Βεβαίως, υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση σαν δύο τρόποι ζωής, αλλά δεν είναι ο Θεός που τους δημιούργησε. Στην πατερική παράδοση φαίνεται καθαρά ότι δεν υπάρχουν δύο τόποι, αλλά ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος για τους αγίους και ο ίδιος ο Θεός είναι Κόλαση για τους αμαρτωλούς. Αυτό συνδέεται αναπόσπαστα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για την καταλλαγή και την συμφιλίωση, όπως και για την εχθρότητα του ανθρώπου με τον Θεό. Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν φαίνεται ότι Θεός καταλλάσσεται με τους ανθρώπους, αλλά ότι ο Χριστός καταλλάσσει τον άνθρωπο με τον Θεό.
Άλλωστε, φαίνεται σε όλη την πατερική Παράδοση ότι Θεός ποτέ δεν είναι εχθρός του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος καθίσταται εχθρός του Θεού διότι δεν έχει κοινωνία και μέθεξη με Αυτόν. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται εχθρός του Θεού και όχι ο Θεός του ανθρώπου. Ο άνθρωπος με την αμαρτία που διαπράττει βλέπει τον Θεό οργισμένο και εχθρικό5. Αυτό το θέμα θα το δούμε παρουσιάζοντας την διδασκαλία συγκεκριμένων Πατέρων της Εκκλησίας.
Νομίζω ότι είναι καλό να αρχίσουμε από τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, ο οποίος κάνει λόγο για το τι είναι Παράδεισος και τι είναι Κόλαση. Μιλώντας για τον Παράδεισο λέγει ότι Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Και, φυσικά, όταν αναφερόμαστε στην αγάπη, εννοούμε κυρίως και προ παντός την άκτιστη ενέργεια του Θεού. Γράφει: «Παράδεισος εστίν η αγάπη του Θεού, εν η η τρυφή πάντων των μακαρισμών»6. Αλλά αναφερόμενος και στην Κόλαση λέγει σχεδόν τα ίδια πράγματα, ότι, δηλαδή, και η Κόλαση είναι η μάστιγα της αγάπης. Γράφει: «Εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον;»7.
Έτσι, η Κόλαση είναι το μαρτύριο της αγάπης του Θεού. Άλλωστε, όπως λέγει ο ίδιος, η λύπη στην καρδιά από την αμαρτία, που έγινε σε βάρος της αγάπης του Θεού, «οξυτέρα εστί πάσης κολάσεως γινομένης»8. Πραγματικά, τιμωρία είναι όταν αρνούμαστε και αντιβαίνουμε στην αγάπη κάποιου. Είναι φοβερό να μας αγαπούν και εμείς να συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα. Αυτό αν το συγκρίνουμε με την αγάπη του Θεού, μπορούμε να καταλάβουμε το μαρτύριο της Κολάσεως.
Και συνδέεται με εκείνο που λέγει πάλι ο άγιος Ισαάκ, ότι είναι άτοπο να ισχυρίζεται κανείς «ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού»9. Επομένως, και οι κολασμένοι θα δέχωνται την αγάπη του Θεού. Ο Θεός θα αγαπά όλους τους ανθρώπους, και δικαίους και αμαρτωλούς, αλλά δεν θα αισθάνωνται όλοι κατά τον ίδιο βαθμό και τρόπο αυτήν την αγάπη. Πάντως, είναι άτοπο να ισχυριζόμαστε ότι Κόλαση είναι η απουσία του Θεού. Από αυτά συνεπάγεται ότι η βίωση του Θεού εκ μέρους των ανθρώπων θα είναι διαφορετική. Στον καθένα θα δοθεί από τον Δεσπότη Χριστό «το προς αξίαν», «κατά το μέτρον των αριστευμάτων αυτού». Γιατί εκεί θα καταργηθούν οι τάξεις των διδασκόντων και διδασκομένων και σε καθέναν θα υπάρχει «η οξύτης της εφέσεως παντός». Έτσι, ένας θα είναι εκείνος που θα δώσει την Χάρη Του προς όλους, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός, αλλά οι άνθρωποι θα την δέχωνται ανάλογα με την δεκτικότητα τους.
Η αγάπη του Θεού θα πίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργή κατά διπλούν τρόπο, τους μεν αμαρτωλούς θα κολάζει τους δε δικαίους θα ευφραίνει. Γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκφράζοντας την Ορθόδοξη Παράδοση πάνω στο θέμα αυτό: «Ενεργεί δε η αγάπη εν τη δυνάμει αυτής κατά διπλούν τρόπον τους μεν αμαρτωλούς χολάζουσα, ως και ενταύθα συμβαίνει προς φίλον από φίλου· τους δε τετηρηκότας τα δέοντα, ευφραίνουσα εν αυτή»10.
Επομένως, η ίδια η αγάπη του Θεού, η ίδια ενέργεια θα επιπίπτει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά θα ενεργεί διαφορετικά. Πως όμως θα γίνεται αυτή η διαφορά; Ο Θεός είπε στον Μωυσή: «ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω» (Εξ. λγ', 19). Ο Απόστολος Παύλος, αναφέροντας αυτό το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης, συμπεραίνει: «άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει» (Ρωμ. θ', 18). Χρειάζεται να ερμηνευθεί αυτό μέσα σε ορθόδοξα πλαίσια. Πως ο Θεός τον ένα θέλει να ελεήσει και τον άλλο θέλει να σκληρύνει; Υπάρχει προσωποληψία στον Θεό;
Κατά την ερμηνεία του Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, αυτό συνδέεται με την φύση του ανθρώπου και όχι με την φύση και την ενέργεια του Θεού. Λέγει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Καθώς ο ήλιος το μεν κηρί, απαλύνει, τον δε πηλόν σκληρύνει, όχι καθ' εαυτόν, αλλά δια την διαφορετική ύλην του κηρού και του πηλού· έτζι και ο Θεός την πηλίνην καρδίαν του Φαραώ λέγεται πως σκληρύνει»11. Επομένως, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου θα ενεργή και η Χάρη του Θεού, δηλαδή η αγάπη Του, η οποία θα ακτινοβολεί σε όλους.
Στην προοπτική αυτή εντάσσεται και ο Μ. Βασίλειος. ερμηνεύοντας το ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», λέγει ότι αυτό το θαύμα πραγματοποιήθηκε στους Τρεις Παίδες στην κάμινο του πυρός. Η φωτιά στην περίπτωση αυτή διακόπηκε στα δύο, και γι' αυτό «ενεπύριζε τους κύκλω πάντας», ενώ «πνεύμα εδέξατο εν εαυτή, ηδίστην αναπνοήν και ανάψυξιν, ώσπερ εν σκιά τινι φυτών, εν ειρηνική καταστάσει παρεχομένη τοις παισίν». Έτσι, ενώ η φωτιά εκείνη κατέκαιε τους έξω από αυτήν, εν τούτοις δρόσιζε τους Παίδες, σαν να βρίσκονταν κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Στην συνέχεια παρατηρεί ότι το πυρ που ετοιμάσθηκε από τον Θεό για τον διάβολο και τους αγγέλους του «διακόπτεται τη φωνή του Κυρίου». Το πυρ έχει δύο δυνάμεις, την καυστική και φωτιστική δύναμη και ενέργεια, γι' αυτό και καίει και φωτίζει. Έτσι, οι άξιοι της φωτιάς θα αισθανθούν την καυστική ιδιότητα της και οι άξιοι του φωτισμού θα αισθανθούν την φωτιστική ιδιότητα του πυρός. Γι' αυτό ολοκληρώνει πολύ χαρακτηριστικά: «Φωνή ουν Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» και μερίζοντας, ως αλαμπές μεν είναι το πυρ της κολάσεως, άκαυστον δε το φως της αναπαύσεως απομείναι»12.
Επομένως, το πυρ της Κολάσεως θα είναι αλαμπές, θα στερήται της φωτιστικής ιδιότητος, ενώ το φως των δικαίων θα είναι άκαυστον, θα στερήται της καυστικής ιδιότητος, και αυτό θα είναι αποτέλεσμα της διαφορετικής ενεργείας του Θεού. Οπωσδήποτε, αυτό υπονοεί ότι ανάλογα με την κατάσταση του ο άνθρωπος θα δέχεται και την άκτιστη ενέργεια του Θεού.
Η ερμηνεία αυτή περί του Παραδείσου και της Κολάσεως δεν είναι μόνον του αγίου Ισαάκ του Σύρου και του Μ. Βασιλείου, αλλά είναι γενική διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ερμηνεύουν αποφατικά τα περί του αιωνίου πυρός και της αιωνίου ζωής. Όταν μιλούμε για αποφατισμό δεν εννοούμε ότι οι Πατέρες αλλοιώνουν την διδασκαλία της Εκκλησίας μιλώντας αφηρημένα και στοχαστικά, αλλά ότι ερμηνεύουν τα θέματα αυτά προσπαθώντας να τα αποδεσμεύσουν από κατηγορίες της ανθρωπινής σκέψεως και από εικόνες των αισθητών πραγμάτων13. Και στο σημείο αυτό φαίνεται η διαφορά των Ορθοδόξων - Ρωμηών Πατέρων από τους Φραγκολατίνους, οι οποίοι έλαβαν αυτές τις πραγματικότητες ως κτιστές14.
Έτσι, λοιπόν, και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει την σπουδαία αυτήν αλήθεια, η οποία, όπως θα φανεί, έχει μεγάλη σημασία για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή. Συνιστά στους ακροατές του να δέχωνται τις διδασκαλίες της Εκκλησίας περί της αναστάσεως των σωμάτων, της κρίσεως και της ανταποδόσεως των δικαίων. Και πρέπει να τις δέχωνται μέσα στην προοπτική ότι η μέλλουσα ζωή είναι «φως τοις κεκαθαρμένοις την διάνοιαν», φυσικά, «κατά την αναλογίαν της καθαρότητας», και αυτό ονομάζουμε Βασιλεία των Ουρανών, και σκότος «τοις τυφλώττουσι το ηγεμονικόν», που είναι στην πραγματικότητα αλλοτρίωση Θεού, «κατά την αναλογίαν της εντεύθεν αμβλυωπίας»15. Η αιώνια ζωή είναι φως γι' αυτούς που καθάρισαν τον νου τους, και μάλιστα κατά τον βαθμό της καθάρσεως, και σκότος γι' αυτούς που είναι τυφλοί στον νου, δηλαδή γι' αυτούς που δεν φωτίσθηκαν από την ζωή αυτήν και δεν έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση. Αυτήν την διαφορά μπορούμε να την δούμε και από τις αισθητές πραγματικότητες. Ο ένας και αυτός ήλιος «φωτίζει μεν την υγιαίνουοαν όψιν αμαυροί δε την ασθενούσαν». Οπότε δεν φταίει ο ήλιος, αλλά η κατάσταση του οφθαλμού.
Το ίδιο ακριβώς αναλογικά θα γίνει και κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Ένας είναι ο Χριστός «άλλ' εις πτώσιν κείται και ανάστασιν πτώσιν μεν τοις απίστοις, ανάστασιν δε τοις πιστεύουσι»16. Ο ίδιος και Αυτός Λόγος του Θεού, ακόμη και τώρα, πολύ περισσότερο τότε, «και φοβερός τοις ουκ αξίοις δια την φύσιν και χωρητός δια φιλανθρωπίαν τοις ούτως ηυτρεπισμένοις»17. Γι’ αυτό δεν αξιώνονται όλοι να ευρίσκονται στην ίδια τάξη και στάση, άλλ' ο μεν είναι άξιος για την μία, ο άλλος για την άλλη, «προς μέτρον, οίμαι, της εαυτού καθάρσεως»18. Ανάλογα με την καθαρότητα της καρδιάς και του νου ο άνθρωπος θα γεύεται της μιας και της αυτής άχτιστου ενεργείας του Θεού. Επομένως, και κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο ίδιος ο Θεός είναι Παράδεισος και Κόλαση για τον άνθρωπο, αφού ο καθένας γεύεται της ενεργείας του Θεού αναλόγως της ψυχικής του καταστάσεως. Γι' αυτό σε μια δοξολογητική του φράση θα πει: «Ω Τριά ης εγώ κατηξιώθην, και λάτρης είναι, και κήρυξ εκ πλείονος ανυπόκριτος! Ω Τριάς η πάσι ποτέ γνωσθησομένη, τοις μεν τη έλλαμψει, τοις δε τη κολάσει»19. Ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός είναι και έλλαμψη και κόλαση για τους ανθρώπους. Ο λόγος του άγιου είναι ξεκάθαρος και αποκαλυπτικός. Θα ήθελα όμως να μνημονεύσω και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ο οποίος τονίζει, την ίδια διδασκαλία.
Αναφερόμενος στον λόγο του Ιωάννου του Προδρόμου περί του Χριστού, «ούτος βαπτίσει υμάς εν πνεύματι αγίω και πυρί», λέγει ότι θέλει να φανερώση αυτήν την αλήθεια, ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι θα δεχθούν ανάλογα ή την κολαστική ή την φωτιστική ιδιότητα της Χάριτος. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ούτος», φησί, «βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι αγίω και πυρί», τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ' αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον»20.
Βέβαια, είναι ανάγκη να δούμε την διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μέσα σε όλη την ορολογική προοπτική περί της άκτιστου Χάριτος του Θεού. Ο άγιος διδάσκει ότι όλη η κτίση μετέχει της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά όμως όχι κατά τον ίδιο τρόπο και κατά τον ίδιο βαθμό. Έτσι, η μέθεξη της Χάριτος του Θεού από τους αγίους είναι διαφορετική από την μέθεξή της από την άλλη κτίση, θα τονίσει χαρακτηριστικά: «Ει δ' εν ον τοις πάσι μεθεκτόν, ούχ ενιαίως, αλλά διάφορος μετέχεται... ει και μετέχει πάντα του Θεού αλλά της των αγίων μεθέξεως πολλήν και μεγίστην ορώμεν την διαφοράν»21.
Άλλωστε, γνωρίζουμε από την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η άκτιστη Χάρη του Θεού λαμβάνει διάφορα ονόματα από τα αποτελέσματα, από το έργο που επιτελεί. Εάν καθαρίζει τον άνθρωπο λέγεται καθαρτική, εάν τον φωτίζει λέγεται φωτιστική, εάν τον θεώνη λέγεται θεοποιός. Επίσης, άλλοτε λέγεται ουσιοποιός, άλλοτε ζωοποιός και άλλοτε σοφοποιός. Επομένως, όλη η κτίση μετέχει της ακτίστου Χάριτος του Θεού, αλλά διαφοροτρόπως. Και γι' αυτό δεν πρέπει να κάνουμε σύγχυση μεταξύ της θεοποιού Χάριτος που μετέχουν οι άγιοι και άλλων ενεργειών. Το ίδιο, βέβαια, συμβαίνει και με την Χάρη του Θεού στην αιώνια ζωή. Οι δίκαιοι θα μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας, ενώ οι αμαρτωλοί και ακάθαρτοι θα βιώνουν την καυστική και κολαστική ενέργεια του Θεού.
Αυτήν την διδασκαλία την συναντούμε και στα ασκητικά συγγράμματα διαφόρων αγίων. Για παράδειγμα αναφέρουμε τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, ο οποίος λέγει ότι το ίδιο πυρ ονομάζεται και «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Πρόκειται για το άγιο και υπερουράνιο πυρ, που είναι η Χάρη του Θεού. Η Χάρη του Θεού, που δέχονται οι άνθρωποι σε αυτήν την ζωή, τους μεν «καταφλέγει, δια το έτι ελλειπές της καθάρσεως», τους άλλους «φωτίζει, δια το μέτρον της τελειότητας»22. Βέβαια, η Χάρη του Θεού δεν θα καθαρίζει τους αμετανόητους αμαρτωλούς στην άλλη ζωή, αλλά αυτό που λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης συμβαίνει τώρα. Και είναι βεβαιωμένο από την ασκητική εμπειρία ότι οι άγιοι στην αρχή αισθάνονται την Χάρη του Θεού σαν φωτιά που κατακαίει τα πάθη και στην συνέχεια, όσο καθαρίζεται η καρδιά, τόσο και αισθάνονται την Χάρη του Θεού ως φως.
Σύγχρονοι θεόπτες βεβαιώνουν ότι όσο κανείς μετανοεί και εν Χάριτι βιώνει την κόλαση κατά την πορεία της ασκήσεώς του, τόσο και αυτή (η Χάρη), χωρίς καν να το περιμένει ο άνθρωπος, μετατρέπεται σε Άκτιστο Φως. Πρόκειται για την ίδια Χάρη του Θεού, η οποία πρώτα καθαρίζει τον άνθρωπο, και όταν αυτός φθάσει σε μεγάλο βαθμό μετανοίας και καθάρσεως, θεάται ως φως. Επομένως, δεν πρόκειται περί κτιστών πραγμάτων και ανθρωπίνων συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά περί βιώσεως της ακτίστου Χάριτος του Θεού.
Οι θεολογικές και εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της αλήθειας
Όλα όσα αναφέραμε μέχρι τώρα δεν είναι θεωρητικές αλήθειες, αλλά έχουν σχέση με την όλη εκκλησιαστική ζωή. Άλλωστε, η διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση είναι ένα κλειδί ερμηνείας τόσο της Αγίας Γραφής και των πατερικών κειμένων όσο και της εκκλησιαστικής ζωής. Στην ενότητα αυτή θα εξετάσουμε αναλυτικότερα τις συνέπειες της ορθοδόξου θεωρήσεως του Παραδείσου και της Κολάσεως για την εκκλησιαστική και πνευματική ζωή.
α) Παράδεισος και Κόλαση είναι ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού, όπως την βιώνουν οι άνθρωποι, γι' αυτό και είναι άκτιστα. Κατά τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν υπάρχει άκτιστος Παράδεισος και κτιστή Κόλαση, όπως διδάσκει η φραγκολατινική παράδοση. Οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, πίστευαν ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, και γι' αυτό εξέλαβαν το πυρ της Κολάσεως ως κτιστό. Είναι γνωστή η Κόλαση του Δάντη και οι περιγραφές των κολασμένων. Έτσι, οι Φράγκοι φαντάστηκαν τον κόσμο ως τριόροφο, που αποτελείται από τον αμετάβλητο ουρανό για τους ευδαίμονες, μεταβλητή γη για να δοκιμάζωνται οι άνθρωποι και μεταβλητά καταχθόνια για τους κολαζομένους και καθοριζόμενους. Συνέπεια αυτής της απόψεως είναι και περί καθαρτηρίου πυρός διδασκαλία των Φράγκων23.
Επομένως, Παράδεισος και Κόλαση υπάρχουν όχι με την μορφή απειλής και τιμωρίας εκ μέρους του Θεού, αλλά με την μορφή ασθενείας και θεραπείας. Οι θεραπευμένοι και κεκαθαρμένοι βιώνουν την φωτιστική ενέργεια της θείας Χάριτος, ενώ οι αθεράπευτοι και ασθενείς βιώνουν την καυστική ενέργεια του Θεού.
Στην Αγία Γραφή η δόξα του Θεού χαρακτηρίζεται με τις αντιθέσεις φως - γνόφος, και πυρ - σκότος ή δόξα - νεφέλη και αστραπή - καπνός. Αυτοί που έχουν ανιδιοτελή αγάπη και είναι φίλοι του Θεού βλέπουν τον Θεό «εν φωτι - γνόφω», ενώ οι ιδιοτελείς και ακάθαρτοι βλέπουν τον Θεό κριτή ως «πυρ - σκότος»24. Έτσι, λοιπόν, ο Παράδεισος καλείται και φως και γνόφος. Από γλωσσικής πλευράς φαίνεται ότι είναι αντίθετες έννοιες, γιατί το φως είναι αντίθετο από τον γνόφο και ο γνόφος είναι αντίθετος από το φως. Βέβαια, στην πατερική παράδοση ο γνόφος είναι φως «δια την υπερέχουσαν φανότητα». Επίσης, η Κόλαση χαρακτηρίζεται με τις εικόνες πυρ και σκότος. Αλλά και οι δυο αυτές εικόνες είναι αντίθετες. Γι' αυτό η Κόλαση δεν είναι ούτε πυρ ούτε σκότος, όπως εμείς γνωρίζουμε τις πραγματικότητες αυτές. Και φυσικά ούτε ο Παράδεισος είναι φως και γνόφος, όπως εμείς γνωρίζουμε αυτές τις πραγματικότητες. Γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες προτιμούν την αποφατική ορολογία, για να μη γίνεται καμμία σύγχυση.
Το θέμα είναι ότι τόσο ο Παράδεισος όσο και η Κόλαση δεν είναι κτιστές πραγματικότητες, αλλά άκτιστες. Οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί θα δουν τον Θεό στην άλλη ζωή, αλλά, ενώ οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη Θεού και κοινωνία, οι αμαρτωλοί δεν θα έχουν μέθεξη. Αυτό φαίνεται στην παραβολή του άφρονος Πλουσίου. Ο Πλούσιος έβλεπε τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, αλλά δεν είχε μέθεξη του Θεού και γι' αυτό φλεγόταν. Δεχόταν την καυστική ενέργεια της οράσεως του Θεού. Καίτοι είναι παραβολή, εν τούτοις εκφράζει την πραγματικότητα. Η χρησιμοποίηση του είδους της παραβολής γίνεται για να εκφραστούν οι αλήθειες.
β) Εφ' όσον αναλόγως της πνευματικής τους καταστάσεως οι άνθρωποι έχουν διαφορετική εμπειρία της θείας Χάριτος, άρα απαιτείται κάθαρση από αυτήν ακόμη την ζωή. Η κάθαρση, κατά τους αγίους Πατέρες, γίνεται κυρίως στην καρδιά και στον νου του ανθρώπου. Ο νους είναι το ηγεμονικό της -ψυχής, δια του οποίου ο άνθρωπος έχει μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Ο σκοτασμός του ηγεμονικού λέγεται αλλοτρίωση· όχι ότι αποχωρίζεται ο άνθρωπος τον Θεό αλλά ότι δεν έχει μέθεξη. Με την πτώση του ανθρώπου και την αμαρτία του ο νους σκοτίστηκε και ταυτίστηκε με την λογική, τα πάθη και τον περιβάλλοντα κόσμο. Τώρα απαιτείται κάθαρση του νου.
Ο άγιος Γρηγόριος τονίζει επιγραμματικά: «Δια τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον». Αν κανείς θελήση να φθάσει στον Θεό και να αποκτήση την γνώση Του, χωρίς προηγουμένως να περάση από σχετική δοκιμασία, που είναι η κάθαρση της καρδιάς, τότε θα συμβεί το ίδιο με τόσες άλλες περιπτώσεις που συναντούμε στην Αγία Γραφή και τις οποίες αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα συμβεί ο,τι και στον Ισραηλιτικό λαό, που δεν μπορούσε να δη το ελλαμπόμενο πρόσωπο του Μωϋσέως από την Χάρη του Θεού. Ή θα συμβεί ό,τι και στον Μανωέ, που φώναξε: «Απολώλαμεν, ω γύναι, Θεόν εωράκαμεν». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος μετά το θαύμα της θαυματουργικής αλιείας, είπε: «έξελθε απ’ εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί Κύριε». Θα συμβεί ο,τι και στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος έχασε την όρασή του, αφού είδε τον διωκόμενο από αυτόν Χριστό, χωρίς προηγουμένως να καθαρθεί από τους διωγμούς. Ακόμη θα συμβεί ο,τι με τον εκατόνταρχο ο οποίος, καίτοι ζήτησε από τον Χριστό την θεραπεία, εν τούτοις Τον παρακαλεί να μην έλθει στο σπίτι του από δειλία, που πάντως επαινείται από τον Χριστό. Λέγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κάνει την εξής παρατήρηση. Αν κάποιος από μας είναι ακόμη εκατόνταρχος δουλεύοντας στον κοσμοκράτορα του κόσμου τούτου, και γι' αυτό είναι ακάθαρτος, ας το αισθανθεί και ας πει τον λόγο του εκατοντάρχου: «ουκ είμι ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Ας μη μείνει όμως σε αυτήν την διαπίστωση. Αλλά αν θέλει να δη τον Χριστό, τότε ας κάνη αυτό που έκανε ο Ζακχαίος. Ας δεχθεί τον Λόγο στο σπίτι του, αφού προηγουμένως όμως ανεβεί επάνω στην συκομορέα, «νεκρώσας τα μέλη τα επί της γης και υπεραναβάς το σώμα της ταπεινώσεως».
Απαιτείται συναίσθηση της ακαθαρσίας μας, αλλά και αγώνας για την κάθαρση και την θεραπεία. Χρειάζεται να καθαρίσουμε και να κοσμήσουμε την ψυχή μας και ακόμη να φωτισθούμε με την δύναμη και την ενέργεια του Χριστού. Διότι, όταν τηρήσουμε την καρδιά μας με κάθε φυλακή, δηλαδή, όταν βάλουμε την νήψη στην καρδιά μας και όταν ετοιμάζουμε την καρδιά μας για αναβάσεις πνευματικές, τότε «φωτισθώμεν εαυτοίς φως γνώσεως- τηνικαύτα λαλώμεν Θεού σοφίαν εν μυστηρίω την αποκεκρυμμένην, και τοις άλλοις εκλάμπωμεν». Γι' αυτό επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Τέως δε καθαιρώμεθα και προτελώμεθα τω Λόγω, ιν' ότι μάλιστα αυτούς ημάς ευεργετώμεν, θεοειδείς εργαζόμενοι, και ήκοντα τον Λόγον υποδεχόμενοι»25. Έτσι, στην Ορθοδοξία γίνεται συνεχώς λόγος για κάθαρση και μετάνοια, κατά την διδασκαλία του Χριστού: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. δ', 17). Μόνο μέσα από την μετάνοια γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό εξ εμπειρίας, διότι ο Θεός δεν είναι γνωσιολογική θεωρία η ιδέα, αλλά θέα.
γ) Το βαθύτερο έργο της Εκκλησίας είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο, να καθαρίζει τον νου και την καρδιά. Ο άνθρωπος, αφού καθαρθεί, στην συνέχεια πρέπει να αποκτήσει φωτισμένο νου, ώστε να δη τον Θεό και να γίνει γι' αυτόν Παράδεισος και Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό γίνεται με τα μυστήρια και την άσκηση. Και πραγματικά, αυτά τα δύο πρέπει να συνδυάζονται. Η άσκηση, όπως φαίνεται στην πατερική παράδοση, προηγείται του Βαπτίσματος και ακολουθεί μετά από αυτό, προηγείται της θείας Κοινωνίας και ακολουθεί μετά από αυτήν. Όταν απομονώσουμε τα μυστήρια από την άσκηση και την άσκηση από τα μυστήρια, τότε διαστρέφουμε την εκκλησιαστική ζωή.
Αν εξετάσει κανείς επισταμένως το ευχολόγιο της εκκλησίας, θα διαπιστώση ότι συνιστά μια θεραπευτική αγωγή. Είναι, θα λέγαμε λίγο παραβολικά, ένα πνευματικό Ιατρικό σύγγραμμα για την θεραπεία της ψυχή του ανθρώπου. Και, βέβαια, αυτή η θεραπεία, όπως φαίνεται καθαρά σε όλες τις ευχές των μυστηρίων, αποβλέπει κυρίως στην θεραπεία του νου, στον φωτισμό του νου. Γι' αυτό ο ιερεύς δεν «κόβει» απλώς εισιτήρια για τον Παράδεισο, αλλά θεραπεύει τον άνθρωπο, ώστε όταν θα δει τον Θεό, να γίνει γι' αυτόν ο Θεός Παράδεισος και όχι Κόλαση, αφού όλοι θα δούμε τον Θεό και δίκαιοι και αμαρτωλοί. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά την φράγκικη «ασκητική», θα διαπιστώσει ότι αποβλέπει να οδηγήση τον άνθρωπο στην θέα του Θεού. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αφού όλοι θα δουν τον Θεό και θα συνομιλήσουν μαζί Του. Άλλωστε, αυτό περιγράφει ο Κύριος στην περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως. Το θέμα είναι να δει ο άνθρωπος τον Θεό θεραπευμένος.
Η Ορθοδοξία έχει μια μέθοδο θεραπείας. Αυτό φαίνεται εκτός των άλλων και στον υπότιτλο της Φιλοκαλίας. Γράφεται: «Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών εν η δια της κατά πράξιν και θεωρίαν ο νους καθαίρεται, φωτίζεται και τελειούται».
δ) Δεν πρέπει να έχουμε ζωηρή επιθυμία να δούμε την δόξα του Θεού, όπως κάνουν πολλοί περίεργοι, και γι’ αυτό χρησιμοποιούν πολλούς τρόπους, τον ανατολικό διαλογισμό και άλλες μεθόδους. Τέτοια περιέργεια εκτός του ότι μπορεί να οδηγήση σε πλάνη, μπορεί επίσης να διαγράψει διαφορετική πορεία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ακριβώς επειδή ο Θεός γίνεται Κόλαση για τους ακάθαρτους, γι' αυτό αισθανόμαστε πρωταρχικό έργο το να καθαρθούμε ψυχικά. Η κάθαρση συνδέεται με την θεραπεία του ανθρώπου, και φυσικά, η θεραπεία είναι η απόκτηση της ανιδιοτελούς αγάπης.
ε) Κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, όπως συνήθως λέγεται, αλλά η παρουσία και θέα του Θεού ως φωτιάς. Και, φυσικά, όπως αναφέραμε σε άλλη ενότητα, από τώρα μπορούμε να γευθούμε τον Παράδεισο και την Κόλαση, θα μπορούσα να πω καλύτερα ότι από τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε από τώρα τον Θεό εξαρτάται και το πως θα Τον βιώσουμε και στην Δευτέρα Παρουσία Του. Κατά τον όσιο Ηλία τον Πρεσβύτερο, Παράδεισος είναι η θεωρία των νοητών. Σε αυτήν την θεωρία ο γνωστικός, αυτός, δηλαδή, που απέκτησε την γνώση του Θεού, «ως εν οικείω οίκω ένδοθεν εισέρχεται εν ευχή». Ο δε πρακτικός, αυτός, δηλαδή, που βρίσκεται στο στάδιο της καθάρσεως, «ως παροδίτης οφθήσεται», αφού έχει μεν την επιθυμία να εισέλθει, αλλά εμποδίζεται από τον φραγμό της πνευματικής του ηλικίας26. Ο Παράδεισος είναι η απάθεια, που στην πραγματικότητα, είναι η μεταμόρφωση του παθητικού της ψυχής. Ο όσιος Ηλίας ο Πρεσβύτερος λέγει ότι ο Παράδεισος της απάθειας είναι κρυμμένος μέσα μας και αυτός «εικών εστί του μέλλοντος τους δικαίους υποδέχεσθαι»27.
Κατά τον όσιο Γρηγορώ τον Σιναΐτη, πυρ και σκότος και σκώληξ και τάρταρος, δηλαδή Κόλαση, είναι «η γενική ηδυπάθεια και η καθολική του σκότους άγνοια και ο εν πασι γαργαλισμός του στρήνους και ο τρόμος και ο βρώμας ο δυσώδης της αμαρτίας». Έτσι, η ηδυπάθεια, η άγνοια και το σκοτάδι, ο τρόμος και η βρωμιά της αμαρτίας είναι βίωση της Κολάσεως από τώρα. Και όλα αυτά είναι «ως αρραβώνες και απαρχαί των κολάσεων» από την ζωή αυτή28.
Το συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι η Εκκλησία είναι Νοσοκομείο και θεραπευτήριο, που θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι και το βασικότερο έργο των Ιερέων. Έχοντας αυτήν την προοπτική μπορεί να ασχολείται και με άλλα έργα. Μπορεί, δηλαδή ο ιερεύς να ενδιαφέρεται για τα γενικότερα προβλήματα του λαού, για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη κ.λ.π. αλλά το κυριότερο είναι να θεραπεύει τον άνθρωπο. Αυτό είναι το κατ' εξοχήν φιλάνθρωπο έργο, που θα έχει αιώνιες συνέπειες. Γιατί, τι το όφελος να ενδιαφέρεται μόνον για τις υλικές ανάγκες και να αδιαφορή για το αιώνιο μέλλον του; Μια τέτοια Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί και είναι πραγματικά μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία.
Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να εξαντληθεί μόνον στο ενταύθα, αλλά να προχωρήση και στο επέκεινα. Έτσι, η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον όλο άνθρωπο, που αποτελείται από ψυχή και σώμα.
Υπάρχουν μερικοί που κατηγορούν την Εκκλησία ότι αδιαφορεί για τις κοινωνικές ανάγκες και απουσιάζει από κοινωνικούς και άλλους αγώνες. Κανείς δεν αντιλέγει ότι και σε αυτό το θέμα πρέπει να επεκταθεί η δραστηριότητα της Εκκλησίας. Άλλα τίθεται το ερώτημα. Ο θάνατος δεν είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα; Εκτός του ότι ταλαιπωρείται ο κάθε άνθρωπος με τον δικό του θάνατο, αφού τον κουβαλά μέσα του από την γέννησή του, επειδή γεννιέται για να πεθάνει, συγχρόνως βασανίζεται από τον θάνατο των προσφιλών του προσώπων. Δεν δημιουργεί κοινωνικά και προσωπικά προβλήματα ο θάνατος; Η Εκκλησία ασχολείται με το φοβερό αυτό πρόβλημα του θανάτου και βοηθά τον άνθρωπο να τον υπερβεί με την εν Χριστώ ζωή.
Ακόμη, όταν ασχολείται η Εκκλησία με την θεραπεία του νου του ανθρώπου, αυτό έχει άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ο θεραπευμένος άνθρωπος είναι ειρηνικός, ειλικρινής, απαθής και επομένως, καλός οικογενειάρχης, καλός πολίτης. Άλλωστε, όπως ένα Νοσοκομείο κατά την διάρκεια κοινωνικών ανωμαλιών εξακολουθεί να θεραπεύει, έτσι και η Εκκλησία κατά την διάρκεια πολλών ανωμαλιών δεν ξεχνά τον θεραπευτικό της χαρακτήρα και θεραπεύει τους ανθρώπους.
Γι' αυτό, ζώντες μέσα στην Εκκλησία, πρέπει να θεραπευόμαστε με όλα τα μέσα που έχει, τα μυστήρια και την άσκηση, με την μέθοδο που διαθέτει, ώστε και από τώρα, αλλά κυρίως τότε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, η Χάρη του Θεού να ενεργεί φωτιστικά και σωτήρια και όχι κολαστικά.
Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015
Ο Σταυρός μάς κάνει αισθητή την εξάρτηση του κόσμου από το Θεό
Αναμφίβολα
κάθε οδύνη και κάθε θάνατος δεν καθιστούν διάφανο τον Δωρητή του
κόσμου, ως πρόσωπο άπειρης ζωής και άπειρης αγάπης, γεγονός που θα έδινε
άλλη αξία και στον κόσμο. Γιατί όταν ο άνθρωπος σκέφτεται πως πέρα απ’
αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει καμιά άλλη πραγματικότητα, η οδύνη και ο
θάνατος που συνδέονται με κάθε περίσταση του κόσμου, τον οδηγούν στην
απελπισία ή σε μια θλιβερή υποταγή. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κόσμος
και η ύπαρξη μέσα σ’ αυτόν φαίνεται να έχουν μέσα στην ίδια την ουσία
τους το μη-νόημα.
Μόνο
λοιπόν η οδύνη και ο θάνατος, που καθιστούν το Θεό διάφανο μέσα από τον
κόσμο, έχουν μια θετική σημασία και για τον κόσμο και για μας τους
ίδιους. Και είναι αυτή η οδύνη και αυτός ο θάνατος που ονομάζουμε κατά
λέξη σταυρό. Και σταυρός, μ’ αυτό το νόημα, είναι ο σταυρός του Χριστού,
καθώς και εκείνος ο σταυρός που συνδέεται με το σταυρό του Χριστού.
Αυτός ο σταυρός, αντί να αντιπροσωπεύει ένα μη-νόημα της ύπαρξης που
απορρέει από τις οδύνες και το θάνατο αυτής της ύπαρξης, δίνει αντίθετα
ένα νόημα σ’ αυτό τον κόσμο, γιατί δίνει νόημα στην οδύνη και στον ίδιο
το θάνατο, που συνδέεται με τον κόσμο Αυτός ο σταυρός συμπληρώνει το
αποσπασματικό νόημα αυτού του κόσμου, χάρη στο γεγονός πως αποκαλύπτει
την πραγματικότητα του Θεού ως απέραντου φωτός, που διαχέει το πλήρες
νόημα, τόσο στον κόσμο όσο και στην ύπαρξη που ζει μέσα σ’ αυτόν. Αυτός ο
σταυρός, λοιπόν, περικλείει ένα παράδοξο: από τη μια καθιστά ολοφάνερη
την πλήρη ανεπάρκεια του κόσμου· από την άλλη, ακριβώς μ’ αυτό τον τρόπο, δείχνει πως ο κόσμος εξαρτάται από την ολική πραγματικότητα του Θεού, που δίνει επίσης ένα νόημα στον κόσμο.
Αυτός ο
σταυρός δίνει αξία στον κόσμο και στον άνθρωπο, ακριβώς επειδή δείχνει
πως ο κόσμος και ο άνθρωπος δεν είναι οριστικά υποταγμένοι στην
κυριαρχία της οδύνης και του θανάτου, αλλά σώζονται απ’ αυτή με τη
δύναμη της ανώτερης πραγματικότητας του Θεού. Αυτός που απολυτοποιεί τον
κόσμο, με το να μην δέχεται το σταυρό του Χριστού, απολυτοποιεί την
οδύνη και το θάνατο. Αλλά εκείνος που βλέπει μέσα από το σταυρό του
Χριστού τον κόσμο ως πραγματικότητα δεύτερη κατά την τάξη, βλέπει πως ο
κόσμος και ο άνθρωπος σώζονται μέσα σε μια αιώνια ύπαρξη.
Γενικά, η
οδύνη και ο θάνατος μέσα στον κόσμο, δείχνουν την ανεπάρκειά του,
δείχνουν πως ο κόσμος δεν μπορεί να είναι η απόλυτη πραγματικότητα. Κι
ακόμη αυτή η οδύνη και ο θάνατος κάνουν πολλούς ανθρώπους να μην
συνδέονται με τον κόσμο, ως να ήταν (ο κόσμος) η έσχατη πραγματικότητα.
Μ’ αυτή
την έννοια ο Νικόλαος Καβάσιλας, ένας βυζαντινός συγγραφέας του 14ου
αιώνα, γράφει πως η οδύνη και ο θάνατος δεν είναι μονάχα κατάρα, ως
συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά είναι και μέσα, που έγιναν
δεκτά από το Θεό, για να μην δένεται υπερβολικά ο άνθρωπος με τον κόσμο.
Αλλά μόνον εν Χριστώ η οδύνη
και ο θάνατος μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν πλήρως ως μέσα, με τα οποία
απελευθερώνεται ο άνθρωπος από την κυριαρχία της αμαρτίας και νικά την
οδύνη και το θάνατο. Γιατί μόνο ο Χριστός έζησε μέσα στον κόσμο μια ζωή
ανέγγιχτη από την αμαρτία της αποκλειστικής σύνδεσης με τον κόσμο.
Μετά την αρχική πτώση, οι ανάγκες του ανθρώπου, που πρέπει να ικανοποιηθούν διά του κόσμου, ασκούν πάνω του μια τέτοια επιρροή, ώστε να μεγαλοποιεί την ικανοποίησή τους, με τόσο εγωιστικό τρόπο, που να ξεχνά το Θεό και τους ομοίους του και να δένεται ολοκληρωτικά με τον κόσμο, με τρόπο σχεδόν απόλυτο και πλήρως εγωιστικό. Οι Πατέρες εκφράζουν αυτή την κατάσταση λέγοντας, πως οι ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, άρχισαν να ικανοποιούνται με αμαρτωλό τρόπο και πως ο φόβος του θανάτου έσπρωξε τον άνθρωπο ακόμη περισσότερο προς το αποκλειστικό δέσιμό του με τον κόσμο. Μόνο ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτές τις ανάγκες, με τρόπο αμαρτωλό, γιατί ούτε άφησε να γλιστρήσουν προς την απόλαυση, ούτε ο ίδιος αφέθηκε να παρασυρθεί από τον φόβο του θανάτου σε πράξεις δειλίας. Μόνο ο Χριστός έζησε τη ζωή και υπέφερε το θάνατο ως καθαρή θυσία, που πρόσφερε στο Θεό Πατέρα εν ονόματι των ανθρώπων. Για να ικανοποιήσει τις αυστηρά απαραίτητες ανάγκες του και για να υπομείνει το θάνατο, έβαλε τόσο μεγάλη πνευματική δύναμη, που νίκησε αυτές τις ανάγκες, ελευθερώνοντας την ανθρώπινη φύση από την αμαρτία και ανασταίνοντάς την από το θάνατο. Κι αυτό χάρη στο γεγονός πως η θεία υπόσταση ισχυροποιούσε την ανθρώπινη φύση του, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες και να υπομείνει το θάνατο χωρίς αμαρτία, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να αχρηστεύεται η προσπάθεια της ανθρώπινης φύσης.
Έτσι, ο σταυρός του Χριστού, όταν υπομένεται μέσα στον κόσμο, γίνεται το πανίσχυρο όπλο, που νικά την αμαρτία και το θάνατο και σώζει τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ο σταυρός του Χριστού φανερώνει ξανά και αποκαθιστά πλήρως το θετικό νόημα του κόσμου, γιατί ο Χριστός έδειξε οριστικά, πως ο σταυρός δεν είναι η έσχατη στιγμή της ύπαρξης, αλλά δι’ αυτού φθάνουμε στο Θεό, στην αιώνια ζωή, και ο κόσμος αποκαλύπτεται έτσι, όχι ως η έσχατη πραγματικότητα, αφού, πάνω απ’ αυτόν, φανερώνεται ο Θεός με την άπειρη ζωή του. Ταυτόχρονα ο σταυρός του Χριστού αποκαλύπτει πως ο κόσμος είναι αναγκαίος, γιατί μόνο μέσα απ’ αυτόν, υποφέροντας μέσα του και αγωνιζόμενοι ενάντια στον εγωισμό, φτάνουμε στο Θεό.
Ο σταυρός του Χριστού φανερώνει, λοιπόν, δύο πράγματα: από τη μια μεριά παρουσιάζει τον κόσμο, όχι ως την έσχατη και απόλυτη πραγματικότητα, αλλά ως την προτελευταία πραγματικότητα, την εξαρτημένη από το Θεό. Από την άλλη, κάνει να απλώνεται πάνω στον κόσμο, από μέρους του Θεού, μια αιώνια αξία. Δι’ αυτού χαλαρώνεται η αλυσίδα της αμαρτίας, που δένει τον άνθρωπο με τον κόσμο με τρόπο εγωιστικό και απόλυτο, και νικιέται ο θάνατος. Ο σταυρός νικά τήν αμαρτία και τον θάνατο, γιατί δείχνει και αποδείχνει πως αυτός ο κόσμος της οδύνης και του θανάτου, δεν είναι έσχατη πραγματικότητα, αλλά πάνω απ’ αυτήν υπάρχει ο Θεός, ο αιώνιος και αληθινός στην ύπαρξή του, που ανυψώνει τον κόσμο στην αιώνια ζωή του, απελευθερώνοντάς τον από το θάνατο και την ανεπάρκειά του.
Έτσι ο σταυρός του Χριστού δεν είναι μια ουσιαστική και οριστική άρνηση του κόσμου και του ανθρώπου. Γίνεται παράγοντας, που δείχνει πώς ο κόσμος, ανεπαρκής καθεαυτόν, ανακτά το πλήρες νόημά του, μέσα στην πληρότητα του Θεού. Δείχνει πως ο κόσμος είναι προορισμένος να ολοκληρωθεί μέσα στην πραγματική και αιώνια ύπαρξη του Θεού. Εκπέμπει το θείο φως πάνω στον κόσμο, μεταμορφώνοντάς τον εκ των προτέρων. Διακόπτει τη σύνδεση με τον κόσμο ως την έσχατη πραγματικότητα· αλλά γι’ αυτό ακριβώς εξασφαλίζει στην ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου μια αιώνια ύπαρξη, ενώνοντάς τες με τον Θεό.
Διά του σταυρού του, ο ενσαρκωμένος Θείος Λόγος, φανερώνει ξανά τον πλήρη και αιώνιο λόγο του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής, που τα σκιάζει ο θάνατος. Ο Άγ. Αθανάσιος λέγει: «Η αυτή μέντοι Σοφία του Θεού εστίν, ήτις πρότερον μεν διά της εν τοις κτίσμασιν εικόνος εαυτής δι’ ην και λέγεται κτίζεσθαι, εφανέρου εαυτήν και δι’ εαυτής τον εαυτής Πατέρα– ύστερον δε αυτή, ούσα Λόγος, γέγονε σαρξ, ως είπεν ο Ιωάννης, και μετά το καταργήσαι τον θάνατον και σώσαι το γένος ημών έτι και πλέον απεκάλυψεν εαυτόν τε και δι’ εαυτού τον εαυτού Πατέρα» (Κατά Αρειανών, Λόγος Β’., Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 248).
Ο Χριστός, ο ενσαρκωμένος Θεός, νικά το θάνατο, ακόμη και από μόνο το γεγονός, πως τον βαστάζει με την δύναμη της υπομονής της καθαρής από κάθε εξέγερση και νικά τις ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, του πόνου, από μόνο το γεγονός πως δεν πέφτει στο αμάρτημα της υπέρμετρης ικανοποίησής τους.
Γι’ αυτό το λόγο στην Ανατολή, ο σταυρός του Χριστού, ως πάθος δίχως την αμαρτία του θανάτου και ως συγκράτηση των αναγκών, είναι το μέσο της κατανίκησής τους και όχι η ακραία μορφή της ανθρώπινης αδυναμίας, όπως είναι ο σταυρός των ανθρώπων, που δεν γνωρίζουν τον Χριστό. Το ξεπέρασμα του σταυρού διά της αναστάσεως δεν έρχεται μετά το τελικό σημείο εξάντλησης του θανάτου έξω απ’ Εκείνον, από τον Πατέρα μόνο, αλλά και από μέσα του, επειδή υπομένει το θάνατο με τη δύναμη μιας υπομονής χωρίς εξέγερση, αφού προηγουμένως έχει χαλιναγωγήσει τις ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, χωρίς να πέσει στο αμάρτημα της ηδονής.

Η δύναμη του Χριστού, που φανερώθηκε στο σταυρό, ήταν μια δύναμη που νίκησε τη φ6ορά του κόσμου μέσα στο ίδιο Του το σώμα. Μ’ αυτό τον τρόπο ο σταυρός, που σήκωσε ο Χριστός, οδηγεί στην Ανάσταση.
Γι’ αυτό η ορθόδοξη Εκκλησία ψάλλει: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Και οι πιστοί κάνουν το σημείο του σταυρού, πεπεισμένοι ότι έτσι θα λάβουν βοήθεια από τη δύναμη του Χριστού, που νίκησε τη φθορά και το θάνατο, πράγματα αλληλένδετα με τον κόσμο. Τον τοποθετούν στην κορυφή των σπιτιών, στα σταυροδρόμια, για να τους προστατεύει από κάθε κακό. Ο ιερέας ευλογεί τους πιστούς με το σταυρό στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, πάντοτε υψώνοντάς τον, δείχνοντας πως πρέπει να βασιλεύει και πως βασιλεύει με την πνευματική του δύναμη πάνω σε κάθε τι που υπάρχει μέσα στον κόσμο.
Έχει πάντοτε αυτή τη δύναμη, γιατί είναι μυστικά συνδεδεμένος με την ανάσταση του Χριστού και έτσι είναι μόνιμα παρών μέσα στην ανάσταση. Και είναι πάντοτε παρών στην ανάσταση του Χριστού, γιατί σημαίνει ότι ως άνθρωπος ο Χριστός προσφέρεται ολοκληρωτικά στον Πατέρα. Κι αυτό γινόταν πάντοτε μέσα στον κόσμο με την αποδοχή των οδυνών και το θάνατο, αποδοχή που φανερώνει μεγάλη πνευματική δύναμη. Σ’ αυτό συνίσταται η είσοδος του Χριστού, ως ανθρώπου, στον Πατέρα, αφού είχε διασχίσει πνευματικά τον κόσμο, είσοδος που δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά με τη θυσία, όπως λέγει η προς Εβραίους Επιστολή και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αυτό σημαίνει την πλήρη αποκατάσταση της κοινωνίας του Χριστού ως ανθρώπου με τον Πατέρα, στο βαθμό που δέχεται τις οδύνες και το θάνατο, που είναι αλληλένδετα με τον κόσμο. Ο Ιησούς πραγματοποίησε την αποδοχή παραιτούμενος πλήρως από τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει οδύνη και θάνατο. Αυτή τη δύναμη ο Χριστός τη δίνει και σε μας και μπορούμε και μείς να παραιτηθούμε από τον εαυτό μας και να προσφερθούμε στον Πατέρα, ερχόμενοι έτσι σε κοινωνία μαζί Του, διασχίζοντας τον κόσμο, χωρίς να αποχωριζόμαστε από εκείνον. Ο σταυρός είναι λοιπόν το σημείο κορύφωσης της αγάπης του Χριστού, ως ανθρώπου, προς το Θεό, που φανερώθηκε στο κέντρο του κόσμου. Είναι η αγάπη που φανερώνεται από το γεγονός, πως θεωρεί τον κόσμο ως μια πραγματικότητα διάφανη, για να δούμε το Θεό. Αλλά είναι ακόμη το σημείο φανέρωσης της αγάπης του ως Θεού και ως ανθρώπου για μας. Μέσα από τη δύναμη της αγάπης του, που εκχέεται μέσα μας, μπορούμε και μείς να φανερώσουμε την αγάπη μας προς το Θεό, ζώντας τη σχέση μας με τον κόσμο, ως σχέση με μια πραγματικότητα απαραίτητη, για να καταστήσει τον Θεό διάφανο. Ο σταυρός ως αγαπητική δύναμη, που διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις, προς το Θεό και προς εμάς, είναι αδιάλειπτα παρών μέσα στον αναστημένο Χριστό και απ’ αυτόν πηγάζει η αγάπη μας προς το Θεό και προς τους ανθρώπους μέσα στον κόσμο.
Γενικά, σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, δεν μπορούμε να έλθουμε προς τον Πατέρα, παρά προσφέροντας καθαρή θυσία τον εαυτό μας· γι’ αυτό το σκοπό, ο Χριστός μας παίρνει μέσα Του και εμείς τον παίρνουμε μέσα μας, για να γίνουμε και μείς καθαρή θυσία, όπως Εκείνος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει μια απόλυτη άρνηση του κόσμου, αλλά μια τέτοια σχέση μαζί του, που να μας καταστήσει διάφανο τον Πατέρα, δηλαδή μια σχέση μέσα στην οποία φανερώνεται η δύναμή μας να χρησιμοποιήσουμε, ό,τι μας προσφέρει ο κόσμος, με σωφροσύνη και να υποφέρουμε τις οδύνες του και το θάνατο με υπομονή. Ο κόσμος παίζει, λοιπόν, αναγκαστικά, ένα ρόλο στο σταυρό μας. Δεν καταργείται. Πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε, για να δείξουμε τη δύναμή μας σε σχέση μ’ αυτόν, όχι απλώς τη δύναμη να τον αρνηθούμε, αλλά να τον χρησιμοποιήσουμε ως μια πραγματικότητα δεύτερη κατά την τάξη, με αμείωτη σωφροσύνη και υπομονή. Πέρα απ’ αυτό, αν είναι ένα δώρο του Θεού σε μας, πρέπει νάναι και το δικό μας· δώρο στο Θεό και στους άλλους. Για να μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε σαν δώρο, πρέπει να υπάρχει. Χρειάζεται δύναμη πνευματική, για να χρησιμοποιήσουμε τον κόσμο με σωφροσύνη, υπομονή και αγάπη, αλλά αυτή η δύναμη δεν χρειάζεται, αν δεν υπάρχει κόσμος. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ ανεβεί πνευματικά, αν δεν υπάρχει κόσμος, που να μπορεί να προσφερθεί στο Θεό και στους άλλους ως δώρο. Ο σταυρός μάς οπλίζει με δύναμη για να μην είμαστε σκλάβοι των αντικειμένων, αλλά να μαρτυρούμε μέσα απ’ αυτά την αγάπη μας προς το Θεό ως υποκείμενο και τους άλλους ως υποκείμενα.
Σχετικά με αυτό το θέμα ο λόγος του Απ. Παύλου έχει θετική σημασία: «Εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6,14). Αυτό δεν σημαίνει μια απλή έξοδο από τον κόσμο, αλλά έναν αντι-εγωιστικό «κανόνα», σύμφωνα με τον οποίο ο χριστιανός πρέπει να ζει και να χρησιμοποιεί τον κόσμο (Γαλ. 6,16). Αυτός που σταυρώνεται μαζί με το Χριστό, δεν είναι απλώς νεκρός, αλλά «ζων διά Θεόν», ζων μέσα στον κόσμο. (Γαλ. 3,19). Έτσι, η δύναμη του Χριστού, που λαβαίνουν οι πιστοί όταν τον επικαλούνται, κάνοντας το σημείο του σταυρού, είναι η πλήρης αγάπης δύναμη της ουσιαστικής του κατάστασης, διά μέσου της οποίας Εκείνος απαρνήθηκε τον εαυτό του, ήλθε προς τον Πατέρα και έρχεται πάντοτε στις καρδιές εκείνων, που είναι μέσα στον κόσμο. Και δίνει τη δύναμη να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους μέσα στον κόσμο, με σωφροσύνη και να υπομείνουν το θάνατο όπως Εκείνος. Έτσι προετοιμάζονται και αυτοί για την ανάσταση.
Με τη δύναμη που δεχόμαστε από τη θυσία του Χριστού, δύναμη που είναι ταυτόχρονα και ακριβώς γι’ αυτό ολοζώντανη, οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε τη συμβουλή του Απ. Παύλου, «παραστήσαι τα σώματα ημών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ», η οποία είναι ταυτόχρονα «λογική λατρεία», που προσφέρεται στο Θεό (Ρωμ. 12,1). Ο χριστιανός, κάνοντας το σημείο του σταυρού, δεν λαβαίνει μόνο τη δύναμη του Χριστού, για να νικήσει την αμαρτία και να επιτύχει κάθε καλό, αλλά προσφέρει και μια αληθινή λατρεία στο Θεό. Ανυψώνει το πνεύμα του προς Αυτόν και θυσιάζει τα πάντα και τον εαυτό του στο Θεό. Αλλά αυτό δεν μπορεί να το κάνει παρά μόνο όταν βρίσκεται σε σχέση με τον κόσμο.
Στο σταυρό του Χριστού υπάρχει διαλεκτική κατάφαση του κόσμου, αλλά και υπέρβασή του, αφού θεωρείται όχι ως έσχατη πραγματικότητα, αλλά ως πραγματικότητα εν Θεώ.
Δεν μπορούμε να έλθουμε σε σχέση με το Θεό έξω από τον κόσμο, αλλά διά του κόσμου ως δώρου διάφανου. Όταν, δηλ. τον χρησιμοποιούμε με σωφροσύνη και υπομονή κι έχουμε στη σκέψη μας το Θεό, ως αληθινό Σωτήρα της ύπαρξής μας. Πρέπει να βρισκόμαστε αδιάκοπα σε σχέση με τον κόσμο, για να μπορούμε και αδιάκοπα να τον προσφέρουμε στο Θεό και στους άλλους, για να ασκηθούμε σ’ αυτή την πνευματική δύναμη,
Ο σταυρός του Κυρίου δεν μάς αποκαλύπτει το πλήρες νόημά του, χωρίς την ενσάρκωσή Του και την ανάστασή Του. Αν ο σταυρός σήμαινε απλώς μια άρνηση του σώματος και του κόσμου, ο Κύριος δε θα είχε ενσαρκωθεί. Ενσαρκώθηκε για να αγιοποιήσει διά του σταυρού το σώμα του και το σώμα μας. Για να προσφέρει μαζί με τον κόσμο στο Θεό και για να τα οδηγήσει αγιασμένα διά της αναστάσεως στην αιώνια ζωή. Ο αγ. Αθανάσιος λέγει: «Όθεν ό του Θεού Λόγος δι’ εαυτού παρεγένετο, ίν’ ως εικών ων του Πατρός τον κατ’ εικόνα άνθρωπον ανακτίσαι δυνηθή» (Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου, Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 85).
Το γεγονός πως ο ίδιος ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος, συμφιλιώνει ξανά τους ανθρώπους με το Θεό, διά του σταυρού και ανασταίνει την φύση μας, δηλαδή εμάς τους ίδιους, στην αιώνια ζωή εν Θεώ, αποδεικνύει την αιώνια αξία που έχει η ύπαρξή μας για Εκείνον και το ρόλο του σταυρού ως μέσου, γι’ αυτή την ανακαίνισή μας στην αιωνιότητα.
Ο άγιος Αθανάσιος λέγει ακόμη πως ο Υιός του Θεού ήλθε ως ιατρός και Σωτήρ για να θεραπεύσει και να σώσει την δημιουργία Του. Γι’ αυτό το λόγο αναλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα, για να το θεραπεύσει από μέσα, με την θεία του δύναμη, αλλά επίσης με την ανθρώπινη προσπάθεια, που δυνάμωσε εσωτερικά με τη θεία δύναμη. Ο σταυρός δυναμώνει τον άνθρωπο.
Με αφετηρία τους λόγους του Απ. Παύλου, πως οφείλουμε να αυξηθούμε πνευματικά, για να εννοήσουμε «ποιό είναι το μήκος, το πλάτος, το βάθος και το ύψος της αγάπης του Χριστου» (Εφεσ. 3,18), ο άγ. Αθανάσιος λέγει: «Ο Λόγος απλώνεται παντού: ψηλά, στη δημιουργία· χαμηλά, στην ενσάρκωση· σε βάθος, μέσα στην κόλαση· σε πλάτος, μέσα στον κόσμο. Όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο, δεν πρόσφερε το σώμα του αμέσως μετά τον ερχομό του, θανατώνοντάς το, ανασταίνοντάς το και κάνοντάς το αόρατο. Αλλά έμεινε μέσα στο σώμα, πραγματοποίησε μεγάλα έργα και σημεία, που κανένας άνθρωπος δεν έκανε και έτσι φανερώθηκε ως Λόγος του Θεού». Αποκάλυψε μ’ αυτό τον τρόπο τη σημασία της ζωής και της προσπάθειας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, ως ευκαιρίας να νικήσει την αμαρτία της προσκόλλησης στον κόσμο, που θεωρείται ως η έσχατη πραγματικότητα, και με το να πράττει το καλό, να οδεύει προς το Θεό.
«… υπέβαλεν εαυτόν διά σώματος φανήναι ο Λόγος, ίνα μετενέγκη εις εαυτόν ως άνθρωπος τους ανθρώπους, και τας αισθήσεις αυτών εις εαυτόν αποκλίνη, και λοιπόν εκείνους ως άνθρωπον αυτόν ορώντας δι’ ων εργάζεται έργων, πείση μη είναι εαυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά και Θεόν και Θεού αληθινού Λόγον και σοφίαν».(Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου, P.G.25, σελ.124)
Μετά την αρχική πτώση, οι ανάγκες του ανθρώπου, που πρέπει να ικανοποιηθούν διά του κόσμου, ασκούν πάνω του μια τέτοια επιρροή, ώστε να μεγαλοποιεί την ικανοποίησή τους, με τόσο εγωιστικό τρόπο, που να ξεχνά το Θεό και τους ομοίους του και να δένεται ολοκληρωτικά με τον κόσμο, με τρόπο σχεδόν απόλυτο και πλήρως εγωιστικό. Οι Πατέρες εκφράζουν αυτή την κατάσταση λέγοντας, πως οι ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, άρχισαν να ικανοποιούνται με αμαρτωλό τρόπο και πως ο φόβος του θανάτου έσπρωξε τον άνθρωπο ακόμη περισσότερο προς το αποκλειστικό δέσιμό του με τον κόσμο. Μόνο ο Χριστός δεν ικανοποίησε αυτές τις ανάγκες, με τρόπο αμαρτωλό, γιατί ούτε άφησε να γλιστρήσουν προς την απόλαυση, ούτε ο ίδιος αφέθηκε να παρασυρθεί από τον φόβο του θανάτου σε πράξεις δειλίας. Μόνο ο Χριστός έζησε τη ζωή και υπέφερε το θάνατο ως καθαρή θυσία, που πρόσφερε στο Θεό Πατέρα εν ονόματι των ανθρώπων. Για να ικανοποιήσει τις αυστηρά απαραίτητες ανάγκες του και για να υπομείνει το θάνατο, έβαλε τόσο μεγάλη πνευματική δύναμη, που νίκησε αυτές τις ανάγκες, ελευθερώνοντας την ανθρώπινη φύση από την αμαρτία και ανασταίνοντάς την από το θάνατο. Κι αυτό χάρη στο γεγονός πως η θεία υπόσταση ισχυροποιούσε την ανθρώπινη φύση του, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες και να υπομείνει το θάνατο χωρίς αμαρτία, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να αχρηστεύεται η προσπάθεια της ανθρώπινης φύσης.
Έτσι, ο σταυρός του Χριστού, όταν υπομένεται μέσα στον κόσμο, γίνεται το πανίσχυρο όπλο, που νικά την αμαρτία και το θάνατο και σώζει τον άνθρωπο και τον κόσμο. Ο σταυρός του Χριστού φανερώνει ξανά και αποκαθιστά πλήρως το θετικό νόημα του κόσμου, γιατί ο Χριστός έδειξε οριστικά, πως ο σταυρός δεν είναι η έσχατη στιγμή της ύπαρξης, αλλά δι’ αυτού φθάνουμε στο Θεό, στην αιώνια ζωή, και ο κόσμος αποκαλύπτεται έτσι, όχι ως η έσχατη πραγματικότητα, αφού, πάνω απ’ αυτόν, φανερώνεται ο Θεός με την άπειρη ζωή του. Ταυτόχρονα ο σταυρός του Χριστού αποκαλύπτει πως ο κόσμος είναι αναγκαίος, γιατί μόνο μέσα απ’ αυτόν, υποφέροντας μέσα του και αγωνιζόμενοι ενάντια στον εγωισμό, φτάνουμε στο Θεό.
Ο σταυρός του Χριστού φανερώνει, λοιπόν, δύο πράγματα: από τη μια μεριά παρουσιάζει τον κόσμο, όχι ως την έσχατη και απόλυτη πραγματικότητα, αλλά ως την προτελευταία πραγματικότητα, την εξαρτημένη από το Θεό. Από την άλλη, κάνει να απλώνεται πάνω στον κόσμο, από μέρους του Θεού, μια αιώνια αξία. Δι’ αυτού χαλαρώνεται η αλυσίδα της αμαρτίας, που δένει τον άνθρωπο με τον κόσμο με τρόπο εγωιστικό και απόλυτο, και νικιέται ο θάνατος. Ο σταυρός νικά τήν αμαρτία και τον θάνατο, γιατί δείχνει και αποδείχνει πως αυτός ο κόσμος της οδύνης και του θανάτου, δεν είναι έσχατη πραγματικότητα, αλλά πάνω απ’ αυτήν υπάρχει ο Θεός, ο αιώνιος και αληθινός στην ύπαρξή του, που ανυψώνει τον κόσμο στην αιώνια ζωή του, απελευθερώνοντάς τον από το θάνατο και την ανεπάρκειά του.
Έτσι ο σταυρός του Χριστού δεν είναι μια ουσιαστική και οριστική άρνηση του κόσμου και του ανθρώπου. Γίνεται παράγοντας, που δείχνει πώς ο κόσμος, ανεπαρκής καθεαυτόν, ανακτά το πλήρες νόημά του, μέσα στην πληρότητα του Θεού. Δείχνει πως ο κόσμος είναι προορισμένος να ολοκληρωθεί μέσα στην πραγματική και αιώνια ύπαρξη του Θεού. Εκπέμπει το θείο φως πάνω στον κόσμο, μεταμορφώνοντάς τον εκ των προτέρων. Διακόπτει τη σύνδεση με τον κόσμο ως την έσχατη πραγματικότητα· αλλά γι’ αυτό ακριβώς εξασφαλίζει στην ύπαρξη του ανθρώπου και του κόσμου μια αιώνια ύπαρξη, ενώνοντάς τες με τον Θεό.
Διά του σταυρού του, ο ενσαρκωμένος Θείος Λόγος, φανερώνει ξανά τον πλήρη και αιώνιο λόγο του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής, που τα σκιάζει ο θάνατος. Ο Άγ. Αθανάσιος λέγει: «Η αυτή μέντοι Σοφία του Θεού εστίν, ήτις πρότερον μεν διά της εν τοις κτίσμασιν εικόνος εαυτής δι’ ην και λέγεται κτίζεσθαι, εφανέρου εαυτήν και δι’ εαυτής τον εαυτής Πατέρα– ύστερον δε αυτή, ούσα Λόγος, γέγονε σαρξ, ως είπεν ο Ιωάννης, και μετά το καταργήσαι τον θάνατον και σώσαι το γένος ημών έτι και πλέον απεκάλυψεν εαυτόν τε και δι’ εαυτού τον εαυτού Πατέρα» (Κατά Αρειανών, Λόγος Β’., Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 248).
Ο Χριστός, ο ενσαρκωμένος Θεός, νικά το θάνατο, ακόμη και από μόνο το γεγονός, πως τον βαστάζει με την δύναμη της υπομονής της καθαρής από κάθε εξέγερση και νικά τις ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, του πόνου, από μόνο το γεγονός πως δεν πέφτει στο αμάρτημα της υπέρμετρης ικανοποίησής τους.
Γι’ αυτό το λόγο στην Ανατολή, ο σταυρός του Χριστού, ως πάθος δίχως την αμαρτία του θανάτου και ως συγκράτηση των αναγκών, είναι το μέσο της κατανίκησής τους και όχι η ακραία μορφή της ανθρώπινης αδυναμίας, όπως είναι ο σταυρός των ανθρώπων, που δεν γνωρίζουν τον Χριστό. Το ξεπέρασμα του σταυρού διά της αναστάσεως δεν έρχεται μετά το τελικό σημείο εξάντλησης του θανάτου έξω απ’ Εκείνον, από τον Πατέρα μόνο, αλλά και από μέσα του, επειδή υπομένει το θάνατο με τη δύναμη μιας υπομονής χωρίς εξέγερση, αφού προηγουμένως έχει χαλιναγωγήσει τις ανάγκες της πείνας, της δίψας, της κόπωσης, χωρίς να πέσει στο αμάρτημα της ηδονής.

Η δύναμη του Χριστού, που φανερώθηκε στο σταυρό, ήταν μια δύναμη που νίκησε τη φ6ορά του κόσμου μέσα στο ίδιο Του το σώμα. Μ’ αυτό τον τρόπο ο σταυρός, που σήκωσε ο Χριστός, οδηγεί στην Ανάσταση.
Γι’ αυτό η ορθόδοξη Εκκλησία ψάλλει: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Και οι πιστοί κάνουν το σημείο του σταυρού, πεπεισμένοι ότι έτσι θα λάβουν βοήθεια από τη δύναμη του Χριστού, που νίκησε τη φθορά και το θάνατο, πράγματα αλληλένδετα με τον κόσμο. Τον τοποθετούν στην κορυφή των σπιτιών, στα σταυροδρόμια, για να τους προστατεύει από κάθε κακό. Ο ιερέας ευλογεί τους πιστούς με το σταυρό στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, πάντοτε υψώνοντάς τον, δείχνοντας πως πρέπει να βασιλεύει και πως βασιλεύει με την πνευματική του δύναμη πάνω σε κάθε τι που υπάρχει μέσα στον κόσμο.
Έχει πάντοτε αυτή τη δύναμη, γιατί είναι μυστικά συνδεδεμένος με την ανάσταση του Χριστού και έτσι είναι μόνιμα παρών μέσα στην ανάσταση. Και είναι πάντοτε παρών στην ανάσταση του Χριστού, γιατί σημαίνει ότι ως άνθρωπος ο Χριστός προσφέρεται ολοκληρωτικά στον Πατέρα. Κι αυτό γινόταν πάντοτε μέσα στον κόσμο με την αποδοχή των οδυνών και το θάνατο, αποδοχή που φανερώνει μεγάλη πνευματική δύναμη. Σ’ αυτό συνίσταται η είσοδος του Χριστού, ως ανθρώπου, στον Πατέρα, αφού είχε διασχίσει πνευματικά τον κόσμο, είσοδος που δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά με τη θυσία, όπως λέγει η προς Εβραίους Επιστολή και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αυτό σημαίνει την πλήρη αποκατάσταση της κοινωνίας του Χριστού ως ανθρώπου με τον Πατέρα, στο βαθμό που δέχεται τις οδύνες και το θάνατο, που είναι αλληλένδετα με τον κόσμο. Ο Ιησούς πραγματοποίησε την αποδοχή παραιτούμενος πλήρως από τον εαυτό του, πράγμα που σημαίνει οδύνη και θάνατο. Αυτή τη δύναμη ο Χριστός τη δίνει και σε μας και μπορούμε και μείς να παραιτηθούμε από τον εαυτό μας και να προσφερθούμε στον Πατέρα, ερχόμενοι έτσι σε κοινωνία μαζί Του, διασχίζοντας τον κόσμο, χωρίς να αποχωριζόμαστε από εκείνον. Ο σταυρός είναι λοιπόν το σημείο κορύφωσης της αγάπης του Χριστού, ως ανθρώπου, προς το Θεό, που φανερώθηκε στο κέντρο του κόσμου. Είναι η αγάπη που φανερώνεται από το γεγονός, πως θεωρεί τον κόσμο ως μια πραγματικότητα διάφανη, για να δούμε το Θεό. Αλλά είναι ακόμη το σημείο φανέρωσης της αγάπης του ως Θεού και ως ανθρώπου για μας. Μέσα από τη δύναμη της αγάπης του, που εκχέεται μέσα μας, μπορούμε και μείς να φανερώσουμε την αγάπη μας προς το Θεό, ζώντας τη σχέση μας με τον κόσμο, ως σχέση με μια πραγματικότητα απαραίτητη, για να καταστήσει τον Θεό διάφανο. Ο σταυρός ως αγαπητική δύναμη, που διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις, προς το Θεό και προς εμάς, είναι αδιάλειπτα παρών μέσα στον αναστημένο Χριστό και απ’ αυτόν πηγάζει η αγάπη μας προς το Θεό και προς τους ανθρώπους μέσα στον κόσμο.
Γενικά, σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, δεν μπορούμε να έλθουμε προς τον Πατέρα, παρά προσφέροντας καθαρή θυσία τον εαυτό μας· γι’ αυτό το σκοπό, ο Χριστός μας παίρνει μέσα Του και εμείς τον παίρνουμε μέσα μας, για να γίνουμε και μείς καθαρή θυσία, όπως Εκείνος. Αλλά αυτό δεν σημαίνει μια απόλυτη άρνηση του κόσμου, αλλά μια τέτοια σχέση μαζί του, που να μας καταστήσει διάφανο τον Πατέρα, δηλαδή μια σχέση μέσα στην οποία φανερώνεται η δύναμή μας να χρησιμοποιήσουμε, ό,τι μας προσφέρει ο κόσμος, με σωφροσύνη και να υποφέρουμε τις οδύνες του και το θάνατο με υπομονή. Ο κόσμος παίζει, λοιπόν, αναγκαστικά, ένα ρόλο στο σταυρό μας. Δεν καταργείται. Πρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε, για να δείξουμε τη δύναμή μας σε σχέση μ’ αυτόν, όχι απλώς τη δύναμη να τον αρνηθούμε, αλλά να τον χρησιμοποιήσουμε ως μια πραγματικότητα δεύτερη κατά την τάξη, με αμείωτη σωφροσύνη και υπομονή. Πέρα απ’ αυτό, αν είναι ένα δώρο του Θεού σε μας, πρέπει νάναι και το δικό μας· δώρο στο Θεό και στους άλλους. Για να μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε σαν δώρο, πρέπει να υπάρχει. Χρειάζεται δύναμη πνευματική, για να χρησιμοποιήσουμε τον κόσμο με σωφροσύνη, υπομονή και αγάπη, αλλά αυτή η δύναμη δεν χρειάζεται, αν δεν υπάρχει κόσμος. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’ ανεβεί πνευματικά, αν δεν υπάρχει κόσμος, που να μπορεί να προσφερθεί στο Θεό και στους άλλους ως δώρο. Ο σταυρός μάς οπλίζει με δύναμη για να μην είμαστε σκλάβοι των αντικειμένων, αλλά να μαρτυρούμε μέσα απ’ αυτά την αγάπη μας προς το Θεό ως υποκείμενο και τους άλλους ως υποκείμενα.
Σχετικά με αυτό το θέμα ο λόγος του Απ. Παύλου έχει θετική σημασία: «Εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (Γαλ. 6,14). Αυτό δεν σημαίνει μια απλή έξοδο από τον κόσμο, αλλά έναν αντι-εγωιστικό «κανόνα», σύμφωνα με τον οποίο ο χριστιανός πρέπει να ζει και να χρησιμοποιεί τον κόσμο (Γαλ. 6,16). Αυτός που σταυρώνεται μαζί με το Χριστό, δεν είναι απλώς νεκρός, αλλά «ζων διά Θεόν», ζων μέσα στον κόσμο. (Γαλ. 3,19). Έτσι, η δύναμη του Χριστού, που λαβαίνουν οι πιστοί όταν τον επικαλούνται, κάνοντας το σημείο του σταυρού, είναι η πλήρης αγάπης δύναμη της ουσιαστικής του κατάστασης, διά μέσου της οποίας Εκείνος απαρνήθηκε τον εαυτό του, ήλθε προς τον Πατέρα και έρχεται πάντοτε στις καρδιές εκείνων, που είναι μέσα στον κόσμο. Και δίνει τη δύναμη να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους μέσα στον κόσμο, με σωφροσύνη και να υπομείνουν το θάνατο όπως Εκείνος. Έτσι προετοιμάζονται και αυτοί για την ανάσταση.
Με τη δύναμη που δεχόμαστε από τη θυσία του Χριστού, δύναμη που είναι ταυτόχρονα και ακριβώς γι’ αυτό ολοζώντανη, οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε τη συμβουλή του Απ. Παύλου, «παραστήσαι τα σώματα ημών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ», η οποία είναι ταυτόχρονα «λογική λατρεία», που προσφέρεται στο Θεό (Ρωμ. 12,1). Ο χριστιανός, κάνοντας το σημείο του σταυρού, δεν λαβαίνει μόνο τη δύναμη του Χριστού, για να νικήσει την αμαρτία και να επιτύχει κάθε καλό, αλλά προσφέρει και μια αληθινή λατρεία στο Θεό. Ανυψώνει το πνεύμα του προς Αυτόν και θυσιάζει τα πάντα και τον εαυτό του στο Θεό. Αλλά αυτό δεν μπορεί να το κάνει παρά μόνο όταν βρίσκεται σε σχέση με τον κόσμο.
Στο σταυρό του Χριστού υπάρχει διαλεκτική κατάφαση του κόσμου, αλλά και υπέρβασή του, αφού θεωρείται όχι ως έσχατη πραγματικότητα, αλλά ως πραγματικότητα εν Θεώ.
Δεν μπορούμε να έλθουμε σε σχέση με το Θεό έξω από τον κόσμο, αλλά διά του κόσμου ως δώρου διάφανου. Όταν, δηλ. τον χρησιμοποιούμε με σωφροσύνη και υπομονή κι έχουμε στη σκέψη μας το Θεό, ως αληθινό Σωτήρα της ύπαρξής μας. Πρέπει να βρισκόμαστε αδιάκοπα σε σχέση με τον κόσμο, για να μπορούμε και αδιάκοπα να τον προσφέρουμε στο Θεό και στους άλλους, για να ασκηθούμε σ’ αυτή την πνευματική δύναμη,
Ο σταυρός του Κυρίου δεν μάς αποκαλύπτει το πλήρες νόημά του, χωρίς την ενσάρκωσή Του και την ανάστασή Του. Αν ο σταυρός σήμαινε απλώς μια άρνηση του σώματος και του κόσμου, ο Κύριος δε θα είχε ενσαρκωθεί. Ενσαρκώθηκε για να αγιοποιήσει διά του σταυρού το σώμα του και το σώμα μας. Για να προσφέρει μαζί με τον κόσμο στο Θεό και για να τα οδηγήσει αγιασμένα διά της αναστάσεως στην αιώνια ζωή. Ο αγ. Αθανάσιος λέγει: «Όθεν ό του Θεού Λόγος δι’ εαυτού παρεγένετο, ίν’ ως εικών ων του Πατρός τον κατ’ εικόνα άνθρωπον ανακτίσαι δυνηθή» (Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου, Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 85).
Το γεγονός πως ο ίδιος ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος, συμφιλιώνει ξανά τους ανθρώπους με το Θεό, διά του σταυρού και ανασταίνει την φύση μας, δηλαδή εμάς τους ίδιους, στην αιώνια ζωή εν Θεώ, αποδεικνύει την αιώνια αξία που έχει η ύπαρξή μας για Εκείνον και το ρόλο του σταυρού ως μέσου, γι’ αυτή την ανακαίνισή μας στην αιωνιότητα.
Ο άγιος Αθανάσιος λέγει ακόμη πως ο Υιός του Θεού ήλθε ως ιατρός και Σωτήρ για να θεραπεύσει και να σώσει την δημιουργία Του. Γι’ αυτό το λόγο αναλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα, για να το θεραπεύσει από μέσα, με την θεία του δύναμη, αλλά επίσης με την ανθρώπινη προσπάθεια, που δυνάμωσε εσωτερικά με τη θεία δύναμη. Ο σταυρός δυναμώνει τον άνθρωπο.
Με αφετηρία τους λόγους του Απ. Παύλου, πως οφείλουμε να αυξηθούμε πνευματικά, για να εννοήσουμε «ποιό είναι το μήκος, το πλάτος, το βάθος και το ύψος της αγάπης του Χριστου» (Εφεσ. 3,18), ο άγ. Αθανάσιος λέγει: «Ο Λόγος απλώνεται παντού: ψηλά, στη δημιουργία· χαμηλά, στην ενσάρκωση· σε βάθος, μέσα στην κόλαση· σε πλάτος, μέσα στον κόσμο. Όλα είναι γεμάτα από τη γνώση του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο, δεν πρόσφερε το σώμα του αμέσως μετά τον ερχομό του, θανατώνοντάς το, ανασταίνοντάς το και κάνοντάς το αόρατο. Αλλά έμεινε μέσα στο σώμα, πραγματοποίησε μεγάλα έργα και σημεία, που κανένας άνθρωπος δεν έκανε και έτσι φανερώθηκε ως Λόγος του Θεού». Αποκάλυψε μ’ αυτό τον τρόπο τη σημασία της ζωής και της προσπάθειας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, ως ευκαιρίας να νικήσει την αμαρτία της προσκόλλησης στον κόσμο, που θεωρείται ως η έσχατη πραγματικότητα, και με το να πράττει το καλό, να οδεύει προς το Θεό.
«… υπέβαλεν εαυτόν διά σώματος φανήναι ο Λόγος, ίνα μετενέγκη εις εαυτόν ως άνθρωπος τους ανθρώπους, και τας αισθήσεις αυτών εις εαυτόν αποκλίνη, και λοιπόν εκείνους ως άνθρωπον αυτόν ορώντας δι’ ων εργάζεται έργων, πείση μη είναι εαυτόν άνθρωπον μόνον, αλλά και Θεόν και Θεού αληθινού Λόγον και σοφίαν».(Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου, P.G.25, σελ.124)
Διά του
σταυρού έδειξε, πως μέσα στο ανθρώπινο σώμα νικιέται το αμάρτημα της
προσκόλλησης στον κόσμο ως έσχατης πραγματικότητας· δηλαδή, διά του
σταυρού, τον οποίο υπέμεινε έν σώματι, νίκησε την ανθρώπινη αδυναμία που
εκδηλώνεται με την προσκόλληση στον κόσμο, ωσάν να είναι η έσχατη
πραγματικότητα και με τη δειλία του εγωισμού. Αλλά αποδείχτηκε και Θεός
διάφανος, που ήλθε σε κοινωνία με τους ανθρώπους, δείχνοντας πως οι
οδύνες και ο θάνατος —που συγκρατούν την αμαρτία στους ανθρώπους—
μπορούν να νικηθούν, όταν αποδεχθούμε τη ζωή και το θάνατο ως θυσία, που
προσφέρει τα πάντα στο Θεό και φθάνουν έτσι στο Θεό.
(Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, «Στο φως του Σταυρού και της Αναστάσεως», εκδ. Ι. Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος-Κύμη, σ. 11-26)
Ο βασιλικός και ο Τίμιος Σταυρός. Λαϊκός θρύλος.
Όλοι γνωρίζουμε
πως τον Χριστό μας τον σταύρωσαν. Τον
κάρφωσαν δηλαδή πάνω σ' ένα ξύλινο σταυρό, κι εκεί
ξεψύχησε.
Τον ξύλινο
σταυρό οι Χριστιανοί τον έθαψαν βαθιά στο χώμα
για να μην τον βρουν οι ειδωλολάτρες και τον
μολύνουν. Έτσι ο Τίμιος Σταυρός έμεινε χρόνια
πολλά θαμμένος μέσα στη γη.
Όταν έπειτα από
καιρό επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Αγία Ελένη
αποφάσισε να βρει και να ξεθάψει τον Τίμιο Σταυρό
και να τον στήσει μέσα στην εκκλησία στα
Ιεροσόλυμα για να τον προσκυνούν οι Χριστιανοί.
Πήγε λοιπόν η ίδια στα Ιεροσόλυμα και ζήτησε να
μάθει σε ποιο μέρος ήταν θαμμένος ο Σταυρός.
Όμως κανένας
Χριστιανός δεν ήξερε να της πει. Εκείνοι που πριν
από πολλά χρόνια τον είχαν θάψει βαθιά στο χώμα,
είχαν πια πεθάνει. Έβαλε λοιπόν η Αγία Ελένη
χιλιάδες εργάτες κι άρχισαν να σκάβουν όλα τα
χωράφια εκεί γύρω. Είχε ακλόνητη πίστη πως κάπου
θα τον έβρισκε. Πολλούς μήνες δούλευαν οι
εργάτες
χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια μέρα, καθώς η Αγία Ελένη
βάδιζε μέσα σ' ένα χωράφι, πάτησε ένα χορτάρι και
αμέσως μια γλυκιά μυρωδιά γέμισε τον αέρα.
"Τι ωραία
μυρωδιά είναι αυτή", είπε από μέσα της η Αγία
Ελένη.
"Από που να
χύνεται αυτή η γλυκιά μοσχοβολιά;".
Καθώς κοίταξε
γύρω της έσκυψε κι έκοψε ένα κλαδάκι απ' το φυτό
που πάτησε, το μύρισε και τότε κατάλαβε πως το
χορτάρι εκείνο ήταν που σκορπούσε την γλυκιά
ευωδιά.
Μεμιάς ο νους
της φωτίστηκε, φώναξε έναν εργάτη και του είπε να
σκάψει σ' εκείνο το μέρος.
Σε λίγο, τι θαύμα!
Ο εργάτης βρήκε εκεί τον Τίμιο Σταυρό όπου επάνω
ξεψύχησε ο Χριστός μας.
Από εκείνη τη
στιγμή, το μυρωδάτο αυτό φυτό λέγεται βασιλικός,
γιατί φύτρωσε στο σημείο που ήταν θαμμένος ο
Σταυρός, όπου είχε σταυρωθεί ο βασιλιάς
του κόσμου. Γι' αυτό μοιράζουν βασιλικό
στις εκκλησίες στη γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου
Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου.
Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού - 14 Σεπτεμβρίου
Παγκόσμια ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει την παγκόσμια
ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Η γιορτή είναι αρχαιότατη και μια
από τις Δεσποτικές γιορτές, τις γιορτές δηλαδή τις αφιερωμένες στο
Δεσπότη Χριστό. Η γιορτή συνδέεται με μεγάλα ιστορικά γεγονότα της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Συγχρόνως
όμως αναφέρεται στη σταύρωση και το θάνατο του Κυρίου, γι΄ αυτό και
τιμάται με αυστηρή νηστεία, όπως η Μεγάλη Παρασκευή. Το Ευαγγέλιο, που
διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι το ίδιο που διαβάζεται και τη Μεγ.
Παρασκευή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η εορτή της Υψώσεως του τιμίου
Σταυρού ήταν ημέρα γενικής αργίας, αλλά μετά τον πόλεμο οι εργάσιμες
ημέρες της εβδομάδας, ενώ από έξη έγιναν πέντε, η εορτή του Σταυρού
είναι εργάσιμη ημέρα.
Το 326, ένα χρόνο μετά την πρώτη
οικουμενική Σύνοδο, η αγία Ελένη πήγε στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει
τους αγίους τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό, για τις νίκες και τις
θριαμβευτικές επιτυχίες του παιδιού της και πρώτου χριστιανού
αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Τότε έκτισε διάφορους ναούς, όπως στο όρος των
Ελαιών και στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Με διαταγή του Κωνσταντίνου ανέλαβε
να κτίσει μεγάλο ναό στο λόφο του Γολγοθά, εκεί που σταυρώθηκε ο Ιησούς
Χριστός. Εκεί, πριν από διακόσια χρόνια, ο αυτοκράτορας Αδριανός, για
να εμποδίσει τους χριστιανούς να προσκυνούν τον άγιο τόπο, είχε
αναγείρει ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η άγια Ελένη κατεδάφισε τον
ειδωλολατρικό ναό, ξεκαθάρισε τον τόπο, εξακρίβωσε τη θέση που
σταυρώθηκε ο Κύριος και βρήκε τον τίμιο Σταυρό.
Η είδηση ότι βρέθηκε ο τίμιος Σταυρός
διαδόθηκε σ’ όλο τον τότε χριστιανικό κόσμο. Έτρεξαν λοιπόν όλοι, και
μάλιστα οι πιστοί της Παλαιστίνης, για να προσκυνήσουν το τίμιο ξύλο.
Όταν τελείωσε ο ναός της Αναστάσεως, που έκτισε η αγία Ελένη πάνω στο
λόφο του Γολγοθά, στις 14 Σεπτεμβρίου του 336 έγιναν επίσημα και με κάθε
λαμπρότητα τα εγκαίνια. Τότε ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος,
επειδή το πλήθος του λαού ήταν πολύ, για να δουν όλοι και να
προσκυνήσουν, ανέβηκε στον άμβωνα, που ήταν στη μέση του ναού και ύψωσε
τον τίμιο Σταυρό. Οι πιστοί προσκυνούσαν, κάνοντας το σταυρό τους κι
έλεγαν «Κύριε, ελέησον». Αυτή λοιπόν την ύψωση του τιμίου Σταυρού
γιορτάζει σήμερα η Εκκλησία και υψώνει τον τίμιο Σταυρό στη μέση του
ναού.
Ύστερα από 280 περίπου χρόνια, το 614, οι
Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, έκαναν μεγάλες καταστροφές, πήραν
αιχμάλωτο τον Πατριάρχη Ζαχαρία και μαζί τη μεγάλη ασημένια λειψανοθήκη,
στην οποία η αγία Ελένη είχε φυλάξει τον τίμιο Σταυρό. Ο αυτοκράτορας
Ηράκλειος, ύστερα από 14 χρόνια, έκανε εκστρατεία, έφτασε νικητής ως
την πρωτεύουσα της Περσίας, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους χριστιανούς,
πήρε τον τίμιο Σταυρό και τον Πατριάρχη Ζαχαρία και γύρισε στην
Κωνσταντινούπολη. Από εκεί κατέβηκε στα Ιεροσόλυμα, έβγαλε το βασιλικό
στέμμα και ανυπόδητος, σηκώνοντας το κιβώτιο με το τίμιο ξύλο το έφερε
στο Γολγοθά. Εκεί, πάλι στις 14 Σεπτεμβρίου και στο ναό της Αναστάσεως, ο
Πατριάρχης Ζαχαρίας ύψωσε στον άμβωνα τον Σταυρό κι ο λαός έψαλλε
«Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον…»,
Η ανεύρεση του τιμίου Σταύρου από την
αγία Ελένη και η δεύτερη ύψωσή του στον άμβωνα από τον Πατριάρχη Ζαχαρία
συνοδεύονται με δύο θαύματα. Το πρώτο θαύμα είναι η θεραπεία μιας
ετοιμοθάνατης γυναίκας. Η αγία Ελένη βρήκε τρεις σταυρούς· οι άλλοι δύο
ήσαν των δύο ληστών. Γεννήθηκε λοιπόν απορία ποιός ήταν ο Σταυρός του
Κυρίου. Εκεί κοντά βέβαια βρέθηκε η επιγραφή του Πιλάτου «Ιησούς ο
Ναζωραίος ο Βασιλεύς των Ιουδαίων», αλλά ο Πατριάρχης Μακάριος άγγιξε
την ετοιμοθάνατη γυναίκα με το τίμιο Ξύλο κι η άρρωστη αμέσως έγινε
καλά. Το δεύτερο θαύμα είναι ότι, ανεβαίνοντας με το τίμιο Ξύλο προς το
Γολγοθά, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος σταμάτησε και δεν μπορούσε να
προχωρήσει. Τότε ο Πατριάρχης Ζαχαρίας του είπε κι έβγαλε το βασιλικό
στέμμα και τα υποδήματά του. Κι αμέσως ξεκίνησε.
Η Εκκλησία, τιμά και προσκυνεί τιμητικά
τα ιερά λείψανα των Αγίων και τα άμφια της υπεραγίας Θεοτόκου. Πολύ
περισσότερο τον τίμιο Σταυρό του Κυρίου, που είναι «ο φύλαξ πάσης της
οικουμένης, η ωραιότης της Εκκλησίας και πιστών το στήριγμα». Από τότε
που η αγία Ελένη βρήκε τον τίμιο Σταυρό στα Ιεροσόλυμα, είναι μεγάλο
απόκτημα και θησαυρός για κάθε πόλη και μοναστήρι, που μπορεί να έχει
ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίμιο Ξύλο.
«Χριστός ο αληθινός Θεός ημών… δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού… ελεήσαι και σώσαι ημάς». Αμήν.
Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης +Διονυσίου, «Εικόνες έμψυχοι»
Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015
Ο Γόρτυνος Ιερεμίας: «…μερικοί σημερινοί θεολόγοι, στά κρανία τους ἔχουν δυτικό κολοκυνθόσπορο»

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ
1. Αὔριο, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Σταυροῦ. Μέ τήν ἑορτή αὐτή θυμούμαστε τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ μας· γι᾽ αὐτό τήν θεωροῦμε σάν μία Μεγάλη Παρασκευή καί τήν τιμοῦμε μέ νηστεία. Ἄλαδο τό φαγητό τήν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ.
Ὁ Σταυρός, χριστιανοί μου, κηρύττει τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, ὥστε παρέδωσε τόν Υἱό Του σέ σταυρικό θάνατο γιά τήν δική μας σωτηρία. Γιατί, ἄν δέν σταυρωνόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δέν θά ὑπῆρχε σωτηρία γιά μᾶς. Δέν θά σωζόμασταν, ἄν δέν σταυρωνόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλά θά εἴμασταν αἰώνια κολασμένοι.
2. Ὁ Σταυρός εἶναι τό ἰδιαίτερο σημεῖο ἡμῶν τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς χαρακτηρίζει ὅτι ἀνήκουμε σ᾽ Αὐτόν. Αὐτό εἶναι τό σημεῖο «ΤΑΒ», γιά τό ὀποῖο γράφει τό 9ο κεφάλαιο τοῦ προφήτη Ἱεζεκιήλ, ὅτι ὁ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό ἔβαλε στά μέτωπα τῶν δυναστευομένων καί σώθηκαν ἀπό τήν καταστροφή.
Γι᾽ αὐτο καί ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, πρέπει πάντοτε πάνω μας νά ἔχουμε τόν Σταυρό μας. Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί προδοσία τό ὅτι ἐδῶ καί χρόνια μερικοί ἔβγαλαν τόν Σταυρό ἀπό πάνω τους καί ἀντί γι᾽ αὐτόν φόρεσαν κάτι περίεργα σύμβολα, ἀκόμη καί «κάτι κέρατα», ὅπως μοῦ τό εἶπε κάποια εὐλαβής γιαγιά.
Ἀλλά καί πρέπει νά κάνουμε σωστά καί εὐλαβικά τόν Σταυρό μας. Κάνοντας, δηλαδή, τό Σταυρό μας νά σχηματίζουμε τά δύο σταυρωμένα ξύλα, πάνω στά ὁποῖα θυσιάστηκε ὁ Χριστός μας. Καί τό κατακόρυφο καί τό ὁριζόντιο ξύλο. Αὐτό τό πετυχαίνουμε ἐφαρμόζοντας τό παλαιό ποίημα, τό πρῶτο ποίημα πού μάθαιναν παλιά τά μαθητούδια στήν Α´ τάξη Δημοτικοῦ: Μάθαιναν τότε τά παιδάκια, ὅλα μαζί, νά κάνουν τόν Σταυρό τους μέ τό δεξί τους χέρι, ἑνωμένα τά τρία δάκτυλα, καί βάζοντάς το «στό κεφάλι, στήν κοιλιά, δεξιά καί ἀριστερά»!
Πολλοί, ἀπό ἐντροπή βέβαια – γιά νά μήν τούς ποῦν θρήσκους– δέν κάνουν σωστά καί κανονικά τόν Σταυρό τους. Σκεφθεῖτε, χριστιανοί μου! Ὁ Χριστός δέν ἐντράπηκε νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς καί ἐμεῖς γι᾽ Αὐτόν νά ἐντρεπόμαστε νά κάνουμε τόν Σταυρό μας!..
3. Θά σᾶς πῶ καί κάτι ἄλλο, ἀλλά μήν τό γελάσετε, γιατί τό ἔλεγε ἅγιος πατέρας, ὁ ἀπό μᾶς καταγόμενος, ὁ πατήρ Γερβάσιος ὁ Παρασκευόπουλος ἀπό τήν Νυμφασία τῆς Γορτυνίας. Αὐτός, ὁ μαθητῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἀπό τόν ὁποῖον ἔλαβε καί εἰδική εὐλογία, συμβούλευε τούς χριστιανούς ὅ,τι ψωνίζουν ἀπό τήν ἀγορά νά τό σταυρώνουν πρῶτα μέ τό χέρι τους καί ἔπειτα νά τό βάζουν σπίτι τους. Καί συνέβηκε – πιστεύσατέ το παρακαλῶ – κάποιος εὐλαβής χριστιανός, πού ἀγόρασε μία στάμνα γιά νερό, τήν σταύρωσε καί αὐτή ἀμέσως ἔσκασε! Εἶχε κρυφτεῖ μέσα της σατανικό πνεῦμα, γιά νά κάνει ζημιά στό σπίτι τοῦ χριστιανοῦ. Αὐτό τό συμβάν τό ἄκουσα νά τό διηγεῖται μέ δέος ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Φλώρινας ὁ πατήρ Αὐγουστίνος. Βλέπετε, αὐτοί οἱ παλαιοί πατέρες καί ὁμολογητές τῆς πίστης μας τά πίστευαν καί τά κήρυτταν αὐτά τά θαυμαστά σημεῖα· ἐνῶ μερικοί σημερινοί «θεολόγοι», πού τά κρανία τους ἔχουν δυτικό κολοκυνθόσπορο, τά ἐμπαίζουν αὐτά. Θεωροῦν ὡς «μωρία» τό περί Σταυροῦ ὀρθόδοξο κήρυγμα, ὅπως τό γράφουν μέ θαυμαστά σημεῖα τά ἱερά μας Συναξάρια.
4. Σᾶς εὔχομαι, ἀδελφοί χριστιανοί, τήν δύναμη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σέ σᾶς καί τίς οἰκογένειές σας. Τά καλά σας παιδιά, τώρα πού τά ἔχετε στά χέρια σας, διδάξτε τα, προτοῦ νά κοιμηθοῦν τό βράδυ, νά σταυρώνουν τρεῖς φορές τό μαξιλάρι τους λέγοντας: «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Μέ πολλές ευχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2015/09/%ce%bf-%ce%b3%cf%8c%cf%81%cf%84%cf%85%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%af%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%af-%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd.html#ixzz3lSxSquQB
Κυριακή 2 Αυγούστου 2015
Η στάση απέναντι στις συκοφαντίες
Η πλευρά του υβριστή και η αντιμετώπισή του θέλει διάκριση και πολλές φορές σιωπή και παράδειγμα και άλλες κουβέντα ορθή ώστε να ξεκλειδώσεις τον σκοτισμό ή την πλάνη του αδερφού. Φυσικά για να μιλήσουμε πρέπει να έχουμε και την κατάλληλη πνευματική κατάσταση ώστε να προσεγγίσουμε τον συνάνθρωπό μας. Tο θέμα της προσέγγισης ενός ανθρώπου γι τον Χριστό είναι τεράστιο, και οι γραμμές ειναι πολύ λεπτές και δυσδιάκριτες. Πριν φτάσουμε στο σημείο να μιλήσουμε για Χριστό πρέπει να είμαστε τύπος Χριστού, αλλιώς ο λόγος όχι μόνο ωφέλεια δε θα έχει, αλλά αντίθετα σκανδαλισμό. Πρέπει να κατακτήσουμε πρωτίστως τη Χριστότητα σε όλο της το μεγαλείο πριν φτάσουμε σε σημείο ο λόγος μας να είναι γλυκύς, ωφέλιμος και ουσιαστικά Ορθόδοξος και Αναστάσιμος για τον αδερφό μας. Aν δεν βάλουμε το φως σαν πηγή μέσα στην καρδιά μας πώς θα το μοιράσουμε; Από δανεικά χέρια ;
Πολλοί άνθρωποι κυρίως με κοσμικό φρόνημα ή ακόμα και κοσμικοί Χριστιανοί κατακρίνουν κάποιους που αγωνίζονται οντολογικά στον θεραπευτικό ασκητικό δρόμο , υβρίζουν , περιγελούν και προσβάλλουν. Αυτές είναι γνωστές μάχες για κάθε στρατιώτη του Χριστού. Το θέμα είναι πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται. Αυτός ο πόλεμος είναι χαροποιός και φυσικά ωφελεί. Από την άλλη πλευρά πρέπει να δούμε ποια είναι η σωστή στάση.
Η σιωπή σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η καλύτερη οδός ως μέσο της διάκρισης, καθώς συνήθως αυτός που υβρίζει ή την λέει σε κάποιον έχει υπέρμετρο εγωισμό και εσωτερική τοποθέτηση στο θέμα που φυσικά αγνοεί και με τη λογική και με την πνευματιική έννοια .
Γιατί όμως συκοφαντεί ;
Πολύ απλά διότι δεν μπορεί να δεχτεί ότι τον αγώνα που κάνεις, δεν μπορεί να τον πραγματοποιήσει στο ελάχιστο, άρα ο εγωισμός τι κάνει; Απλά σε υβρίζει ώστε να απαξιώσει τον αγώνα σου και μάλιστα σε διαπομπεύει συχνά με απαράδεκτο τρόπο. Θεωρεί ότι με την προσβολή θα σε ρίξει στα μάτια του κόσμου ώστε να φανεί ο ίδιος καλύτερος αλλά δεν μπορεί να καταλάβει ότι όταν υβρίζεις κάποιον αγωνιστή του Χριστού του πλέκεις μαρτυρικό στεφάνι. Όπως λέει και ο λαός "Οσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια" . Το να αγνοείς κάτι είναι κατανοητό, αλλά να απαξιώνεις τον αγώνα ενός ανθρώπου για τη σωτηρία της ψυχής του χωρίς μάλιστα να ερευνήσεις περί αυτού τότε είναι απαράδεκτη ενέργεια και ανώριμη.

Πότε να μιλήσουμε ; Πώς ; Και τί πρέπει να πούμε ;
Η σιωπή είναι Χρυσός που λαμπιρίζεις, όμως και ένας καλός λόγος βοηθάει πολλές φορές, όχι με πνεύμα Ραββίνου αλλά ως γεωργού. Να είναι ο λόγος ένα σπόρος που θα μπεί στην καρδιά του αδερφού και ο Κύριος γνωρίζει πως θα καρποφορήσει ως καρδιογνώστης.
Ο λόγος να ειναι γλυκός, καρδιακός, αγαπητικός και πατρικός όχι με μια μορφή έκφρασης εξωτερικής ευσέβειας αλλιώς θα γίνει μια επιστημονική θεωρία και όχι ψυχική ωφέλεια. Δεν πρέπει να νευριάσουμε στο ελάχιστο. Να μιλάμε καθαρά και αργά. Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις που η προστακτική ίσως έρθει στην κουβέντα και με την προϋπόθεση την καλή προαίρεση του αδερφού. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειώσουμε ότι ο πνευματικός Ορθόδοξος αγωνιστής γνωρίζοντας την αλήθεια δεν έχει σκοπό να προσηλυτίσει τον αδερφό, αλλά να διαφωτίσει τα σκοτεινά σημεία μέσα του, να τον ενημερώσει για τυχόν λανθασμένες γνώσεις και φυσικά να του δώσει τις επιλογές σύμφωνα με τη θέληση και την προαίρεση που διαθέτει. Φυσικά κάποια στιγμή το δίλημμα θα έρθει μόνο του στην κουβέντα να γεφυρώσει τις επιλογές. Χριστός; ή Χάος; Απλά διαλέγεις και ακολουθείς. Δε σώζεται κανείς με το ζόρι , η σωτηρία είναι μια μορφή συνεργασίας Θεού και ανθρώπου προς την τελειότητα.
Σε αυτούς που υβρίζουν, και συκοφαντούν τους Ορθόδοξους αγωνιστές θα πούμε το εξής: Να ξέρετε αγαπητοί μου αδερφοί ότι πρώτον τους δίνετε χαρά και δεύτερον αν δεν γνωρίζετε κάτι καλύτερα να μην αναφέρετε τίποτα διότι θα βρεθείτε κάποια στιγμή εκτεθειμένοι στην κουβέντα και κάτι τέτοιο θα σας ζημιώσει. Η συκοφαντία σας καθιστά ανθρώπους με έλλειμμα αγάπης διότι η αγάπη δεν λογίζεται το κακό.
Ενώ ο Μέγας Βασίλειος τονίζει χαρακτηριστικά: "Δεν πρέπει να σιωπούμε μπροστά στις διαβολές, όχι για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας με την αντιλογία, αλλά για να μην επιτρέψουμε να ευοδωθεί το ψέμα (να διαδοθεί και να γίνει πιστευτό) και να μη αφήσουμε αυτούς, που εξαπατήθηκαν στην βλάβη (στην κακόπιστη διάδοση)".
Σαφής είναι η αναφορά και στην Αγία Γραφή ότι η σιωπή και το παράδειγμα μας είναι συχνά ο καλύτερος λόγος. Όταν ρώτησε ο Πιλάτος τον Ιησού "τι εστί Αλήθεια" ο Κύριος δεν απάντησε διότι πολύ απλά η αλήθεια δε χωρά σε κτιστές λέξεις και λογικές αλλά είναι κάτι ανώτερο από ανθρώπινες οριοθετήσεις και δεδομένα. Τί να πει η ενσάρκωση της Παναλήθειας για τον εαυτό της; Η αλήθεια είναι πρόσωπο και όχι έννοια ή ιδεολόγημα.
Φυσικά οι αδερφοί μας που κατέχουν κοσμικό φρόνημα και αντίληψη των πραγμάτων της ζωής δύσκολα μπορεί να κατανοήσουν καταστάσεις ταπείνωσης, υπακοής, απροϋπόθετης αγάπης και σωτηρία ψυχής. Τέτοιες έννοιες θεωρούνται ακραίες και ακατανόητες αλλά έστω και έτσι είναι καλύτερα αν δεν θέλουμε να πούμε κάποιο καλό λόγο και να βοηθήσουμε κάποιον αγωνιστή τουλάχιστον να μην μπαίνουμε εμπόδιο στον αγώνα του.
Τίθεται ένα ερώτημα: Γιατί τόσο μένος προς κάποιον όταν αγωνίζεται για τον Χριστό ενώ αν κάνει άλλα πράγματα όπως γιόγκες, βουδιστικά, κοσμικά κλπ δεν τρέχει τίποτα, αντίθετα δοξάζεται ; Μήπως να αναρωτηθούν κάποιοι ότι το φώς και η αλήθεια πειράζει το σκοτάδι που αρχίζει να τρέμει;
Ακόμα και έτσι, αν κάποιοι θεωρούν οτι ο Χριστός και η Ορθόδοξη αλήθεια είναι ψέμα τότε γιατί εκτοξεύουν συκοφαντίες ; Μήπως ο εσωτερικός νόμος της συνειδήσεως αναγνωρίζει την αλήθεια αλλά ο εγωισμός δεν θέλει να τη δεχτεί για να μην αφήσει το θρόνο στον οποίο αναπαύεται ;
Η στάση απέναντι στις συκοφαντίες είναι ο σταυρός και η αγάπη. Σε συκοφαντούν ταπεινώσου πες αν μπορείς έναν λόγο γλυκύ και ο άλλος να βλέπει σε σένα τον Χριστό.
Να φτάσει ο συκοφάντης να πεί σε όλους ««Έρχου και ίδε», να δείτε ένα φώς που υπάρχει σε μια καρδιά που δεν είναι του κόσμου τουτου (ηθικισμός) αλλά είναι βίωμα αιώνιας ζωής και βασιλείας του Θεανθρώπου(οντολογία).
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015
Οι άγιοι Πατέρες για τον Παράδεισο και την Κόλαση
Είναι πολύ σημαντικό να δούμε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Παράδεισο και την Κόλαση, γιατί αυτοί είναι οι απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας, οι φορείς της αμιάντου Παραδόσεως, και γι' αυτό η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνευθεί έξω από την Θεόπνευστη διδασκαλία τους. Άλλωστε, η Εκκλησία, που είναι το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, γράφει την Αγία Γραφή και την ερμηνεύει. Η γενική διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας είναι ότι ο Παράδεισος και η Κόλαση δεν υπάρχουν εξ επόψεως του Θεού, αλλά εξ επόψεως του ανθρώπου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

