «τέλος», τό ὁποῖον δέν ἦταν ὁ Θεός. Δηλαδή ἡ ἀνθρώπινη φύση ὁδηγήθηκε μέσω τοῦ γνωμικοῦ θελήματος σὲ ἕνα ἄλλο «τέλος». Αὐτό εἶναι ἡ ἀστοχία τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία καί ἡ «παρυπόσταση» θά καταργηθοῦν, ἡ ἀνθρώπινη φύσις ὅμως δέν θά καταργηθεῖ.
Περὶ συμπαντικῶν διαστάσεων τῆς ἁμαρτίας
Κατόπιν μᾶς μιλάει καί λέει ὅτι, «ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἁγιότητα ἔχουν συμπαντικές διαστάσεις». Ἀναφέρει δέ ὡς στήριξη τῶν λόγων του, τό ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου, ὅτι «ἐστήριξε τήν οἰκουμένη» μέ τίς εὐχές του. Λυπούμεθα, ἀλλά εἶναι σέ πλήρη σύγχυση. Ἀναφέροντας «συμπαντικές διαστάσεις», ξεφεύγουμε ἀπό τά ἀνθρωπολογικά πλαίσια πού ἐκφράζει ὁ ὄρος «οἰκουμένη». Δηλαδή, ἡ ἁμαρτία ἑνός ἀνθρώπου ἐπηρεάζει τίς τροχές τῶν πλανητῶν; Ἤ ρυθμίζει τό πότε θά σκάσει ἕνας σουπερνόβα ἀστέρας; Τό σύμπαν εἶναι μία φυσική δομή καί τίποτε ἄλλο. Ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἔχει νά κάνει μέ τά λογικά ὄντα, ἀνθρώπους καί ἀγγέλους. Τό σύμπαν κινεῖται στούς ρυθμούς καί τούς νόμους πού ἐδόθησαν ἄμεσα ἀπό τόν Δημιουργό. Ὅταν λέγει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι ἡ κτίση «συνωδίνει καί συστενάζει» (Ρωμ. 8, 22), ἀναφέρεται στήν εἴσοδο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου μέσα στήν κτίση.
Ἡ προσωπική μας γνώμη εἶναι ὅτι τό ὅλον βάρος τῆς συνεντεύξεως, δίδεται στήν «θεολογική» στήριξη ὅτι ἡ δαιμονική ἐνέργεια ἔχει συμπαντικές διαστάσεις καί ὅτι οἱ ἁμαρτίες «εἶναι ἑστίες ἐκκολάψεως τῶν δυνάμεων τοῦ σατανᾶ». Ὄχι μόνον εἶναι αὐτό ἀμάρτυρον ἀλλά καί  ἀντορθόδοξον. Ὁ Ἁγ. Μάρκος ὁ Ἀσκητής, μᾶς τό λέει κατηγορηματικά. «Ἡ μόνη ἐξουσία πού τοῦ ἐπετράπηκε εἶναι στήν πρώτη κίνηση τοῦ νοῦ νά ὑποδεικνύει μέ ἕναν ἁπλό λογισμό τά πονηρά πράγματα μέ σκοπό νά δοκιμάσει τήν προαίρεσί μας πρός τά πού κλίνει…» (ὅπ. παρ. σελ. 153).
Δέν ἔχει, λοιπόν, κανένα δικαίωμα ἐκτός ἀπό τήν προσβολή τῶν πονηρῶν λογισμῶν. Ἐδῶ μᾶς λέει ὁ π. Ἀντώνιος ὅτι οἱ ἁμαρτίες εἶναι ἑστίες τῆς ἐκκολάψεως τῶν δυνάμεων τοῦ σατανᾶ. Σάν νά λέμε ὅτι οἱ ἁμαρτίες αὐξάνουν τήν δύναμη τοῦ σατανᾶ. Ποῦ ὑπάρχει αὐτή ἡ διδασκαλία στούς Πατέρες; Ἄν ἰσχύει αὐτή ἡ θεώρηση, ὅτι αὐξάνεται ἡ δύναμη τοῦ διαβόλου ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, τότε δέν θά εἶχε προλάβει νά γίνει ἡ πρώτη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, διότι προχριστιανικά ἦταν τεράστια ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ Σατανᾶς, τόν ἄνθρωπο τόν καταδιώκει, τόν ἐξαπατᾶ, τόν κλέβει ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί προσπαθεῖ συνολικά νά ἀπωλεσθεῖ, τό ἀνθρώπινο γένος. Δέν συνεπάγεται ὅμως αὐτό, τήν αὔξηση τῆς δυνάμεως τοῦ σατανᾶ. Ὅταν ἡ μητέρα ἁμαρτάνει, δέν σημαίνει, ὅτι ἡ δαιμονική ἐνέργεια εἰσέρχεται στόν μηχανισμό τῆς παραγωγῆς, καί ὅτι αὐτό πού παράγει εἶναι ἐξίσου ἁμαρτωλό, ὅτι τό παιδί ἐκ φύσεως εἶναι ἁμαρτωλό, καί ὅτι ὅλη αὐτή ἡ ἁμαρτία ἔχει «συμπαντικές διαστάσεις». Μέ αὐτή τήν θεώρηση δίνει κοσμολογική διάσταση στήν ἀτομική ἁμαρτία.
Περὶ Προνοίας τοῦ Θεοῦ
Δέν ἀναφέρεται πουθενά ὁ π. Ἀντώνιος στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καί ὁδηγεῖ στήν τεκνοποίηση. Ἡ συνεύρεση τοῦ ἀνδρογύνου, πέραν τῶν ὑπαρχόντων ἀφορμῶν γιά τήν σωματική ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι καί θέμα τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δίνει εἰς ἕκαστον τήν ψυχήν του. Δέν εἶναι μόνον, αὐστηρῶς, μία ἀνθρώπινη διαδικασία, μία συνεύρεσις, ἔξω ἀπό τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει συνέργεια Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Ἄς θυμηθοῦμε τόν λόγον τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τόν ρώτησαν οἱ μαθητές γιά τόν ἐκ γενετῆς τυφλόν, πού ἀπάντησε: «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰωαν. 9, 3). Μέσα ἀπό αὐτή τήν διάδραση Θεοῦ καί ἀνθρώπου, θέλει νά φανερώσει ἡ Γραφή τό τέλος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ἡ ἱερά ἱστορία ἔρχεται καί ὁρίζει ἕνα τέλος, τό ὁποῖον καί θά φανερωθεῖ. Πρέπει ὅμως καί νά ἐπιγνωσθεῑ ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση, αὐτό τό τέλος, στό ὁποῖον ὁδηγεῖται ἀπό τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱερά ἱστορία ἔχει καταδείξει, ὅτι ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔχει ὁδηγήσει ἀνθρώπους, ὑψηλῆς ἁγιότητος, νά μή μποροῦν νά τεκνοποιήσουν. Ἑπομένως, ὄχι μόνον ὁ Θεός εἶναι αὐτός πού δίνει μία ψυχή στήν συνεύρεση τοῦ ἀνδρογύνου, ἀλλά εἶναι καί ἡ Πρόνοια Του πού δίνει τήν δυνατότητα τῆς συλλήψεως. Αὐτό τό κεφάλαιο τῆς πίστεώς μας διαφεύγει ἀπό τόν π. Ἀντώνιο.
Περὶ τῆς ἡδονῆς
Ἴσως, στήν σκέψη τοῦ π. Ἀντωνίου νά ὑπάρχει μία θολή κατανόηση στό θέμα τῆς ἡδονῆς, καί στήν χρήση της. Ἐπίσης μπορεῖ νὰ δημιουργοῦνται ἀπορίες στὸ ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀνήδονη, ἦταν ἀπαθής. Ἐν πρώτοις, ὅπως εἴπαμε ὁ διάβολος τόν ἄνθρωπο τόν καταδιώκει καί προσπαθεῖ νά τόν ἐξαπατήσει, γι΄αὐτό καί «ὑποκρύπτεται». Δηλαδή παρουσιάζει κάτι ὡς ἀγαθό καί πίσω ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει μία ἀστοχία, μία ἁμαρτία. Ποιό εἶναι αὐτό τό ἀγαθό; Λένε οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι ἡ ἡδονή. Ἡ ἡδονή ὅμως ἀνήκει στή φύση καί συνδέεται μέ τό «τέλος» τῆς φύσεως. Ὅλοι οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιά τήν θεία ἡδονή, γιά τήν μεγίστη ἡδονή πού αἰσθάνεται ὁ ἅγιος στήν σχέση καί τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό. Ὁ διάβολος, χρησιμοποιεῖ αὐτή τήν ἡδονή καί τήν σπρώχνει σέ μία δική του κατεύθυνση. Τό βλέπουμε καθαρά στόν περίφημο πειρασμό τῶν πρωτοπλάστων, πού τούς ἐξαπάτησε καί τούς ἔβγαλε ἀπό τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει, λοιπόν, ἕνα σύμπλοκο μεταξύ ἐντολῆς, ἀνθρώπινης φύσεως, καὶ κινήσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως βάσει τῆς ἐντολῆς. Ἡ ἐντολή ἔχει ἕνα σκοπό, καί εἶναι καταργήσιμη. Σκοπός της εἶναι νά διασφαλίσει τήν κατά φύση κίνηση, τήν κίνηση πρός τό «τέλος» πού εἶναι ὁ Θεός. Ἔρχεται λοιπόν ὁ διάβολος καί μέ προκάλυμα τήν ἡδονή, ἀκυρώνει τήν ἐντολή, ἡ ὁποία ἔχει πάντα τήν ἔννοια τῆς ἀπαγόρευσης, καί δημιουργεῖ μίαν ἄλλη κατεύθυνση σέ αὐτή τήν κίνηση, πρός ἕνα ἄλλο «τέλος» δηλαδὴ τὴν ἀπώλεια. Μέ ἄλλα λόγια, παρασύρωντας τό γνωμικό θέλημα τοῦ ἀνθρώπου καί ἐξαπατώντας το, δίνει μίαν ἄλλη κατεύθυνση, διαβλητή καὶ ἰδιοτελή, στήν φυσική ἡδονή. «Ἐπειδή τοίνυν κατὰ τὴν τρεπτήν τε καὶ ἀλλοιωτήν ὁρμήν τε καὶ κίνησιν, οὐκ ἐνδέχεται τήν φύσιν ἀφ᾽ἑαυτῆς μένειν ἀκίνητον, ἀλλ᾽ἐπὶ τι πάντως ἡ προαίρεσις ἴεται, τῆς πρός τὸ καλόν ἐπιθυμίας αὐτήν ἐφελκομένη φυσικῶς εἰς κίνησιν. Καλόν δὲ τὸ μὲν τι ἀληθῶς κατὰ τὴν φύσιν ἐστί, τὸ δὲ οὐ τοιοῦτον, ἀλλ᾽ἐπηνθισμένον τινὶ καλοῦ φαντασία. Κριτήριον δὲ τούτων ἐστίν ὁ νοῦς ἔνδοθεν ἡμῖν ἐνιδρυμένος. Ἐν ᾧ κινδυνεύεται, ἤ τὸ ἐπιτυχεῖν τοῦ ὄντος καλοῦ, ἤ τὸ παρατραπέντας αὐτοῦ διά τινος τῆς κατὰ τὸ φαινόμενον ἀπάτης ἐπὶ τὸ ἐναντίον ἡμᾶς ἀποῤῥυῆναι» (Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Λογ. Κατηχ. § 21, 2 / ΕΠΕ, 1, σ. 466).
Μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος ὅτι ἡ φύσης δὲν μένει ποτὲ ἀκίνητος. Ἡ προαίρεσὴ της κινεῖται φυσικῶς πρὸς τὴν ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ. Τὸ κακὸν καλύπτεται ἀπὸ μὶα ἐσφαλμένη θεώρηση τοὺ καλοῦ. Ὁ νοῦς κρίνει καὶ προαιρεῖται, ἤ τὸ ὄντως καλόν, ἤ τὴν φαντασία τοῦ καλοῦ. Ὁ νοῦς ὅταν δὲν ἐλπίζει στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τηρεῖ τὶς ἐντολές, κλέπτεται καὶ ἀπατᾶται διὰ τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς. Ἡ ἐμπαθής φιληδονία, εἶναι θέμα τῆς ψυχῆς. Τό σῶμα, ὅσο καί νά δίνει ἀφορμές ἄν δέν θελήσει ἡ ψυχή, δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε. Ἡ παρὰ φύση γνωμικὴ κίνηση τῆς προαιρέσεως, δημιουργεῖ τό «ἴδιον τέλος», τήν ἀστοχία τῆς ἁμαρτίας. Λέει ὁ π. Ἀντώνιος, ὅτι μεταδίδεται κληρονομικά μία ἐμπαθής σαρκικότητα. Αὐτή ὅμως μπορεῖ μόνο μέσα ἀπό τήν παιδαγωγία τῶν γονέων, νά μεταδοθεῖ, ἀφοῦ γεννηθεῖ τό παιδί, καί ὄχι ὡς φυσικὴ κληρονομιά. Ἡ σαρκικότητα αὐτή, εἶναι ἡ φιληδονία, καί αὐτή εἶναι πάθος ψυχῆς, πλὴν ὑποστατικόν, προσωπικόν. Θέλει δηλαδὴ ἡ ψυχή καί τό προσλαμβάνει.
Ἴσως κάποιος πεῖ, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀνήδονη, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξει αὐτὴ ἡ «σαρκικότητα». Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, προσέλαβε ὑποστατικὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἄν τυχόν, γεννιόταν ἐκ «σπέρματος ἀνδρός καί θελήματι σαρκός» τότε θά εἶχε ἰδίαν ἀνθρωπίνη ὑπόσταση. Θά ἦταν κάτι παράλληλο τῆς Θεοτόκου, ἕνας ἄνθρωπος θεοποιηθείς. Τότε θά ἦταν ἰδιαιτέρα ἀνθρωπίνη ὑποστάση, μέ ἐνήδονη γέννηση, μέ γνωμικό θέλημα σταδιακὰ θεούμενος καὶ μὲ φαντασία. Ὁπότε θά δικαιονόταν ὁ Νεστοριανισμός.
Ὁ Χριστός στόν Ἅδη
Μέσα στήν ροή τῶν λόγων του ὁ π. Ἀντώνιος, κάνει μία ἀναφορά στήν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη, γιά νά ἐπιβεβαιώσει τά προηγούμενα λόγια του, περί τοῦ DNA καί «τήν ἐκτύπωση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σώματος στήν ψυχή καί τἀνάπαλιν». Λέει χαρακτηριστικά «οἱ ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, ἤτοι ἡ αἴσθηση καί ἡ φαντασία δέν μποροῦν νά ἐνεργοῦν χωρίς τό σῶμα. Ἔτσι, ὅταν μαστιγωνόταν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί βασανιζόταν, τότε οἱ τύποι καί οἱ ἀμυδρές φαντασίες τῶν μαστίγων καί τῶν παθῶν χαράσσονταν καί στήν ψυχή τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, τά σημάδια τοῦ σώματος διαβιβάστηκαν καί στήν ψυχή, καί αὐτά εἶδε ὁ ἅδης καί τρόμαξε».
Ἐμεῖς, ὅμως, τρομάζουμε μέ τίς συνέπειες τῶν λόγων τοῦ π. Ἀντωνίου. Κατ΄ἀρχάς δίνει ὀντότητα, στήν ποιητική εἰκόνα τοῦ Ἄδη, τοῦ δίνει μάτια, αἴσθηση καί ψυχή. Καί ἄν δεχθοῦμε αὐτή τήν ὀντότητα τοῦ Ἄδη, τότε αὐτός ὁ Ἄδης δέν εἶδε καὶ δὲν συγκλονίσθηκε ἀπὸ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ πού κατηύγασε καί ζωοποίησε τίς «φυλακισμένες» ψυχές καί ἐξαφάνισε οὐσιαστικά τόν Ἄδη; Εἶδε μόνο τίς πληγές καί τά ξεσχίσματα πού «ἀποτυπώθηκαν» στή ψυχή του! Ἐδῶ ἔχουμε ἕναν ἐξευτελιστικό ἐξυλισμό τῆς θεολογίας. Ὅλα γίνονται ὕλη καί ἑρμηνεύονται ὑλικά, καί δημιουργοῦν μίαν ὑλόφρονα πνευματικότητα.
Ἀναφέρει τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἀλλά δέν πρόσεξε ὅτι ὁ Ἅγιος, μὲ ὅσα ἀναφέρει περιγράφει τήν ἀνθρωπολογία. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος σέ ἄλλη συνάφεια ἀναφέρει ρητά ὅτι ὁ Χριστός, οὔτε φαντασία εἶχε, οὔτε δόξα, δηλαδὴ γνωμικό θέλημα. (Ἁγίου Νικοδήμου, «Συμβουλευτικὸ ἐγχειρίδιον, ἔκδοσ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθήνα 1999, σελ. 157») Ὁπότε ὁ λόγος τοῦ π. Ἀντωνίου, «οἱ τύποι καί οἱ ἀμυδρές φαντασίες τῶν μαστίγων καί τῶν παθῶν χαράσσονταν καί στήν ψυχή τοῦ Χριστοῦ», εἶναι λόγος συγχύσεως. Καί ἄν συνδέσουμε τά λεγόμενά του, ὅτι ὅλα ἀποθηκεύονται στήν κυτταρική μνήμη, τότε ὅταν κοινωνᾶμε τό ἅγιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τρῶμε καί τήν κυτταρική του μνήμη; Νομίζω, ὅτι εἶναι ὁλοφάνερο, πώς ἀγγίζουμε τά ὅρια τῆς βλασφημίας.
Περὶ ἐπιστήμης
Πολλοί «θεολόγοι», στίς μέρες μας, παρατηροῦνται νά τρέχουν λαχανιασμένοι πίσω ἀπό τήν «θεά» ἐπιστήμη, μήπως καί πετύχουν κάτι ἀπό αὐτά πού λέγει, πού νά ἐπιβραβεύει «θεολογικές» θέσεις. Τό μόνο, πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι ὅτι δέν γνωρίζουν σέ «τί» πιστεύουν καί ἡ ἐλπίδα τους εἶναι ἀποκεφαλισμένη. Ὅσο ἀπέχει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, ἀπέχει καί ἡ «θεά» ἐπιστήμη ἀπό τήν θεολογία. Ἤ αὐτό πού εἶπε ὁ πατριάρχης Ἀβραάμ στόν ὀδυνώμενο πλούσιο, πού ζητοῦσε μία ρανίδα ὕδατος, «τέκνον, μεταξύ ὑμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται» (Λουκ. 16, 22).
Ἡ ὅλη συνέντευξη εἶναι πλημμυρισμένη ἀπό πορίσματα τῆς ἐπιστήμης τῆς ἐπιγενετικῆς καί τῆς συμπεριφορικῆς ψυχολογίας πού ἀναπτύχθηκε στά πλαίσια τῆς φιλοσοφίας τοῦ πραγματισμοῦ. Θεωρεῖ ὅτι τά ψυχικὰ γεγονοτὰ στὸν ἄνθρωπο ἀνάγονται σέ συμπεριφορές. Ἡ ὀπτική της εἶναι κοινωνική, δέν εἶναι ἀτομική. Ὑπάρχουν συγκεκριμένοι κοινωνικοί κώδικες, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν τούς ὄρους μέ τούς ὁποίους τά κοινωνικά ὄντα ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους. Δηλ. τά πάντα εἶναι συμπεριφορές, κώδικες μέ βάση τούς ὁποίους λειτουργεῖ ἕνας ἄνθρωπος στά πλαίσια τῆς κοινωνίας του, οἱ ὁποῖοι σέ ἕνα μεγάλο βαθμό εἶναι προκαθορισμένοι. Γι΄αὐτούς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα σύμπλοκο κοινωνικῆς ἐξέλιξης. Ὅλη λοιπόν, αὐτή τήν ἀρρωστημένη θεώρηση, μᾶς τήν

†Γέροντας Αναστάσιος Κουδουμιανός (2.12.13)


Ο μακαριστός Αρχιμανδρίτης Αναστάσιος, κατά κόσμο Γεώργιος Λεονταρίδης, γεννήθηκε στον Πανασό Κρήτης, στις 20/7/1927. ‘Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος, καταγόμενος από τη Σελεύκεια της Μικράς Ασίας, με πολλούς συγγενείς στο χωριό Δαμάνια Μονοφατσίου Κρήτης, τόπο εγκατάστασης προσφύγων από τη Σελεύκεια, μετά τη μικρασιατική καταστροφή.
Η αγράμματη μητέρα του Ελένη καταγόταν από το χωριό Πανασός Καινουργίου Κρήτης, αγαπούσε τον Θεό και την Εκκλησία και αργότερα έγινε Μοναχή με το όνομα Ευγενία. Οι γονείς του Γέροντα είχαν τρία παιδιά, τον Γεώργιο, τη Μαρία και την Κυριακή, ή οποία κοιμήθηκε σέ ηλικία 7 ετών. Τα τρία αυτά παιδιά χάσανε νωρίς τον πατέρα τους, σέ δύσκολη εποχή και μεγάλωσαν μέσα σέ δυστυχίες, πείνες, αρρώστιες και ταλαιπωρίες.
Τον Γέροντα, ως μικρό Γεώργιο, τον ώθησε στα στοιχειώδη γράμματα του δημοτικού σχολείου ή μητέρα του. Όπως ό ίδιος έλεγε τα πράγματα τότε ήταν πολύ στενά, αγόραζαν ακόμα και τα βιβλία τού σχολείου. Ό μαθητής Γεώργιος όμως είχε φιλομάθεια και έλαβε, τότε, πέντε ενδεικτικά με βαθμό εννέα και το απολυτήριο με άριστα δέκα. Ή δύσκολη εκείνη εποχή διέκοψε τις άριστες μαθητικές επιδόσεις του. Η ευλαβέστατη μητέρα τους από νωρίς τούς μετάγγισε τη δύναμη της πίστεως και της προσευχής. Ό Γέροντας έμαθε να νηστεύει αυστηρά, να μελετά και να προσεύχεται με όλη τη δύναμη της καρδιάς του. Ώς μικρό παιδί, μελέτησε τον βίο τού Άγ. Αντωνίου, εμπνεύστηκε από τούς άθλους της ένθεης βιωτής του και άρχισε να εξασκεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ και Λόγε τού Θεού τού ζώντος, διά της

Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος (25/1)


π. Γεώργιος Φλορόφσκυ
Ο Γρηγόριος άφησε πολλά αυτοβιογραφικά κείμενα, και οι περιγραφές που μας δίνει για τη ζωή του είναι γεμάτες από λυρισμό και δραματικότητα. Εκ φύσεως έρρεπε προς τη σιωπή και την αποχώρηση, και πάντα ζητούσε την απομόνωση για να μπορέσει να αφιερωθεί στην προσευχή.
Όμως εκλήθη από το θέλημα του Θεού και τις επιθυμίες των άλλων προς λόγους, έργα, και ποιμαντική διακονία σε μια περίοδο υπερβολικής συγχύσεως και αναταραχής. Σε όλη του τη ζωή, που ήταν γεμάτη από θλίψεις και επιτεύγματα, υποχρεώνονταν συνεχώς να καταπνίγει τις φυσικές του επιθυμίες και τους φυσικούς του πόθους.
Ο Γρηγόριος γεννήθηκε περί το 330 στην Αριανζό, στο υποστατικό του πατέρα του κοντά στη Ναζιανζό, «στη μικρότερη από τις πόλεις» της νοτιοδυτικής Καππαδοκίας. Ο πατέρας του, που στη νεότητά του ανήκε στην αίρεση των Υψισταρίων, ήταν επίσκοπος Ναζιανζού. Η μητέρα τού Γρηγορίου ήταν η κυριαρχούσα μορφή στην οικογένεια. Υπήρξε ο «δάσκαλος της ευσέβειας» για τον άνδρα της και «επέβαλε αυτή τη χρυσή αλυσίδα» στα παιδιά της. Και η κληρονομικότητα και η εκπαίδευσή του ενίσχυσαν τον συναισθηματισμό, την ικανότητα διεγέρσεως αισθημάτων, και την ικανότητα άμεσου εντυπωσιασμού του Γρηγορίου, καθώς και την αποφασιστικότητά του και τη δύναμη της θελήσεώς του. Διατηρούσε πάντα θερμές και στενές σχέσεις με τους συγγενείς του και συχνά τους θυμότανε.
Από τα παιδικά του χρόνια ο Γρηγόριος διακρίνονταν από μιά «φλογερή αγάπη για τη μελέτη». «Προσπαθούσα να κάνω τις ανήθικες επιστήμες να υπηρετήσουν τις καλές», έλεγε. Σύμφωνα με τη συνήθεια των χρόνων εκείνων, τα χρόνια σπουδής τού Γρηγορίου ήταν χρόνια περιπλανήσεως.
Έλαβε πλήρη μόρφωση στη ρητορική και τη φιλοσοφία στην πατρίδα του Ναζιανζό, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια, και τέλος στην Αθήνα. Ανέβαλλε το βάπτισμά του ως ότου έγινε ώριμος άνδρας.Στην Αλεξάνδρεια ο Γρηγόριος είχε πιθανώς δάσκαλο τον Δίδυμο. Στην Αθήνα συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Βασίλειο, τον οποίον είχε νωρίτερα συναντήσει στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, και ο οποίος ήταν ακριβώς στα χρόνια του. Ο Γρηγόριος θυμόταν πάντα τα χρόνια εκείνα στην Αθήνα με ευχαρίστηση: «Αθήναι και παίδευσις». Όπως έγραψε αργότερα, ήταν στην Αθήνα που αυτός, όπως ο Σαούλ, «ζήτησε τη γνώση και βρήκε την ευτυχία». Αυτή η ευτυχία ήταν η φιλία του με τον Βασίλειο, που του έδωσε περισσότερη χαρά και περισσότερο πόνο από οποιονδήποτε άλλον. «Γίναμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον. Είμαστε ομόστεγοι, ομοδίαιτοι, αδέλφια· η αγάπη μας για τη μάθηση ήταν ο μοναδικός σκοπός μας. Και η αγάπη του ενός για τον άλλον συνέχεια μεγάλωνε. Τα είχαμε όλα κοινά, και είχαμε μια ψυχή που ήταν σε δυό χωριστά σώματα». Η ενότητά τους ήταν ενότητα εμπιστοσύνης και φιλίας. Οι πειρασμοί των «βλαβερών Αθηνών» δεν τους απέσπασαν Ήξεραν μόνο δυο δρόμους. Εναν που οδηγούσε στην εκκλησία και τους θρησκευτικούς διδασκάλους τους. Και έναν άλλον που οδηγούσε στους διδασκάλους των κοσμικών επιστημών. Θεωρούσαν ως το σπουδαιότερο πράγμα το να είναι και να ονομάζονται Χριστιανοί. «Είχαμε και οι δυο μια μόνη επιδίωξη, την αρετή, και ένα μόνο σκοπό, που ήταν να απαρνηθούμε τον κόσμο όσο θα έπρεπε να ζήσουμε μέσα σ’ αυτόν, και να ζούμε για τη μέλλουσα ζωή». Κατά την περίοδο αυτήν της ασκητικής ζωής σπούδασαν τη φιλοσοφία και τη θρησκεία.
Ο Γρηγόριος παρέμεινε πάντα ένας «εραστής της παιδεύσεως». «Είμαι ο πρώτος των εραστών της σοφίας», έλεγε. «Τίποτε δεν προτιμώ περισσότερο από τις σπουδές μου, και δεν θέλω η Σοφία να με ονομάσει φτωχό δάσκαλο». Ονομάζει τη φιλοσοφία ως τον «αγώνα να κερδίσει κανείς ό,τι είναι πιο πολύτιμο από όλα». Σ’ αυτήν περιλάμβανε και την «θύραθεν» παίδευση:
«παίρνουμε κάτι χρήσιμο για την ορθοδοξία μας ακόμα και από τις κοσμικές Επιστήμες. ‘Από εκείνο που είναι κατώτερο μαθαίνουμε για κείνο που είναι ανώτερο, και μετατρέπουμε αυτήν την αδυναμία σε δύναμη της διδασκαλίας μας. Ο Γρηγόριος εξακολούθησε να υπερασπίζεται την πολυμάθεια και αργότερα στη ζωή του. «Καθένας που έχει μυαλό θα αναγνωρίζει ότι η “παίδευσις” είναι για μας “το πρώτον των αγαθών”. Και δεν εννοώ μόνον την ευγενέστερη και δική μας (χριστιανική) παίδευση, η οποία περιφρονεί τον εξωραϊσμό και το μακρόσυρτο του λόγου και ενδιαφέρεται μόνο για τη σωτηρία και τη θεωρία του κάλλους, αλλά και την κοσμική (την «έξωθεν») παίδευση, την οποία πολλοί Χριστιανοί κακώς απεχθάνονται ως ψεύτικη, επικίνδυνη, και απέχουσα από του Θεού. Αλλά δεν θα προτάξουμε τη δημιουργία έναντι του Δημιουργού της. Η παίδευση δεν πρέπει να περιφρονείται, όπως νομίζουν μερικοί. Αντίθετα, θα έπρεπε να αναγνωρίζουμε ότι εκείνοι που έχουν τέτοια γνώμη είναι ανόητοι και αμαθείς. Θέλουν καθένας να είναι σαν κι αυτούς, ώστε μέσα στη γενική αμάθεια να μη φαίνεται η δική τους άγνοια». Αυτά ειπώθηκαν από τον Γρηγόριο στην κηδεία του Βασιλείου. Δεν ήθελε να ξεχάσει ποτέ τα μαθήματα των Αθηνών, και αργότερα κατήγγειλε τον Ιουλιανό τον Αποστάτη γιατί απαγόρευε στους Χριστιανούς να διδάσκουν ρητορική και κοσμικές Επιστήμες.
Αρχαία Αθήνα
Στην Αθήνα ο Γρηγόριος είχε διδασκάλους τον Ιμέριον και τον Προαιρέσιον, ο οποίος ήταν πιθανώς Χριστιανός. Πιθανότατα δεν υπήρξε μαθητής του Λιβανίου. Σπούδασε αρχαία φιλολογία, ρητορική, ιστορία, και ιδιαίτερα φιλοσοφία. Το 358 ή 359 επέστρεψε στην πατρίδα του. Ο Βασίλειος είχε ήδη φύγει από την Αθήνα, και η πόλη είχε αδειάσει και είχε περιπέσει σε κατάπτωση. Ο Γρηγόριος βαφτίστηκε, και αποφάσισε να απαρνηθεί τη σταδιοδρομία του ρήτορος. Τον προσήλκυσε το ιδεώδες της σιωπής και ονειρευόταν την καταφυγή του στα βουνα ή την έρημο. Ήθελε να «έλθει σε στενή κοινωνία με τον Θεό και να φωτιστεί πλήρως από τις ακτίνες του Πνεύματος, χωρίς τίποτε το γήινο να σκιάζει ή να εμποδίζει το Θείο φως, και να προσεγγίσει την Πηγή της εξαίσιας λάμψεως και να σταματήσει όλες τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες. Με αυτόν τον τρόπο οι φαντασιώσεις μας αντικαθίστανται από την αλήθεια». Oι μορφές του Ηλία και του Ιωάννη του Βαπτιστή προκαλούσαν τον θαυμασμό του. Αλλά ταυτόχρονα νικήθηκε από «την αγάπη του για τα Θεία βιβλία και το φως του Πνεύματος, που αποκτάται με τη μελέτη του λόγου του Θεού. Τέτοιες μελέτες είναι αδύνατες στη σιωπή της ερήμου». Εκτός, όμως, από αυτό, εκείνο που κράτησε τον Γρηγόριο μέσα στον κόσμο ήταν ότι αγαπούσε τους γονείς του και θεωρούσε καθήκον του να τους βοηθήσει. «Αυτή η αγάπη ήταν βαρύ φορτίο που με κρατούσε στη γη».
Ο Γρηγόριος εξακολουθούσε να ζει μια αυστηρή ασκητική ζωή ακόμα και μέσα στις κοσμικές διασπάσεις του πατρικού του σπιτιού. Προσπαθούσε να συνδυάσει μια ζωή αδέσμευτης (καθαρής) θεωρίας με μια ζωή προσφοράς στην κοινωνία, και περνούσε τον καιρό του με νηστεία, μελέτη του Λόγου του Θεού, προσευχή, μετάνοια, και αγρυπνία. Όλο και πιο πολύ τον τραβούσε η έρημος του Πόντου, όπου ο Βασίλειος ζούσε μια αυστηρή ασκητική ζωή. Καθώς πλησίαζε τον Θεό, ο Βασίλειος του φαίνονταν να «καλύπτεται με σύννεφα, όπως οι σοφοί άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης». Ο Βασίλειος κάλεσε τον Γρηγόριο να συμμεριστεί τους σιωπηλούς αγώνες του, αλλά ο Γρηγόριος δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει αμέσως την επιθυμία του. Ακόμα και ύστερα η αναχώρησή του ήταν μόνο προσωρινή. Αργότερα αναλογίζονταν με χαρά και ανέμελη διάθεση το χρόνο που πέρασε στον Πόντο, μια χρονική περίοδο στερήσεων, αγρυπνίας, ψαλμωδίας, και μελέτης. Οι δυο φίλοι διάβασαν την Αγία Γραφή και τα έργα τού Ωριγένη καθώς τα χρόνια της μαθήσεώς τους συνεχίζονταν.
Οι σπουδές του Γρηγορίου τέλειωσαν όταν γύρισε από τον Πόντο. Ο πατέρας του, ο Γρηγόριος ο Πρεσβύτερος, μόλις και με δυσκολία κατάφερνε να ασκεί τα καθήκοντά του ως επίσκοπος. Δεν είχε ούτε τα πνευματικά εφόδια ούτε τη δύναμη θελήσεως που χρειάζονταν για να αντιμετωπίσει τις λογομαχίες και αντιθέσεις που οργίαζαν ολόγυρά του. Χρειάζονταν κάποιον να τον βοηθήσει, και διάλεξε το γυιό του. Αυτό ήταν μια «τρομερή καταιγίδα» για τον νεώτερο Γρηγόριο. Ο Γρηγόριος ο Πρεσβύτερος είχε εξουσία επάνω του και ως πατέρας του και ως επίσκοπός του. Και τώρα έδεσε το γυό του μαζί του με ακόμα πιο γερά πνευματικά δεσμά. Ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε βίαια και «παρά την θέλησή του» από τον πατέρα του. «Πικράθηκα τόσο πολύ από αυτή τη βίαιη ενέργεια», έγραψε ο Γρηγάριος, «ώστε ξέχασα τα πάντα: φίλους, γονείς, την πατρίδα μου και τους συμπατριώτες μου. Σαν βόδι που το τσίμησε αλογόμυγα, γύρισα στον Πόντο, ελπίζοντας να βρω θεραπεία της λύπης μου στον αφοσιωμένο φίλο μου». Τα αισθήματα πικρίας που είχε καταπραύνθηκαν με τον χρόνο.
Η χειροτονία του Γρηγορίου έγινε τα Χριστούγεννα του 361, αλλά γύρισε στη Ναζιανζό μόνο κατά το Πάσχα του 362. Ανέλαβε τα καθήκοντά του ως πρεσβύτερος διαβάζοντας το περίφημο κήρυγμά του που αρχίζει με τις λέξεις: «Αυτή είναι η ημέρα της αναστάσεως… Ας φωτιστούμε από αυτήν την εορτή». Σ΄ αυτό το κήρυγμα περιέγραψε το υψηλό ιδανικό που είχε για την ιερωσύνη. Ο Γρηγόριος είχε την αίσθηση ότι οι σύγχρονοί του ιεράρχες απείχαν πολύ από αυτό το ιδεώδες, αφού οι περισσότεροί τους έβλεπαν τή θέση τους ως «μέσον συντηρήσεως. Φαίνονταν ότι αναμένονταν λιγότερα από τους ποιμένες των ψυχών παρά από τους ποιμένες ζώων. Ήταν αυτή η συνείδηση των υψηλών απαιτήσεων από τους κληρικούς, που έκανε τον Γρηγόριο να επιχειρήσει να αποφύγει τα καθήκοντα που θεωρούσε ότι ήταν ανάξιος και ανίκανος να εκπληρώσει.
Ο Γρηγόριος παρέμεινε στη Ναζιανζό ως βοηθός του πατέρα του σχεδόν δέκα χρόνια, ελπίζοντας ότι θα τα κατάφερνε να αποφύγει να κληθεί να γίνει επίσκοπος. Οι ελπίδες του διαψεύστηκαν. Το 372, για μια ακόμα φορά χωρίς τη θέλησή του, ο Γρηγόριος εκλέχθηκε επίσκοπος Σασίμων, «ενός μέρους χωρίς νερό ή βλάστηση, χωρίς καμιά ευκολία, ενός πληκτικού και στενόχωρου μικρού χωριού. Υπάρχει σκόνη παντού, θόρυβοι αρμάτων, θρήνοι, στεναγμοί, πράκτορες, όργανα βασανισμού, και αλυσίδες. Οι κάτοικοι είναι περαστικοί ξένοι και πλάνητες».
Η πικρία που ο Γρηγόριος δοκίμασε με τη νέα αυτή τυραννική ενέργεια, που ήταν αντίθετη με την επιθυμία του να ζήσει σε απομόνωση, μεγάλωσε από το γεγονός ότι αυτή επικυρώθηκε από τον στενότερο φίλο του, τον Βασίλειο. Ο Γρηγόριος αγανάκτησε γιατί ο Βασίλειος δεν έδειξε καμιά κατανόηση για τη λαχτάρα που είχε να ζήσει με σιωπή και ειρήνη, και γιατί τον υποχρέωσε να εμπλακεί στον αγώνα του να διατηρήσει υπό τον έλεγχό του την περιοχή της επισκοπικής δικαιοδοσίας του. Ο Βασίλειος είχε συστήσει την επισκοπή Σασίμων για να ισχυροποίησει τη θέση του έναντι του Ανθίμου Τυανέων. «Με κατηγορείς για νωθρότητα και αδράνεια», έγραφε ο Γρηγόριος ενοχλημένος στον Βασίλειο, «γιατί δεν κατέλαβα τη θέση των Σασίμων, γιατί δεν δρω ως επίσκοπος, και γιατί δεν οπλίζομαι να πολεμήσω στο πλευρό σου κατά τον τρόπον που τα σκυλιά, όταν τους ρίξουν ένα κόκκαλο, μάχονται μεταξύ τους». Ο Γρηγόριος δέχτηκε την εκλογή του με λύπη και χωρίς να το θέλει. Υποχώρησα στη βία, όχι στις πεποιθήσεις μου». «Για μια ακόμη φορά καθαγιάστηκα και το Πνεύμα εκχύθηκε επάνω μου, και κλαίω πάλι και θρηνώ».
Η χαρά του Γρηγορίου γι’ αυτήν τη φιλία ποτέ δεν αποκαταστάθηκε. Πολύ αργότερα στην κηδεία του Πατέρα του παραπονιόταν, παρόντος του Βασιλείου, ότι «κάνοντάς με ιερέα με παραδώσατε στην ταραχώδη και επίβουλο αγορά των ψυχών, για να υποστώ τις δυστυχίες της ζωής». Επέπληξε τον Βασίλειο εντονότερα, λέγοντας: «Αυτό είναι το αποτέλεσμα των Αθηνών, η κοινή μελέτη μας, η ζωή μας κάτω από την ίδια στέγη, η συντροφιά μας στο ίδιο τραπέζι, η ομοψυχία των δυο μας, τα θαυμάσια της Ελλάδος, και οι κοινοί όρκοι μας να αρνηθούμε τον κόσμο. Όλα καταστράφηκαν! Όλα γκρεμίστηκαν! Ας χαθεί από τον κόσμο ο νόμος της φιλίας, αφού τόσο λίγο σέβεται τη φιλία». Ο Γρηγόριος τελικά πήγε στα Σάσιμα. αλλά. όπως παραδέχεται ο ίδιος, «δεν επισκέφτηκα την εκκλησία που μου δόθηκε, δεν λειτούργησα εκεί, δεν προσευχήθηκα με τον λαό, και δεν χειροτόνησα ούτε έναν κληρικό».
Ο Γρηγόριος επέστρεψε στη γενέτειρά του ύστερα από παράκληση του πατέρα του για να τον βοηθήσει στα επισκοπικά του καθήκοντα. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Γρηγόριος ανέλαβε προσωρινά τη διαποίμανση της ορφανεμένης εκκλησίας. Όταν τελικά μπόρεσε να ξεφύγει από το ποιμαντικό έργο του, «πήγε σαν ένας φυγάς» στη Σελεύκεια της Ισαυρίας. Έμεινε στο ναό της Αγίας Θέκλας και αφιερώθηκε στην προσευχή και την πνευματική ενατένιση. Αλλά για μία ακόμα φορά η αναχώρησή του ήταν μόνο προσωρινή. Στη Σελεύκεια έμαθε τα νέα για το θάνατο του Βασιλείου, και αυτό το ειρηντκό διάλειμμα τέλειωσε όταν κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να μετάσχει στον αγώνα κατά των Αρειανών.